Σημειώσεις στον κόρφο της

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

vario-35

Δεν μου αρέσουν οι μάντρες, τα φρούρια, τα παλάτια, τα μνημεία, οι φυλακές, οι εκκλησίες, τα μουσεία, τα δημόσια αγάλματα των σπουδαίων νεκρών. Δε μου αρέσουν οι πολεμιστές, οι φύλακες, οι ιερείς, οι στρατώνες, η ιεραρχία. Δε μου αρέσει ό,τι συμβολίζει το φόβο μας για τη ζωή. Κι όλες οι δομές είναι χτισμένες πάνω στο φόβο. Ο φόβος φυλάει τα έρμα κι ο φόβος τρώει τα σωθικά. Με φόβο θα ποτίσει η μανούλα το βλαστάρι της, όχι τόσο για να το προφυλάξει απ’ τα ατυχήματα και τους κακούς, αλλά για να το μυήσει στην εξάρτηση. Γιατί ο φόβος είναι πρωτίστως εξάρτηση. Σε φοβίζω για να σε ελέγχω συναισθηματικά. Απ’ την αραχνοφοβία μέχρι τη γαμησοφοβία ένα μικρό αγαθό τερατάκι κρύβεται από πίσω. Ένας προστάτης που διαιωνίζει την εξουσία του σπέρνοντας φόβους. Η μαμά, ο μπαμπάς, ο δάσκαλος, ο λοχίας, ο σύζυγος, μια στρατιά νταβατζήδων, σαν έτοιμοι και πρόθυμοι από καιρό να σου χώσουν το παλούκι του φόβου στον τρυφερό σου κώλο. Να σε μυήσουν σε μια χυδαία συνθήκη που σε βγάζει έξω απ’ τον κύκλο της ζωής. Να γίνεις υπάκουος και πειθήνιος. Να ακούς τους ανωτέρους, τους μεγαλύτερους, τους σοφούς. Να πνίξεις τη δική σου αισχρή φύση που αμφισβητεί και αμφιβάλει. Που γράφει στ’ αρχίδια της το μέσο όρο και το μέσο πολίτη και το μέσο τακτοποιημένο κενό. Σε μαθαίνω να μισείς τον άλλον και το διαφορετικό, να γλείφεις το αίμα απ’ τις σελίδες της ιστορίας με τους αλλόθρησκους μιαρούς σκύλους κι έπειτα σου παραδίδω μαθήματα αγάπης και χρηστομάθειας. Μιας αγάπης πλαστής, προγραμματικής, που η γραφειοκρατία όλων των θρησκειών την έχει στα συντάγματά της για ξεκάρφωμα. Η αγάπη δεν είναι το αντίθετο του μίσους περισσότερο απ’ ότι ο θάνατος είναι το αντίθετο της ζωής. Η βαθιά φτώχεια των ανθρώπων του μισαλλόδοξου πολιτισμού μας είναι η φτώχεια της εσωτερικής ζωής. Οι μπλεγμένες ζωές με τα καλώδια του ανταγωνισμού. Ο σοφός που σου κουνάει το δάχτυλο κι ο γείτονας που σου βγάζει το μάτι με το νυστέρι της υποκρισίας. Εδώ σ’ αυτό το βασίλειο των ανταγωνισμών και των καταναγκασμών βασιλεύει η κοινωνική ειρήνη. Δηλαδή η παύση των εχθροτήτων, η ανακωχή, η ανάπαυλα, το αποκοίμισμα. Μια ειρήνη-διάλειμμα, μεταξύ των μεγάλων κακών. Των πολέμων δηλαδή με σπαθιά, πυρηνικά όπλα και πανέξυπνες βόμβες. Μια ειρήνη που προετοιμάζει το νέο κακό αφού ανακατεύει την πίσσα όλων των ένδοξων σφαγών του παρελθόντος. Δεν αρχίζει να ζει ο άνθρωπος θριαμβεύοντας πάνω στον εχθρό του, ούτε αρχίζει να αποχτά υγεία κάνοντας θεραπείες και διαλογισμό. Η χαρά της ζωής είναι κοντά στη Φύση κι όχι στη φυσιολατρία. Κοντά στο γαμήσι κι όχι κοντά στη στέρηση και τους φόβους και την αναπαραγωγή έξυπνων, μορφωμένων και πιστών δούλων. Οι αρρώστιες μας είναι όλα εκείνα που μας δεσμεύουν. Ιδανικά, πίστη, ελπίδα και άλλες περισπούδαστες αρλούμπες κρατούν το χέρι τού ετοιμοθάνατου νοικοκύρη. Γιατί η ζωή θέλει εραστή κι όχι νοικοκύρη. Και πρέπει να είσαι έτοιμος να φτάσεις στο τέλος. Να γίνεις στάχτη στα μάτια της. Να της βουρτσίσεις τα δόντια και να της κόψεις τα νύχια. Να φας τις μύξες της και να πιείς τον αφρό της. Να την παντρευτείς χωρίς προφυλάξεις, ολόκληρη. Και χωρίς υπουργείο άμυνας και χωρίς αρχιεπισκοπή και χωρίς χυδαιότατη υποκρισία αλλά βαθύτατο ερωτισμό. Καύλα.