Βουκολικόν Ιντρερμέδιον

POP ASS-6

Οι κριτικοί δεν με συμπαθούν
και οι ομότεχνοι μ’ έχουν στη μπούκα
και οι εκδότες επίσης
που κρυφογράφουν φανερά
και εμπορεύονται
την οχτάωρη εργασία πεθαμένων
ή μισοπεθαμένων
που έβγαλαν στον κώλο τους σπυρί
και στα δάχτυλα καντήλες
και όσων είχαν σκουλήκια στον κώλο τους
και όσων λάτρεψαν τον κώλο της έμπνευσης
και όσων
δεν έβγαλαν μια όσο ήταν ζωντανοί
και πέθαναν απαρηγόρητοι και μόνοι
στην ψάθα, περήφανοι όμως
και καυλωμένοι αφού,
ποιος έχει να πει για την ύπαρξή του
κάτι παραπάνω, παρά πως πέρασε
μες απ’ τη ζωή δυο τριών ανθρώπων
τόσο τρυφερά και με τόση οικειότητα
όσο ένας ποιητής!
Ω, διάολε
οι κριτικοί δεν με συμπαθούν
και οι ομότεχνοι μ’ έχουν στη μπούκα
και οι εκδότες επίσης…

Το σκοτεινό πιλοτήριο

skot

Τα μεγέθη κάνουν τη διαφορά. Η ποσότητα. Οι ιστορίες όσων δε γλίτωσαν το πλιάτσικο. Το λιώσιμο. Τον εκμηδενισμό κάθε ουσίας που θα μπορούσε να επιτρέψει πένθος και έλεος. Ο πολιτισμός έχει για τιμονιέρηδες δύστροπα παιδιά. Φιλόδοξα. Ανταγωνιστικά. Στα όρια της μνησικακίας, χωρίς πρακτικούς ενδοιασμούς. Η αποτυχία πλέον είναι ντροπή και η ντροπή ξεπλένεται με αίμα. Το τέκνο της δυτικής Κυριαρχίας όταν παθαίνει στραπάτσο ξεμπουκάρει απ’ τη ζωή με ηρωικό τρόπο. Με εκδίκηση. Με πόλεμο. Με θάνατο. Με εκτελέσεις αμάχων. Όταν οι γερμανοί έφευγαν ηττημένοι και πληγωμένοι απ’ τον πόλεμο έκαιγαν ότι έβρισκαν στο πέρασμά τους. Όταν οι μεγαλοχρηματιστές παθαίνουν κατάθλιψη γαμάνε μιαν ολόκληρη τράπεζα κι όταν οι διεστραμμένοι ηγέτες βλέπουν το τέλος τους γαμάνε έναν ολόκληρο λαό. Τα μεγέθη αλλάζουν. Και είναι νόμος εδώ, πως, αν ο τιμονιέρης τα πάρει στο κρανίο θα μας μαζεύουν απ’ το γκρεμό με τα κουταλάκια. Θα μας βάζουν σε σακούλες σκουπιδιών για να μας πετάξουν στον καιάδα της λήθης. Για να βρει ξανά το ρυθμό του το χάος. Αίθουσες αναμονής με ταξιδιώτες που κάθονται στριμωγμένοι ανάμεσα σε αποσκευές διαβάζοντας με κατάνυξη τους διεθνείς πίνακες δρομολογίων σαν υμνολόγια με τις κονκορντάντσες και τις ανταποκρίσεις τους. Τα τεράστια ταμπλό που κρέμονται στους τοίχους σαν ποιμαντορικές επιστολές, άνθρωποι που συμβουλεύονται ταρίφες για την έκπτωση τιμών και τις φτηνές πτήσεις στις ειδικές διαδρομές με το αεροπλάνο πολυτελείας του Σατανά. Φτηνές πτήσεις, φτηνά ξενοδοχεία, φτηνό φαγητό, φτηνό χειρουργείο, φτηνό σχολείο, φτηνά τσιγάρα, φτηνή διασκέδαση, φτηνή ζωή. Μια φτηνή προσομοίωση με τον πλούτο. Μπορούμε κι εμείς οι μικροαστοί να ταξιδεύουμε, να τρώμε, να διασκεδάζουμε, να κάνουμε όργια αλλά φτηνά. Με φτηνό εισιτήριο και φτηνό πιλότο, που επειδή δε μπορεί να εκδικηθεί το μεγάλο του αφεντικό, τον Κύριο καπιταλιστή, για τη φτήνια του και τη φτήνια μας, εκδικείται τους φτηνούς. Το σόι του, τους φίλους του, τους μικροαστούς αδερφούς του που παρακολουθούν νυχθημερόν τις εκπτώσεις του Κυρίου για να περάσουν καλά. Γιατί αν δεν έχεις λεφτά δεν περνάς καλά. Αν δεν κυνηγάς τις εκπτώσεις θα έχεις πάντα λίγα. Και τα λίγα είναι ντροπή. Αποτυχία. Σ’ ένα κόσμο έξω απ’ τα ανθρώπινα μεγέθη και τις ανθρώπινες ανάγκες ο πόνος ακούγεται ψεύτικος, κάλπικος. Φτηνές πτήσεις λοιπόν που απευθύνονται στην αιωνιότητα ξεκινούν από εδώ την ώρα της θείας λειτουργίας του Αγίου Κέρδους και της Αγίας Υποκρισίας.

