Πατριωτικόν ποίημα

poihma

Θα σου πάρω γλυκιά μου μια βάρκα
τον ελεύθερο στίχο να πηγαίνουμε τσάρκα.
Έργον πατριωτικό στην οθόνη
με λεφτά και φουσάτα
φορτωμένα στο γαϊδούρι του Σάντσο.
Τα χαράματα γυμνοί Θα ξυπνάμε
όχι τρέχοντας για να πάμε στο μήτινγκ
αλλά να γαμιόμαστε μύτη με μύτη.
Θα φεύγει η σελήνη της νύχτας
κι η Πυθία θα βόσκει κοπάδια
στων Δελφών την ολόμαυρη ράχη.
Τα προβατάκια θ’ ακούν με προσοχή τους χρησμούς
κι οι βασιλιάδες θα γλύφουν το χρυσό απ’ τις πέτρες
μα, γυμνοί στη δουλειά μας εμείς, στο γαμήσι
στουπί στο υπερκόσμιο άγριο μεθύσι.
Με σύκα ξερά και ψωμί κριθαρένιο
τα κορμάκια θα ταΐζουμε που δεν πήγαν στο Γαίηλ
για να μάθουν να φτιάχνουν από αίμα κοκτέιλ.
Αχ, πως χοχλάζει η καύλα μονάχα
και πως κόβεις σωστά μια ντομάτα
στο βαθύσκιωτο αυτό κουζινάκι.
Κι ας τους γόηδες, τους βαρβάτους ατσίδες
στις Βρυξέλες να χύνουν με πάθος
μπροστά στα μαρκούτσια των Ούννων
τα βρακιά κατεβάζοντας
δείχνοντας των ελλήνων το ένδοξο βάθος.
Τα πτυχία, τα βραβεία, τα βιογραφικά τα γαμάτα.
Της ωραίας Ελλάδος μας τα υπερήλικα νιάτα.
Αχ, αψηλάφητο αδυσώπητο χάος
οι φαλλοί, τα αιδοία μας, τα κορμιά μας
μια συκιά στα ερείπια η πατρίδα μας
τα γλυκομίλητα κορίτσια που μας φέρνουν τις λέξεις στο πιάτο.
Αχ, ιδρωμένοι τον Αύγουστο.
Δια παντός θεϊκοί στο ταψάκι της άμμου.
Πριν μας σπείρουν της αγίας φθοράς τα χεράκια
στα υγρά μουχλιασμένα φρεάτια
στα χωράφια
στους λάκκους.

