Και ο μεγαλοδύναμος δημιούργησε τις μπανιέρες

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

odi

Γυναίκες εξωτικές και καλοθρεμμένες. Απλησίαστες και σκοτεινές. Οδαλίσκες φασματικές της αναγέννησης. Βγαλμένες απ’ τα κάτεργα των διαφημιστών. Με τους μπρούτζινους κόρφους και τον ωμό ερωτισμό, ερεθίζοντας ανυποψίαστους διαβολάκους, με τα στρογγυλά φοβισμένα μάτια του λαγού. Αντράκια που η σεξουαλική πείνα μεταμόρφωσε σε λαγωνικά έτοιμα να χώσουν τη μουσούδα τους σε καυτά ψηφιακά μουνάκια απ’ την Αργεντινή, το Μεξικό, τη Μαλαισία, το Σουδάν. Μιαν επιδημία του σεξ εις άπταιστα αγκομαχητά, γαρνιρισμένα με διαφημίσεις, ως υπόκρουση στο διαβολικό στρίγκλισμα της εξουσίας που θέλει και τα μυαλά και τα κορμιά. Εκεί που οι θόρυβοι της ερωτικής κολάσεως φτάνουν ως χασμωδίες στα ξεκούρδιστα αυτιά. Εκεί που η αγριότητα και η βία κρατούν το χέρι του βλαμμένου παιδιού που ορφάνεψε από ζωτική ορμή. Εκεί που ο χαρούμενος είναι αγχωμένος και ο ευτυχισμένος κάνει εμετό. Γιατί η χαρά και η ευτυχία είναι καταπλακωμένα συναισθήματα από λεφτά. Αγοράζονται και πουλιούνται. Μες το θυμό κοιμούνται και μες τον εφιάλτη ξυπνούν. Σαν άγρια ζώα με το δασύτριχο δέρμα τους και το ανίερο λαίμαργο στομάχι. Με μια καρδιά τρελού που φουσκώνει για φιλί και τρυφερότητα αλλά ξεπέφτει στην τηλεθέαση. Στη συνήθεια. Στον αμοραλισμό. Στα χούγια των άλλων. Εξόριστος απ’ τον αληθινό καυλωμένο λόγο των ποιητών, των πειρατών, των παλαβών, των βοσκών που χαίρονται την μαλακία και την μυρουδιά της βροχής. Όλων αυτών που ταΐζουν κομμάτια ήλιο το αποστεωμένο σκυλί του πολιτισμού. Χυμούς και χιούμορ. Όχι ντροπές και επιμήκυνση πέους και επιμήκυνση καλοζωίας. Και μνημόνια και γερμανικά μπιμπερό. Και ολλανδικούς δονητές και σκανδιναβικά κομπολόγια για την κλειτορίδα. Μόνο χυμούς και χιούμορ. Διότι το χιούμορ δεν κατέχει υποδεέστερη θέση απ’ ότι ο ερωτισμός και η οσία σεξουαλική εμμονή. Διότι η ερωτογραφία είναι μια πρώτης τάξεως ανταρσία που συνταιριάζει την τρυφερότητα με την χαρωπή ειρωνεία. Διότι μόνο στους μεγάλους καυλωμένους ερωτικούς συναντούμε σε κάθε σχεδόν λέξη τους αυτό το είδος του κλεισίματος του ματιού της χλευαστικής συνενοχής, που οι καλλιτέχνες και οι θεοπάλαβοι ποιητές απευθύνουν μεγαλειωδώς στον έξω κόσμο.