Κατενάτσιο

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

ok

Κάποιος παλαιός αγαπημένος μου άνθρωπος θεωρούσε πως είναι μάταιο αλλά και βλακώδες να συζητάς με θρήσκους και θρησκευόμενους για τη θρησκεία. Πρώτον διότι είναι παράλογο να συζητάς με έναν φανατικό που δεν πρόκειται να αλλάξει και δεύτερον γιατί μεταμορφώνει κι εσένα σε παπά και ιεροκήρυκα του αθεϊσμού. Κι αν καταντήσεις παπάς έστω του αθεϊσμού έχεις ήδη ξεπέσει σ’ αυτό που θεωρείς ξεπεσμένο. Όταν βάζεις τη λογική να αντιμετωπίσει το παράλογο μ’ έναν τυφλό πεισματάρικο εκνευρισμό καταλήγεις να ναρκοθετείς τις θέσεις σου. Η ανάγκη του ανθρώπου να επινοήσει μια ζωή μετά το τέλος της ζωής και να φαντάζεται έναν ουρανό απαλλαγμένο από την επίγεια αθλιότητα έχει βαθύτατα κοινωνικοπολιτικά αίτια. Η κριτική των θρησκειών είναι καταδικασμένη αν ξεπέσει στην παπαδοφαγία όπως ξέπεσε ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού και ο μασονικός αντικληρικαλισμός. Το να θες να μετατρέψεις τους πιστούς σε άθεους με εντολή του μουφτή ή με προεδρικό διάταγμα είναι σα να προσπαθείς να πιάσεις κεραυνό με τα χέρια. Το σίγουρο είναι πως θα καείς όπως κάηκαν ολόκληρες επαναστάσεις και γύρισαν εν μια νυκτί στον τσάρο και στον μπαγαπόντη πατριάρχη Αλέξιο. Το να θες να ξεμπερδέψεις με τους θεούς είναι μια καλή πρόθεση αλλά δεν φτάνει αν δεν ξεμπερδέψεις με την ανάγκη που γεννά τους θεούς. Αν δεν αφαιρέσεις απ’ τους ανθρώπους τις αυταπάτες τους και τις απατηλές παρηγοριές τους δεν μπορείς να τους στερήσεις το όπιο. Έτσι λοιπόν η κριτική του ουρανού πρέπει να μετατραπεί σε κριτική της γης, η κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου και η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής. Ο αφηρημένος αθεϊσμός είναι γεμάτος ψευδαισθήσεις αφού παραμένει μια μεταφυσική κριτική της θρησκείας. Και ίσως μια ακραία θρησκευτική κριτική της θρησκείας, η οποία μένει στο μη πρακτικό πεδίο των ιδεών. Κι έτσι αυτός ο αστικός αθεϊσμός είναι ένα είδος αρνητικής αναγνώρισης της ύπαρξης του θεού. Με αποκορύφωμα ο φιλοσοφικός αθεϊσμός να καταντά ιδεολόγημα της πεφωτισμένης αστικής τάξης, που νιώθει την ανάγκη να απαλλάξει την οικονομία από την τροχοπέδη της θρησκείας αφήνοντας άθικτη την κοινωνική τάξη πραγμάτων, βρίσκοντας την πιο καθαρή έκφρασή της στο θετικισμό και στη λατρεία της προόδου. Έτσι λοιπόν ο άθεος φονταμενταλιστής γίνεται ιπποκόμος στα μοναστήρια των αγορών, βοηθώντας τις καλόγριες τού κέρδους να σηκώσουν τα φουστάνια τους μπροστά στους πιστούς καταναλωτές καλωσορίζοντάς τους στην κόλαση.