Και ο μεγαλοδύναμος δημιούργησε τις μπανιέρες

odi

Γυναίκες εξωτικές και καλοθρεμμένες. Απλησίαστες και σκοτεινές. Οδαλίσκες φασματικές της αναγέννησης. Βγαλμένες απ’ τα κάτεργα των διαφημιστών. Με τους μπρούτζινους κόρφους και τον ωμό ερωτισμό, ερεθίζοντας ανυποψίαστους διαβολάκους, με τα στρογγυλά φοβισμένα μάτια του λαγού. Αντράκια που η σεξουαλική πείνα μεταμόρφωσε σε λαγωνικά έτοιμα να χώσουν τη μουσούδα τους σε καυτά ψηφιακά μουνάκια απ’ την Αργεντινή, το Μεξικό, τη Μαλαισία, το Σουδάν. Μιαν επιδημία του σεξ εις άπταιστα αγκομαχητά, γαρνιρισμένα με διαφημίσεις, ως υπόκρουση στο διαβολικό στρίγκλισμα της εξουσίας που θέλει και τα μυαλά και τα κορμιά. Εκεί που οι θόρυβοι της ερωτικής κολάσεως φτάνουν ως χασμωδίες στα ξεκούρδιστα αυτιά. Εκεί που η αγριότητα και η βία κρατούν το χέρι του βλαμμένου παιδιού που ορφάνεψε από ζωτική ορμή. Εκεί που ο χαρούμενος είναι αγχωμένος και ο ευτυχισμένος κάνει εμετό. Γιατί η χαρά και η ευτυχία είναι καταπλακωμένα συναισθήματα από λεφτά. Αγοράζονται και πουλιούνται. Μες το θυμό κοιμούνται και μες τον εφιάλτη ξυπνούν. Σαν άγρια ζώα με το δασύτριχο δέρμα τους και το ανίερο λαίμαργο στομάχι. Με μια καρδιά τρελού που φουσκώνει για φιλί και τρυφερότητα αλλά ξεπέφτει στην τηλεθέαση. Στη συνήθεια. Στον αμοραλισμό. Στα χούγια των άλλων. Εξόριστος απ’ τον αληθινό καυλωμένο λόγο των ποιητών, των πειρατών, των παλαβών, των βοσκών που χαίρονται την μαλακία και την μυρουδιά της βροχής. Όλων αυτών που ταΐζουν κομμάτια ήλιο το αποστεωμένο σκυλί του πολιτισμού. Χυμούς και χιούμορ. Όχι ντροπές και επιμήκυνση πέους και επιμήκυνση καλοζωίας. Και μνημόνια και γερμανικά μπιμπερό. Και ολλανδικούς δονητές και σκανδιναβικά κομπολόγια για την κλειτορίδα. Μόνο χυμούς και χιούμορ. Διότι το χιούμορ δεν κατέχει υποδεέστερη θέση απ’ ότι ο ερωτισμός και η οσία σεξουαλική εμμονή. Διότι η ερωτογραφία είναι μια πρώτης τάξεως ανταρσία που συνταιριάζει την τρυφερότητα με την χαρωπή ειρωνεία. Διότι μόνο στους μεγάλους καυλωμένους ερωτικούς συναντούμε σε κάθε σχεδόν λέξη τους αυτό το είδος του κλεισίματος του ματιού της χλευαστικής συνενοχής, που οι καλλιτέχνες και οι θεοπάλαβοι ποιητές απευθύνουν μεγαλειωδώς στον έξω κόσμο.

Υποκριτή αναγνώστη, όμοιε μου – αδερφέ μου!

xezontas

Μόνο στους πεθαμένους δεν αρέσει
το γαμήσι monsieur, η ευκλείδεια
γεωμετρία, η Ιλιάδα και τα ντόμπρα
κορίτσια. Ω, ευελπιστώ στην οδύνη
και στη ντροπή των μαλθακών. Και
σας πληροφορώ χιονισμένες κορφούλες
αγριοκάτσικα που χαθήκατε και αρκούδες
σκλάβες της σημασίας, σας πληροφορώ
παγωμένες ποιήτριες, δασκάλες που
χάσατε το δρόμο σας για την Ιθάκη
και βρεθήκατε νοικοκυρές στο Δομοκό.
Σας πληροφορώ αναλώσιμα κορμάκια
δεσποινίδες λαίμαργες, εργάτες που
κόψατε τη γλώσσα σας και προβατάκια
της λογικής, σας πληροφορώ μικροαστοί
γάτες, σαΐνια υπάλληλοι οραματιστές
πως για σας διαπραγματεύονται οι μύγες
με τα σκατά, οι ψήλοι με το σβέρκο της
εξουσίας, τα λεφτά με τα λεφτά για σας
ζευγαρώνουν, για σας οι κυβερνήσεις, τα
κράτη, οι αρχηγοί, για σας ο Πικάσο
ζωγράφισε τη Γκουέρνικα κι ο Ντελακρουά
τη σφαγή της Χίου και σε πληροφορώ.
Μόνο στους πεθαμένους δεν αρέσει το
γαμήσι, hypoctrite lecteur, -mon semblable, –
mon frère!

Ποτέ μου δε μπόρεσα να θαυμάσω το Ρόκυ με το αμερικάνικο βρακί του

nino

Πάντα με ανατρίχιαζε η γαλανόλευκη αμερικανιά των συμπολιτών μου.

