Ενδοχώρα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Arcademi_Nicolas_Gavino_01

Οι καλύτερες γυναίκες ήταν αυτές που δεν με παντρεύτηκαν, τα καλύτερα βιβλία ήταν αυτά που ξέχασα και οι καλύτερες ιστορίες που διάβασα δεν είχαν τίποτε να πουν. Οι άνθρωποι και τα βιβλία που πασχίζουν κάτι σοβαρό να πουν, συνήθως χάνονται μέσα στις τετριμμένες λεπτομέρειες. Άλλες φορές με θωρακίζουν με νάρκες και συρματοπλέγματα και κούφιες ρητορείες. Με φοβητσιάρικες κι ακριβολόγες περιγραφές τόσο που τρέμουν μήπως φανούν ψεύτικοι και δειλοί. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι και βιβλία που πλέεις αργά ανάμεσά τους κι είναι σαν να ξαναζείς τη χαρά τού περάσματος από την μήτρα στον κόσμο. Κι είναι μια χαρά πολύ βαθιά για να τη θυμάται κανείς. Γιατί δεν έχει καμία σημασία η θύμησή της αλλά το βίωμα. Γιατί είναι μια χαρά που μοιάζει μ’ εκείνες τις μουδιασμένες απολαύσεις του βρέφους ή του ερωτοχτυπημένου που ξαναγίνεται βρέφος, σβήνοντας τη μνήμη κι αφήνοντας τις εκκρίσεις του να θωρακίσουν το σώμα με χαρά. Με ηλιόλουστη διάθεση. Γιατί η πάλλουσα ανάσα της αγάπης τους δεν κρύβει ναρκισσισμό και μαγειρεμένη εξυπνάδα, αλλά μαγεία, αγκαλιά, συμπάθεια, φιλία, καθοδήγηση. Δεν κρύβει ζόμπι εικονικά που αυτόφωτογραφίζονται και αυτοθαυμάζονται στον κυβερνοχώρο και τη σκουριά. Η καλύτερη γυναίκα είναι αυτή που θα σε ανατινάξει σαν άστρο που τέλειωσε το σκοπό του κι η καρδιά θα στείλει τα λιωμένα συντρίμμια της παντού στον κόσμο. Καμιά συνοχή δεν κρίνεται απ’ το γραμμικό χρόνο. Κανένα μεθύσι και καμιά ευτυχία. Το καλύτερο βιβλίο είναι αυτό που θα σε αφήσει στο τέλος να απολαύσεις το θαύμα της ζωής, να απολαύσεις τις νυχτερίδες, τα φίδια, τις σαύρες και τον αετό που κρέμεται μ’ απλωμένα φτερά πάνω απ’ το καζάνι της γης. Ο καλύτερος φίλος είναι αυτός που θα σου ανοίξει μια καινούργια φλέβα εμπειρίας σαν ανθρακωρύχος της μεγάλης καρδιάς του κόσμου, που νιώθει το νόημα του πόνου και της λύπης και της χαράς. Σήμερα που οι άνθρωποι συμφωνούν ή διαφωνούν αλλά δε νιώθουν και θέλουν μανιωδώς να ταυτιστούν με κάτι για να υπάρξουν και σήμερα που η κοινότητα έγινε ένα άθροισμα από ξεχαρβαλωμένες μοναξιές και σήμερα που οι άνθρωποι ξεσπαθώνουν εναντίον όλων, γράφω το άσκοπο ποίημα μου και περιφέρω την άσκοπη ύπαρξή μου, θαμπωμένος απ’ το φανταχτερό μωσαϊκό της ομορφιάς πού στολίζει την πολυτάραχη άβυσσο. Τη σκοτεινή ύλη ενός λυρισμού που φλογίζει μέσα μου εκείνο το εσώτερο μάτι. Το μάτι που παρατηρεί τη ζωή που βρίσκεται στις ρίζες, καταχωνιασμένη στο ροδαλό μουνάκι της απλότητας.