Πατριωτικόν ποίημα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

poihma

Θα σου πάρω γλυκιά μου μια βάρκα
τον ελεύθερο στίχο να πηγαίνουμε τσάρκα.
Έργον πατριωτικό στην οθόνη
με λεφτά και φουσάτα
φορτωμένα στο γαϊδούρι του Σάντσο.
Τα χαράματα γυμνοί Θα ξυπνάμε
όχι τρέχοντας για να πάμε στο μήτινγκ
αλλά να γαμιόμαστε μύτη με μύτη.
Θα φεύγει η σελήνη της νύχτας
κι η Πυθία θα βόσκει κοπάδια
στων Δελφών την ολόμαυρη ράχη.
Τα προβατάκια θ’ ακούν με προσοχή τους χρησμούς
κι οι βασιλιάδες θα γλύφουν το χρυσό απ’ τις πέτρες
μα, γυμνοί στη δουλειά μας εμείς, στο γαμήσι
στουπί στο υπερκόσμιο άγριο μεθύσι.
Με σύκα ξερά και ψωμί κριθαρένιο
τα κορμάκια θα ταΐζουμε που δεν πήγαν στο Γαίηλ
για να μάθουν να φτιάχνουν από αίμα κοκτέιλ.
Αχ, πως χοχλάζει η καύλα μονάχα
και πως κόβεις σωστά μια ντομάτα
στο βαθύσκιωτο αυτό κουζινάκι.
Κι ας τους γόηδες, τους βαρβάτους ατσίδες
στις Βρυξέλες να χύνουν με πάθος
μπροστά στα μαρκούτσια των Ούννων
τα βρακιά κατεβάζοντας
δείχνοντας των ελλήνων το ένδοξο βάθος.
Τα πτυχία, τα βραβεία, τα βιογραφικά τα γαμάτα.
Της ωραίας Ελλάδος μας τα υπερήλικα νιάτα.
Αχ, αψηλάφητο αδυσώπητο χάος
οι φαλλοί, τα αιδοία μας, τα κορμιά μας
μια συκιά στα ερείπια η πατρίδα μας
τα γλυκομίλητα κορίτσια που μας φέρνουν τις λέξεις στο πιάτο.
Αχ, ιδρωμένοι τον Αύγουστο.
Δια παντός θεϊκοί στο ταψάκι της άμμου.
Πριν μας σπείρουν της αγίας φθοράς τα χεράκια
στα υγρά μουχλιασμένα φρεάτια
στα χωράφια
στους λάκκους.