Αγαπώ όλους τους τόπους γιατί όλοι οι τόποι είναι ένας τόπος. Δεν αγαπώ τις ξεχωριστές περιπτώσεις που φορούν τη νεκρική τους μάσκα και κατεβαίνουν στη χώρα μου, δηλαδή στο χώρο μου, για πλιάτσικο.

Ζήσαμε σε καπνοχώραφα κοντά, και σιγανές βροχούλες. Σε οικόπεδα με κοτέτσια ανάμεσα σε πολυκατοικίες. Σε κάμπους που η φυλή μας διέπρεψε. Σε γειτονιές που ένας στους εκατό είχε Άμστραντ 464 και παιχνίδια που για μας τους Νεάντερνταλ της ψηφιακής εποχής ήταν ένας άλλος μαγικός κόσμος.

Μια αθωότητα που άχνιζε χαρούμενη μέσα στο μεταπολιτευτικό χυλό των πρώτων καιρών του κόσμου μας.

Μαζί με τους σούπερ ήρωες και τον ρομαντισμό τους καλλιεργήσαμε μια λεπτή στρώση ηρωισμού στην εσωτερική μας στοιβάδα. Ο σούπερμαν ήταν αυτομάτως δυνατός χωρίς χέμο ή κατσικίσιο γάλα, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Όταν οι κακοί έβγαιναν στους δρόμους και δε μπορούσε κανείς να τους αντιμετωπίσει.

Τυπικά ανήκουμε στη γενιά του χάους. Ένα χάος που αναδύθηκε τη δεκαετία του εβδομήντα. Τη δεκαετία που ο πολιτισμένος κόσμος έβαλε τη ζωή του στα μουσεία. Στο μουσείο του κράτους, της οικογένειας, της θρησκείας, της εργασίας και της κατασκευασμένης ψυχαγωγίας.

Της ψυχαγωγίας που ήταν και ιδεολογία μαζί και το καπιταλιστικό τερατάκι ευλογούσε τα γένια του. Έχτιζε μέλλον ατσάλινο. Κι όλη την ανθρώπινη περιπέτεια την έκανε δίπολο, καλό και κακό, συν και πλην, Δύση και Ανατολή.

Ετοιμάζοντας μια γενιά που θα χόρταινε εμπειρίες εικονικά. Με διαμεσολάβηση. Με εικόνες και ήχο. Με χρήση των ακροδαχτύλων και της κόρης του ματιού.

Χωρίς κίνδυνο να πέσεις στο κενό μπορείς να πετάς από κτίριο σε κτίριο και χωρίς κίνδυνο να κολλήσεις έιτζ βλεννόρροια σύφιλη και λοιπά μπορείς να γαμείς με τα μάτια. Μια ολόκληρη βιομηχανία του μπανιστιρτζή υποκατέστησε το δίκιο την ομορφιά το σεξ το παιχνίδι το φαγητό.

Οι σούπερ ήρωες της παιδικής μας ηλικίας, οι άτρωτοι, έγιναν οι θεοί της ανθρώπινης αναπηρίας που άφηνε τη δράση στους κακούς. Στους βάρβαρους και τους κακούς που επινοούσε συνεχώς η Βίβλος του ελεύθερου κόσμου και της ελεύθερης αγοράς.

Ο κακός ήταν ο σπεσιαλίστας του ανταγωνισμού χωρίς κανόνες. Ήταν η φυσική ροή προς το σκοπό που αγιάζει τα μέσα.

Ο καλός και ο κακός. Ο κακός κοντός και χοντρός με μικρό μουστάκι. Έτοιμος να δηλητηριάσει μια πόλη, να καταστρέψει τον πλανήτη. Ο καλός είχε εκπαιδευτεί στον παράδεισο, έπαιζε την ασημένια του άρπα. Γλυκός, συνεσταλμένος, χαμογελαστός.