Ελλάς Ελλήνων ΟΥΚάδων

StevenArnoldQINet

Όταν ακούω για το DNA των Ελλήνων βγάζω σπυριά. Χοντρά σπυριά. Φλύκταινες. Όπως βγάζω σπυριά όταν ακούω για το DNA των Βουργουνδών ή των Μακεδόνων. Πίσω απ’ τις ηρωικές μαλακίες κάθε έθνους υπάρχει ως γνωστόν ένας ωκεανός αίματος και μιαν απέραντη χαβούζα με πτώματα. Κάθε πόλεμος που πέρασε και κάθε μνήμη που τον θυμίζει μου προκαλεί θανατερή θλίψη. Κάθε κωλομνημείο πόλεμου είναι μια αθεράπευτη αρρώστια που την κουβαλά στο κορμί του ο λαός. Ο λαός που στέλνει τα παιδιά του στα πεδία των μαχών και στις παρελάσεις μίσους. Ο λαός που μαθαίνει παπαγαλία την ιστορία και ζητάει απ’ το μεγαλοδύναμο κύριο καπιταλιστή προστασία, υποβρύχια, φράχτες, πυρηνικά και ανάπτυξη για να περνάει καλά. Ο λαός με τις νεκρόφιλες παραδόσεις του, που τον κολακεύουν οι μετρ της πολιτικής ορθότητας και οι ντόκτορες της ανακωχής του σφοδρού κοινωνικού πολέμου. Ο λαός που γλείφει τ’ αρχίδια της άρχουσας τάξης και περιμένει το καλοκαίρι για να ρουφήξει με όλη τη ραγιάδικη φιλοξενία του τις πεταμένες καπότες των πλούσιων δυτικοευρωπαίων γαμιάδων. Ο λαός που αγαπά αυτόν που τού φέρνει τα φράγκα. Ο λαός που δεν αφήνει παπά και πετραχήλι απροσκύνητο και καυλώνει ανυπερθέτως με το χοντρό παλούκι της ορθοδοξίας. Ο λαός που δέχεται αμάσητη κάθε εθνικιστική κορώνα και κάθε πατριωτική πουτανιά. Ο λαός που θέλει να φορολογηθούν οι πλούσιοι κι όχι να εξαφανιστούν. Ο λαός που ονομάζει τη φτώχια και την εξαθλίωση ανθρωπιστική κρίση γιατί έτσι του είπε το πουλάκι στο τουίτερ και ο κύριος καλοζωισμένος αριστερός της χοντρής πούτσας παρέα με τα κουνέλια της νέο-ορθόδοξης διανόησης. Ο λαός που μουντζώνει και φτύνει τα πρόσωπα αλλά όχι τις πολιτικές. Ο λαός που νιώθει ένα κρυφό φτερούγισμα στην ελληνική του καρδιά και μιαν ανατριχίλα στο ελληνικό του αίμα όταν ακούει τους μπρατσωμένους ΟΥΚάδες να ετοιμάζονται για να πάρουν την Πόλη. Την Αγιά Σοφιά. Όταν ακονίζουν τις βατραχανθρωπίσιες τους ψωλές για να γαμήσουν τα χανουμάκια. Ο λαός που, αφού έκανε τα παιδιά του σχιζοφρενικά τα βρίζει τώρα γιατί μαύρισαν τη μούρη του Παλαμά και γιατί κατούρησαν το πορτραίτο της Μπουμπουλίνας. Ο λαός που έκανε παντιέρα του την υποκρισία της εξουσίας και την αυθάδεια του ανήθικου πλούτου. Ο λαός που δεν τσούζεται απ’ τον καπιταλισμό αλλά απ’ τις μεταρρυθμίσεις. Ο λαός που έμαθε να αγαπάει τις αλυσίδες του. Ο λαός που δεν νιώθει πως το μπούλινγκ της εθνομαλακίας του και το αντριλίκι της δοξασμένης του φυλής ξεσπά στα κεφάλια των παιδιών του. Ο λαός που δεν νιώθει πως το πιο ακραίο μπούλινκγ είναι να στήνει κώλο στον κύριο βουλευτή για να του χαρίσει ένα τετράωρο εργασίας έναντι ευτελούς αμοιβής στα άλφα βήτα Βασιλόπουλος. Ο λαός που προχωρά αγέρωχα προς νέο συμβιβασμό και νέα συνθηκολόγηση με τον θεϊκό και αναλλοίωτο καπιταλισμό, τον μεγάλο κοσμοκράτορα και Κύριο της Μοίρας, τον αυτοδίκαιο δήμιο μιας ανθρωπότητας άρρωστης από αταραξία και δουλικό κομφορμισμό.

