Τα σκυλιά καυλώνουν με εμβατήρια

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

dog

Μας πυρπολεί ο χρόνος εμάς τα σκυλάκια του,
μας καίει τις τρίχες, μας βάζει να τρώμε
ξερό ψωμί, να ψάχνουμε νόημα. Είναι
υπέροχα μελαγχολικός και μονομανής.
Πίνω λίγο καφέ και τρώω λίγο μπισκότο.
Ο χρόνος είναι το σύμβολο όλων των οιωνών
και όλων των προλήψεων, η αστεία απόδειξη
της θείας εντροπίας. Αιώνιος όσο κι ο φόβος.
Όσο και τα σημάδια απ’ το μαγιό στους ώμους.
Το γαλακτώδες βυζί σαν στάμπα αγνότητας
πάνω στο μαυρισμένο δέρμα. Τα πετάμενα
πλαστικά που σμιλεύει η άμμος, μάτια υγρά
σαν τη μελίγκρα που ρουφά το ρόδο
και σαν τα μάτια ελαφιού που ξεθάρρεψε
στο φρέσκο χιόνι και στο πρώτο φιλήδονο κορμί.
Ας υμνήσουν οι ουρανοί τη δόξα σου χρόνε
τούτη τη λυμφατική σφαίρα της αμφιβολίας
και της πλήξης. Την ανορθόδοξη γύμνια
απ’ τα σκέλια κοριτσιού που όλο μπρούμυτα
βυθίζεται στην πυρωμένη άμμο
και στο υπερκόσμιο κουκούλι της ηδονής.
Νύχτα θαμμένη στην κατσαρόλα της μαμάς
και στα ποιηματάκια τοίχου. Νύχτα κόκκινα
χείλη που περιμένουν φιλί, νύχτα μεγέθυνση
του χρόνου και του χώρου σμίκρυνση,
σε μετρώ και σε βρίσκω υγρή, ιδιότροπη,
με όλο το κοριτσίστικο αιματάκι των σπλάχνων σου
και τον κηφήνα θάνατο στην κερήθρα σου.
Σάρκα αποξεχασμένη, σπέρμα αγνό
μες τη φθορά και τους κιρσούς, τα κόπρανα,
τα ούρα, μες τις θερμοπηγές της Αιδηψού ταμένη
με τα λιπόσαρκα γκαρσόνια γύρω γύρω
να στολίζουν τη μαραμένη σου ομορφιά
και τις ρυτίδες. Χρόνε γκρίζα πεθαμένη ύλη,
συντρίμμι αεροπλάνου στο όρος Όθρυς,
πειραματόζωο, εκτόπλασμα, που όλο
στο νου μου φέρνεις θανατερά συμβάντα,
πόλεμο, στειρότητα, αναιμία, δυσκοιλιότητα,
βλεννόρροια, ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη,
μηνιγγίτιδα, γραφειοκρατία, εργατικό ατύχημα,
φουγάρα, εργοστάσια, κοπέλες με τρίχες
στα πόδια της ΧΑΝ, φανατικούς σκυλάδες,
σχολικές αίθουσες, την παναγία λιγωμένη
στο σαλονάκι του μπουρδέλου, τους θεραπευτές
του καρκίνου, τους χρηματιστές, το να ονειρεύεσαι
καλύτερες μέρες και να γίνεσαι λιώμα,
το να πεθαίνεις από λόξιγκα ή από κλύσμα.
Χρόνε εγώ ο αδέσποτος σκύλος σε παλεύω.
Με τις αδέσποτες σκύλες μου. Τις ποιήτριες.
Ω χρόνε, εμάς μας καυλώνουν τα εμβατήρια.
Στοίχισε εσύ τους θνητούς στις ουρές
κι άσε εμάς τα παλιόσκυλα να γαμιόμαστε.