Παράγωγα του θεάματος που ήθελε νικητή και νικημένο. Που ήθελε κάθαρση πάση θυσία. Ένα σινεμά τσικ του τσικ. Κολακεύοντας το κοινό. Την υποκρισία των παραγωγικών σχέσεων. Την φυλετική ανθρωπομετρική των νικητών.

Σιγά σιγά με το πέρασμα των ψυχρών χρόνων και των μαζικών σφαγών που ξεχάστηκαν, η Αμερική κατάφερε να φτιάξει ένα ήρωα πιο ανθρώπινο, με αίμα και ιδρώτα.

Τον πεζοναύτη της, που προστατεύει τον πολιτισμένο της κόσμο και τις κτήσεις του απ’ τους κακούς. Τους άραβες, τους μαύρους, του ινδιάνους, τους αφγανούς, τους ιρακινούς και τους σύριους, τους κούρδους και τους γύφτους.

Τώρα τα ψηφιακά μας παιχνίδια έχουν έναν ελεύθερο σκοπευτή που περιμένει το μελαμψό τρομοκράτη να του γαμήσει τα μάτια. Να τον διαμελίσει, να τον πάει ο ΟΗΕ στη μάνα του σε σακούλες.
Η Αμερική διαπαιδαγώγησε τον έλληνα αριστερό με όση αμερικανιά διαπαιδαγώγησε και τον έλληνα δεξιό.

Ο μοντέρνος Έλλην αριστερός δεν έχει πρόβλημα με το ΝΑΤΟ και το μπαμπούλα των λαών. Τους τραπεζίτες τους παίζει στα δάχτυλα. Με ντρίπλες λάιφ στάιλ διαπραγματεύεται με τον γερμανό καπιταλιστή και με Τεξανή προφορά μαντάρει ερωτισμό σε χαροκαμένες αγάμητες αγγλίδες που κάνουν πικάντικα τα στεγνά τους ρεπορτάζ.

Η γενιά μου που είναι στα πράγματα, μεγάλωσε με σουπερ ήρωες. Κι ο λαός θέλει σούπερ ήρωες για να τον προστατέψουν απ’ τους κακούς.

Στο μετρό βρεθήκαμε

bus-girl-pretty-train-Favim.com-188578

Στο μετρό βρεθήκαμε
Τρείς μέρες είχαμε να κοιταχθούμε
Ξαναμμένοι άγνωστοι
Μήνες χρόνια στο μετρό
Σχεδόν αντικριστά
Αφελώς κοιτάζοντας το στερέωμα
Κτήρια να πηγαινοέρχονται
Γνωστούς άγνωστους που σκουριάζει ο χρόνος
Θερμοκρασίες τρίτων
Που έτριψαν πάνω μας τη φθορά τους
Άλλους που μας χούφτωσαν επιδέξια
Στον ευλογημένο της εξόδου συνωστισμό
Άλλους τζέντλεμαν ατσαλάκωτους του μαντριού
Με καθαρό μαντηλάκι στο πέτο
Εξωστρεφείς επίπεδους και τα ρέστα
Ντουγρού στο βοσκοτόπι του γραφείου
Όλο φροϋδική ψωρίαση να τρέχει απ’ τα μπατζάκια
Χωρίς λίγο γυμνό φλοιό
Μια χαραμάδα τύψεων
Χωρίς αλληγορίες βάθος αισθησιασμό
Άλλους να διαβάζουν Άρλεκιν του Ντεριντά
Νεολογισμούς
Μυρουδιές ανάδοχες άλλων
Αρώματα σωματικά υγρά
Στο μετρό βρεθήκαμε
Τρείς μέρες είχαμε να κοιταχθούμε
Και μου ψιθύρισε βγαίνοντας, στο αυτί
Σήμερα μωρό μου δε φοράω βρακί

