Ποτέ μου δε μπόρεσα να θαυμάσω το Ρόκυ με το αμερικάνικο βρακί του

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

nino

Πάντα με ανατρίχιαζε η γαλανόλευκη αμερικανιά των συμπολιτών μου.

Αγαπώ όλους τους τόπους γιατί όλοι οι τόποι είναι ένας τόπος. Δεν αγαπώ τις ξεχωριστές περιπτώσεις που φορούν τη νεκρική τους μάσκα και κατεβαίνουν στη χώρα μου, δηλαδή στο χώρο μου, για πλιάτσικο.

Ζήσαμε σε καπνοχώραφα κοντά, και σιγανές βροχούλες. Σε οικόπεδα με κοτέτσια ανάμεσα σε πολυκατοικίες. Σε κάμπους που η φυλή μας διέπρεψε. Σε γειτονιές που ένας στους εκατό είχε Άμστραντ 464 και παιχνίδια που για μας τους Νεάντερνταλ της ψηφιακής εποχής ήταν ένας άλλος μαγικός κόσμος.

Μια αθωότητα που άχνιζε χαρούμενη μέσα στο μεταπολιτευτικό χυλό των πρώτων καιρών του κόσμου μας.

Μαζί με τους σούπερ ήρωες και τον ρομαντισμό τους καλλιεργήσαμε μια λεπτή στρώση ηρωισμού στην εσωτερική μας στοιβάδα. Ο σούπερμαν ήταν αυτομάτως δυνατός χωρίς χέμο ή κατσικίσιο γάλα, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Όταν οι κακοί έβγαιναν στους δρόμους και δε μπορούσε κανείς να τους αντιμετωπίσει.

Τυπικά ανήκουμε στη γενιά του χάους. Ένα χάος που αναδύθηκε τη δεκαετία του εβδομήντα. Τη δεκαετία που ο πολιτισμένος κόσμος έβαλε τη ζωή του στα μουσεία. Στο μουσείο του κράτους, της οικογένειας, της θρησκείας, της εργασίας και της κατασκευασμένης ψυχαγωγίας.

Της ψυχαγωγίας που ήταν και ιδεολογία μαζί και το καπιταλιστικό τερατάκι ευλογούσε τα γένια του. Έχτιζε μέλλον ατσάλινο. Κι όλη την ανθρώπινη περιπέτεια την έκανε δίπολο, καλό και κακό, συν και πλην, Δύση και Ανατολή.

Ετοιμάζοντας μια γενιά που θα χόρταινε εμπειρίες εικονικά. Με διαμεσολάβηση. Με εικόνες και ήχο. Με χρήση των ακροδαχτύλων και της κόρης του ματιού.

Χωρίς κίνδυνο να πέσεις στο κενό μπορείς να πετάς από κτίριο σε κτίριο και χωρίς κίνδυνο να κολλήσεις έιτζ βλεννόρροια σύφιλη και λοιπά μπορείς να γαμείς με τα μάτια. Μια ολόκληρη βιομηχανία του μπανιστιρτζή υποκατέστησε το δίκιο την ομορφιά το σεξ το παιχνίδι το φαγητό.

Οι σούπερ ήρωες της παιδικής μας ηλικίας, οι άτρωτοι, έγιναν οι θεοί της ανθρώπινης αναπηρίας που άφηνε τη δράση στους κακούς. Στους βάρβαρους και τους κακούς που επινοούσε συνεχώς η Βίβλος του ελεύθερου κόσμου και της ελεύθερης αγοράς.

Ο κακός ήταν ο σπεσιαλίστας του ανταγωνισμού χωρίς κανόνες. Ήταν η φυσική ροή προς το σκοπό που αγιάζει τα μέσα.

Ο καλός και ο κακός. Ο κακός κοντός και χοντρός με μικρό μουστάκι. Έτοιμος να δηλητηριάσει μια πόλη, να καταστρέψει τον πλανήτη. Ο καλός είχε εκπαιδευτεί στον παράδεισο, έπαιζε την ασημένια του άρπα. Γλυκός, συνεσταλμένος, χαμογελαστός.

Παράγωγα του θεάματος που ήθελε νικητή και νικημένο. Που ήθελε κάθαρση πάση θυσία. Ένα σινεμά τσικ του τσικ. Κολακεύοντας το κοινό. Την υποκρισία των παραγωγικών σχέσεων. Την φυλετική ανθρωπομετρική των νικητών.

Σιγά σιγά με το πέρασμα των ψυχρών χρόνων και των μαζικών σφαγών που ξεχάστηκαν, η Αμερική κατάφερε να φτιάξει ένα ήρωα πιο ανθρώπινο, με αίμα και ιδρώτα.

Τον πεζοναύτη της, που προστατεύει τον πολιτισμένο της κόσμο και τις κτήσεις του απ’ τους κακούς. Τους άραβες, τους μαύρους, του ινδιάνους, τους αφγανούς, τους ιρακινούς και τους σύριους, τους κούρδους και τους γύφτους.

Τώρα τα ψηφιακά μας παιχνίδια έχουν έναν ελεύθερο σκοπευτή που περιμένει το μελαμψό τρομοκράτη να του γαμήσει τα μάτια. Να τον διαμελίσει, να τον πάει ο ΟΗΕ στη μάνα του σε σακούλες.
Η Αμερική διαπαιδαγώγησε τον έλληνα αριστερό με όση αμερικανιά διαπαιδαγώγησε και τον έλληνα δεξιό.

Ο μοντέρνος Έλλην αριστερός δεν έχει πρόβλημα με το ΝΑΤΟ και το μπαμπούλα των λαών. Τους τραπεζίτες τους παίζει στα δάχτυλα. Με ντρίπλες λάιφ στάιλ διαπραγματεύεται με τον γερμανό καπιταλιστή και με Τεξανή προφορά μαντάρει ερωτισμό σε χαροκαμένες αγάμητες αγγλίδες που κάνουν πικάντικα τα στεγνά τους ρεπορτάζ.

Η γενιά μου που είναι στα πράγματα, μεγάλωσε με σουπερ ήρωες. Κι ο λαός θέλει σούπερ ήρωες για να τον προστατέψουν απ’ τους κακούς.