Τα σκυλιά καυλώνουν με εμβατήρια

dog

Μας πυρπολεί ο χρόνος εμάς τα σκυλάκια του,
μας καίει τις τρίχες, μας βάζει να τρώμε
ξερό ψωμί, να ψάχνουμε νόημα. Είναι
υπέροχα μελαγχολικός και μονομανής.
Πίνω λίγο καφέ και τρώω λίγο μπισκότο.
Ο χρόνος είναι το σύμβολο όλων των οιωνών
και όλων των προλήψεων, η αστεία απόδειξη
της θείας εντροπίας. Αιώνιος όσο κι ο φόβος.
Όσο και τα σημάδια απ’ το μαγιό στους ώμους.
Το γαλακτώδες βυζί σαν στάμπα αγνότητας
πάνω στο μαυρισμένο δέρμα. Τα πετάμενα
πλαστικά που σμιλεύει η άμμος, μάτια υγρά
σαν τη μελίγκρα που ρουφά το ρόδο
και σαν τα μάτια ελαφιού που ξεθάρρεψε
στο φρέσκο χιόνι και στο πρώτο φιλήδονο κορμί.
Ας υμνήσουν οι ουρανοί τη δόξα σου χρόνε
τούτη τη λυμφατική σφαίρα της αμφιβολίας
και της πλήξης. Την ανορθόδοξη γύμνια
απ’ τα σκέλια κοριτσιού που όλο μπρούμυτα
βυθίζεται στην πυρωμένη άμμο
και στο υπερκόσμιο κουκούλι της ηδονής.
Νύχτα θαμμένη στην κατσαρόλα της μαμάς
και στα ποιηματάκια τοίχου. Νύχτα κόκκινα
χείλη που περιμένουν φιλί, νύχτα μεγέθυνση
του χρόνου και του χώρου σμίκρυνση,
σε μετρώ και σε βρίσκω υγρή, ιδιότροπη,
με όλο το κοριτσίστικο αιματάκι των σπλάχνων σου
και τον κηφήνα θάνατο στην κερήθρα σου.
Σάρκα αποξεχασμένη, σπέρμα αγνό
μες τη φθορά και τους κιρσούς, τα κόπρανα,
τα ούρα, μες τις θερμοπηγές της Αιδηψού ταμένη
με τα λιπόσαρκα γκαρσόνια γύρω γύρω
να στολίζουν τη μαραμένη σου ομορφιά
και τις ρυτίδες. Χρόνε γκρίζα πεθαμένη ύλη,
συντρίμμι αεροπλάνου στο όρος Όθρυς,
πειραματόζωο, εκτόπλασμα, που όλο
στο νου μου φέρνεις θανατερά συμβάντα,
πόλεμο, στειρότητα, αναιμία, δυσκοιλιότητα,
βλεννόρροια, ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη,
μηνιγγίτιδα, γραφειοκρατία, εργατικό ατύχημα,
φουγάρα, εργοστάσια, κοπέλες με τρίχες
στα πόδια της ΧΑΝ, φανατικούς σκυλάδες,
σχολικές αίθουσες, την παναγία λιγωμένη
στο σαλονάκι του μπουρδέλου, τους θεραπευτές
του καρκίνου, τους χρηματιστές, το να ονειρεύεσαι
καλύτερες μέρες και να γίνεσαι λιώμα,
το να πεθαίνεις από λόξιγκα ή από κλύσμα.
Χρόνε εγώ ο αδέσποτος σκύλος σε παλεύω.
Με τις αδέσποτες σκύλες μου. Τις ποιήτριες.
Ω χρόνε, εμάς μας καυλώνουν τα εμβατήρια.
Στοίχισε εσύ τους θνητούς στις ουρές
κι άσε εμάς τα παλιόσκυλα να γαμιόμαστε.