Ο Μουνούτσος

KARNABALI_AGIAS_ANNAS_DEKAETIA_1980__1_

Το υγιές ανθρώπινο πνεύμα ρέπει αενάως προς τη βωμολοχία. Τα καταπιεσμένα προσωπεία απ’ την υποκρισία της θρησκείας και την ασφυξία της πολιτικής ορθότητας, θέλουν να γίνουν αυτό που είναι. Να μασκαρευτούν. Οι μασκαράδες είναι οι διαδηλωτές της χαμένης αθωότητας. Είναι τα μουνιά και οι πούτσοι που θέλουν εξουσία. Είναι ο αρχαίος λόχος των ζητιάνων που περιμένουν έξω απ’ το ναό να ψηθούν τα σφάγια της θυσίας προς τους θεούς. Είναι οι επαίτες που περιμένουν να μπουκάρουν για να κόψουν ένα κομμάτι κρέας. Έτοιμοι να πλακώσουν στις μπουνιές και τα βρισίδια τους ιεροφάντες κωλογλείφτες της εξουσίας. Να τρομάξουν με όργιο την παρθένο Μαρία των αγορών. Να ορμήσουν στα πολυκαταστήματα για μια κονσέρβα και λίγο χαβιάρι. Να χέσουν πάνω στα ταμία και να κρεμάσουν μια τεράστια γαϊδουρόπουτσα στον τρούλο του ναού. Εκεί που το αυστηρό μάτι του παντοκράτορα επιτηρεί το ποίμνιο. Αυτό το ποίμνιο που έχει μια βαθύτατη ανάγκη για γαμήσι και φαί. Για παιχνίδι και τεμπελιά. Για μιαν αισχρότητα που σημαίνει άρνηση της εξουσίας. Του λοχία, του μπαμπά και της μαμάς. Για μιαν άνευ όρων και ορίων παρέλαση των ηδονών. Ενάντια στον πολιτισμό των καθωσπρέπει διαστροφών και ενάντια στον ιερό καταναγκασμό των ποικιλώνυμων εξουσιών. Ενάντια στους μικρούς λαούς που αυτοθαυμάζονται και στους μεγάλους που ισοπεδώνουν. Ενάντια στους λαούς που περιμένουν το Μεσσία. Ενάντια στους διεφθαρμένους μαλάκες που πιστεύουν σ’ αυτό το επικίνδυνο είδος ανθρώπου που λέμε: γεννημένος αρχηγός. Ενάντια σε υδροκέφαλες ιδιοφυίες που παίζουν ζάρια με δυναμίτη στην υποκριτική αγκαλιά των αγίων ισχυρών. Ενάντια στους λαούς που έχουν στα σπλάχνα τους τον καρκίνο. Την ιεραρχία. Ενάντια στους μικρούς λοχαγούς και τους αδίστακτους πατερούληδες που είναι προσηλωμένοι σε κάποιον ιερό σκοπό. Και ενάντια σ’ αυτούς τους μικρότατους καθημερινούς δικτατορίσκους με τις σπουδαίες απόψεις τους και τις βάρβαρες σοφίες τους, όπου ακόμα κι ο Χίτλερ μπροστά τους δεν είναι παρά μινιατούρα κι ο Μουσολίνι θλιβερός ξεπερασμένος θεατρίνος. Ενάντια σε κάθε μικρό αδίστακτο αρχίδι που παρεμβαίνει στις ζωές των ανθρώπων. Που ψαλιδίζει κλειτορίδες που κουνάει το δάχτυλο που πουλάει ελπίδα. Εναντίον των διαχειριστών της οργής. Εναντίον του κέντρου και της μοναδικής αλήθειας. Θυμάμαι κάποιες απόκριες αρχές του ενενήντα στο καυλωμένο χωριό της Αγίας Άννας. Ο παπάς και ο δάσκαλος πήγαν ένα βράδυ και κατέβασαν το πανό με τις βωμολοχίες που ήταν στην είσοδο του χωριού για να καλωσορίζει τους επισκέπτες. Την επόμενη μέρα το πρωί υπήρχε ένα άλλο πανό που έγραφε:

Ο Παπάς κι ο Δασκαλός μας
κατεβάσαν το πανό μας
γι αυτό κι εμείς τους γράφουμε
στ’ αρχίδια μας τα δυό μας!