Εγώ, ο λαπάς

Man_and_Bird19Apr1971

Το σκαρπίνι φορώ του ελάσσονος.
Διαβάζω χορικά των δανειστών,
αγγλικό δίκαιο, τον Έλιοτ για πάντα
στη μαύρη λάσπη. Πρακτικά συνεδρίων
ποιητών που καταλάγιασαν στη δίνη
των ρηχών ανταποδόσεων. Εγώ ειμί
η αλήθεια, η βορβορόφιλος χαρά,
η στενωπός τού κράτους των ηρώων.
Εγώ ειμί οι νόμοι κι οι θεσμοί. Τέκνο
γεωχαρές, Μήδειας, Μεσσαλίνας και
Βρουγχίλδης. Το εσώτατο πυρ της
συγκινήσεως διασαλεύοντας. Εγώ
ειμί ο λαπάς για το στομαχάκι τού
έθνους των εφήβων, ο ακονιστής
της διαρκούς σύγκορμης στύσης.
Τού μέσα και τού έξω ο δολοπλόκος.
Εγώ ειμί ο υπέρτατος κριτής των
ακατάσχετων εκκρίσεων. Εγώ ειμί
ο γλωσσοπλάστης της σχισμής,
ο ακαριαίος. Εγώ ειμί η αιμορραγία
τού κατευνασμού των σπλάχνων,
το προκαθήμενο αιματάκι στη σερβιέτα.
Ο ελάσσων ήλιος. Ο πιο σεσημασμένος
των μηδαμινών. Ο πιο οιδιπόδειος της
χαράς. Ο πιο υπονοούμενος της γύμνιας.

Το σχολείο έξω απ’ το σχολείο

Ashcroft600

Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο, εκεί όπου οι κοινότητες είναι πολλές κι όχι μία. Έξω απ’ τη θεσμική παιδαγωγική και τη θεσπισμένη διδακτική πράξη. Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο, ενάντια στην κανονιστική και οιδιπόδεια ακολουθία που εξωραΐζει τη συγκρουσιακή σχέση δασκάλου και μαθητή. Το σχολείο είναι στο δρόμο. Στη σύναψη των σχέσεων. Στα υλικά δίκτυα. Το σχολείο είναι έξω απ’ τα κτήρια που εκφράζουν τις οιδιπόδειες σχέσεις. Σχέσεις που συμβάλλουν στην υποτακτική πολιτική κουλτούρα, την εξέγερση ή τον θυμό, την επιθετικότητα και το δόλο, τον ανταγωνισμό και τη στέρηση. Το σχολείο βρίσκεται μακριά απ’ τους δασκάλους και το μαυροπίνακα, το θλιβερό τους καβούκι. Το σχολείο είναι έξω απ’ τα ντουβάρια. Έξω απ’ τις μυοσκελετικές ανωμαλίες της καθήλωσης επί συνεχούς εξαώρου σε στάση άκακου καθιστόζωου. Το σχολείο είναι έξω απ’ το στρατωνισμό της μοναδικής άποψης. Μακριά απ’ τους επαγγελματίες διευθυντές και τα μαντρόσκυλα της κρατικής εκπαίδευσης. Της ιδεολογίας που γίνεται κυρίαρχη μέρα με τη μέρα. Λεπτό με το λεπτό. Της ιδεολογίας που θέλει τους ανθρώπους ρομπότ. Της ιδεολογίας που θέλει τα σχολεία πρότυπα ή αλλιώς δεν τα θέλει καθόλου. Πρότυπα σχολεία για ανθρώπους πρότυπα. Αφού τα ρομπότ δεν πεινάνε, ούτε νιώθουν φόβο. Δεν ξεχνούν ποτέ τις διαταγές και αδιαφορούν αν πέφτει νεκρός ο διπλανός τους στη μάχη. Το σχολείο είναι εκεί που κάποιος περνάει καλά. Εκεί που διασκεδάζει. Εκεί που η χαρά έχει τον πρώτο λόγο. Γιατί, όταν η χαρά λείπει απ’ τη γνώση η γνώση στάζει δηλητήριο. Βερμπαλισμό, διδακτισμό και ακατάσχετη φλυαρία. Το σχολείο είναι έξω απ’ το σχολείο. Μακριά απ’ το δάσκαλο που μιλάει πολύ και ακούει λίγο και βαθμολογεί το βαθμό πρόσληψης της εξουσίας του απ’ τους υποτελείς και κουνάει το δάχτυλο αντί να το βάλει στο χοντρό του κώλο.

Σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας

Adam-and-Eve-Arme-Eva18-likes_2

Είμαστε μια παράξενη οικογένεια. Ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα. Σ’ αυτό τον κόσμο όπου τα πράγματα γίνονται από υποχρέωση ή από κομπορρημοσύνη εμάς μας αρέσουν οι ελεύθερες και άσκοπες ασχολίες. Οι ασήμαντες δουλειές. Δεν φοράμε φίμωτρα. Δεν έχουμε μεταξωτά βρακιά. Δεν είμαστε φτωχοί ή πλούσιοι. Φυλακισμένοι ή άρρωστοι, καλοί ή κακοί. Δεν είμαστε πρωτότυποι, δεν έχουμε τεχνολογία και μηχανές. Κυνηγάμε για να φάμε κι όχι για να σκοτώσουμε. Έχουμε τον τρόπο να κάνουμε τον ήλιο μαύρο και την νύχτα να φλέγεται. Είμαστε απλοϊκοί και άξεστοι. Οι πρόγονοί μας είναι ποτάμια, δέντρα, δάση, λιβάδια. Είμαστε σκόνη, ένα τίποτε. Όλα όσα φτιάχνουμε τα παίρνει ο άνεμος. Τα παιδιά μας έχουν πολλές μητέρες και πολλούς πατεράδες. Εδώ απ’ τους πόρους των αντρών ξεπηδούν γυναίκες και απ’ τον ιδρώτα των γυναικών άντρες. Όποιος πεθαίνει γεννιέται κι όποιος γεννιέται παθαίνει. Η καλή και η ανάποδη μπερδεύονται. Κανείς δεν κάνει κουμάντο κι ούτε ποιό είναι το πάνω και το κάτω ξέρουμε. Εδώ δεν υπάρχει ιεραρχία και τρέλα. Ο κόσμος είναι ακυβέρνητος και ο θεός είναι το σπέρμα μας. Δεν έχουμε καθεδρικούς ναούς με το λευκό Αδάμ και τη λευκή Εύα. Δεν έχουμε πάπα και παπάδες. Βατικανό και αρχιεπισκοπή και μπόκο χαράμ. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα που ζευγαρώσαμε με το ουράνιο τόξο και σκορπίσαμε πολύχρωμοι στον ορίζοντα. Γιατί ακόμα κι οι πιο λευκοί απ’ τους λευκούς είναι δικά μας παιδιά. Κι ας αρνούνται να θυμούνται την κοινή μας καταγωγή, γιατί ο ρατσισμός προκαλεί αμνησία, κι ας αρνούνται την ελευθερία για τα κλουβιά, γιατί η συνήθεια προκαλεί δούλους. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα που τα λευκά μας παιδιά μας έβαψαν λευκούς και μας έκαναν εχθρούς. Και οι καρποί της χαράς έγιναν απαγορευμένοι. Και επινόησαν την αιώνια ψησταριά της κόλασης οι Άγιοι και οι θεολόγοι. Τα διεστραμμένα μας παιδιά έφτιαξαν ένα τέρας που μυρίζει θειάφι και κρατάει τρίαινα κι έχει ουρά, κέρατα, νύχια και οπλές ζώου, πόδια κατσίκας και φτερά δράκου. Τα διεστραμμένα μας παιδιά για να διορθώσουν την πίστη χρησιμοποίησαν κολάρο με καρφιά, σιδερένια φίμωτρα, πυρακτωμένες τανάλιες, πριόνια που σ’ έκοβαν στα δυο αργά, εκκρεμές που έσπαγε κόκαλα, πυρωμένη βελόνα που τρυπούσε τις κρεατοελιές του διαβόλου, μαστίγια με γάντζους και λεπίδες, τανάλιες που έσφιγγαν τα βυζιά των γυναικών, φωτιά στα πέλματα, φάλαγγα, σιδερένια νύχια που έγδερναν τη σάρκα, φυσερό για το στόμα των αιρετικών και τον κώλο των πούστηδων και το μουνί των γυναικών που είχαν εραστή το Σατανά. Είμαστε ο μαύρος Αδάμ και η μαύρη Εύα και ξέρουμε πως το πεπρωμένο μας κάνει κομμάτια, σαν να είμαστε από γυαλί, κι αυτά τα κομμάτια δεν ξανασμίγουν ποτέ.