Μήδεια

Mhdeia

Είδα τη Μήδεια του Παζολίνι με την Κάλλας σε αφρικανικά τοπία. Η φύση δεν είναι φυσική. Η φυσικότητα είναι αδυναμία του ανθρώπου να της μοιάσει. Η φύση είναι θεϊκή μα θεός δεν υπάρχει. Η φύση δε μιμείται, είναι αυτό που λέμε: μη προσπαθείς, πράξε.

Η φύση πράττει συνεχώς. Παράγει φαινόμενα που το καλό μάτι με τη σπιρτάδα του ταξινομεί. Ο λαός παρακαλά το βασιλιά της βροχής για βροχή την εποχή των βροχών. Κι αυτό σημαίνει ακριβώς πως δεν πιστεύει στο βασιλιά της βροχής διότι αλλιώς θα παρακαλούσε για βροχή την εποχή της ξηρασίας τότε που η χώρα είναι κατάξερη άγονη έρημος.

Η ανάγκη για παιχνίδι και τελετουργία κάνει τους αρχαίους να φτιάχνουν θεούς όπως το παιδάριο φτιάχνει χαρταετό και περιμένει αέρα για να τον αμολήσει. Γιόρταζαν τον ερχομό της μέρας το πρωί όταν έσκαγε μύτη ο ήλιος κι όχι τη νύχτα που έκαιγαν τα λυχνάρια.

Όταν θυμώνω χτυπώ με το πόδι το έδαφος με μανία γνωρίζοντας πως δε φταίει το χώμα αλλά έχω ανάγκη να γειώσω το θυμό. Οι τελετουργίες είναι τέτοιες και το να χτυπάς το έδαφος είναι σκιαμαχία που δεν εξηγεί τίποτε. Η ομοιότητα της πράξης όμως με την πράξη τιμωρίας είναι διαλεκτική του ενστίκτου.

Κανένας λόγος δεν ώθησε τους πρωτόγονους να λατρέψουν τη βελανίδια παρά το ότι φυλή και βελανίδια ήταν ένα. Βρίσκονταν ενωμένα σε μια κοινότητα ζωής. Όμως δεν είναι η ένωση βελανιδιάς κι ανθρώπου που γέννησε τελετουργίες και θυσίες μα ο χωρισμός τους, διότι η αφύπνιση της διάνοιας συμβαίνει ταυτόχρονα με την αποκοπή απ’ το αρχικό έδαφος απ’ το αρχικό θεμέλιο της ζωής.

Όταν το βρέφος βυζαίνει τη μάνα γίνονται ένα. Ο απογαλακτισμός θα φέρει τη λατρεία για να υποκαταστήσει φαντασιακά την πρωταρχική εικόνα. Ο βίαιος χωρισμός θα οδηγήσει σε κάτι άλλο. Δημιουργεί αισθήματα και χρειάζεται χώρο.

Ο έρωτας μας κάνει μονάδες συχνά χωρίς σκέψεις, μας αλέθει με τις σωματικές του μυλόπετρες. Οι τρύπες του σώματος και οι απολήξεις του, που συμμετέχουν σε μιαν απόλυτη ένωση, σε μιαν άσκοπη πράξη. Όταν έρχεται ο χωρισμός, έρχεται κι η λατρεία, ο βαθύς πόνος του χωρισμού που η απροκάλυπτη παραδοξότητά του μας είναι απατηλά οικεία. Ο ερωτευμένος θα προσφύγει στο θεό του έρωτα, θα γράψει ποιήματα, θα κλαψουρίσει σαν γατί, θα κατεβάσει τους διακόπτες, θα προσφέρει το ίδιο του το σώμα όπως ο αρχαίος πρόσφερε στο βασιλιά της βροχής μιαν αγελάδα για να κάνει τα ευλογημένα νερά του ουρανού να πέσουν πάνω στα ηλιοκαμένα και μαραμένα βοσκοτόπια. Στο ξερό χώμα.