Μεγαλοβδόμαδο

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

stratos-kalafaths

Ανεβήκαμε στην Αθήνα μ’ ένα παλαιότατο στέισον βάγκον. Οδηγούσε ο Ήβος. Θα διαβάζαμε ποιήματα στη φιλολογική λέσχη Παρνασσός. Στο δρόμο σταματήσαμε στον Ισθμό. Ανάψαμε τσιγάρο και ρίξαμε πέτρα απ’ τη γέφυρα στο χαντάκι. Φτάσαμε στη Αθήνα μεσημέρι. Κατηφορίζοντας στην 3ης Σεπτεμβρίου στρίψαμε στη Βερανζέρου και χωθήκαμε σ’ ένα οβελιστήριο του παλιού καιρού με το καμένο λίπος και τους υδρατμούς να’ χουν κάνει στα τζάμια ψυχεδελικά σχέδια. Στον τοίχο είχε σε περίοπτη θέση κρεμασμένη τη φωτογραφία ενός τύπου που έμοιαζε με διοικητή χωροφυλακής κι ένα ημερολόγιο με θερμόμετρο. Ο Ήβος μου έδειξε με τα μάτια ένα γέρο απέναντι που έξυνε τ’ αρχίδια του με μανία. Πάνω απ’ το κεφάλι του η τηλεόραση έδειχνε τον πατριάρχη Ιεροσολύμων να πλένει τα πόδια ενός παπά σε μια λεκάνη. Ο γέρος μας είδε που τον καρφώναμε κι ήρθε κάθισε δίπλα μας. Χαμογελάσαμε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια. «Σημαδεύω γλόμπους» μας είπε, «όταν τους σπάσω όλους θα πέσω να κοιμηθώ». Του είπαμε ένα ανέκδοτο που ακούσαμε στο ραδιόφωνο, τον κεράσαμε και φύγαμε. «Αυτός είναι ποιητής» λέω στον Ήβο φεύγοντας. «Παλαβός είναι» μου λέει.

Στην είσοδο του Παρνασσού μας περίμενε η κυρία Τασούλα Καραπάνου φιλόλογος και εκδότρια του περιοδικού Ασφόδελος. Μας είπε, θα διαβάστε το πολύ τρία ποιήματα ανέκδοτα και όχι πάνω από μια σελίδα άλφα τέσσερα. Ο Ήβος μου ψιθύρισε, «καλά ρε μαλάκα κάναμε εξακόσια χιλιόμετρα για τρία ποιήματα;». Καθίσαμε στην τρίτη σειρά εκεί που τέλειωνε το πλήθος. Οι ακροατές διάβασαν σχεδόν όλοι. Μια κοπελίτσα με ψιλή φωνή διάβαζε τα βιογραφικά των ποιητών. Φορούσε ένα κόκκινο παντελόνι και περπατούσε σα χήνα. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ένας παππούς κι άνοιξε το παράθυρο. Τον κοιτάξαμε όλοι απότομα κι αυτός με στεντόρεια φωνή γύρισε και είπε, «μυρίζει ξινίλα διάολε».

Μετά κάνα τέταρτο άνοιξαν οι πόρτες και μπήκε στην αίθουσα υποβασταζόμενος από δυο κυρίες ένας παπούκας που είχε στο λάρυγγα ένα μηχανάκι. Τον προσφώνησαν ως επίτιμο. Χρύσανθος Καμχής, πρέσβης επί τιμή. Πατούσε το κουμπί και απήγγειλε σαν μέσα σε ντεπόζιτο. Μου θύμισε έναν ανάπηρο στην Αγία Ελεούσα που πουλάει λαμπάδες. Μετά σηκώθηκε έβγαλε έναν αναστεναγμό κι έφυγε απ’ την ίδια πόρτα. Σα να’ λεγε «άντε καλή αντάμωση στα θυμαράκια».

Ήρθε η σειρά μου. Η κυρία Τασούλα έκανε ειδική μνεία μιας κι ερχόμασταν απ’ την επαρχία ζητώντας απ’ τους παρευρισκόμενους να γίνει για μας μιαν εξαίρεση και να διαβάσουμε τέσσερα ποιήματα. Το πλήθος συναίνεσε με μιαν ελαφριά κλίση του κεφαλιού αλλά πετάχτηκε ο κύριος με το παπιγιόν λέγοντας «όχι, όχι τρία όπως και μείς, τι πάει να πει ήρθαν απ’ την επαρχία, κι εγώ απόδημος Έλλην είμαι». Ο κύριος κάθισε πάλι στη θέση του κι άρχισα τότε να διαβάζω τα τρία μου. Το δεύτερο ποίημα ελέγετο λαμπάδες για τάματα. Φάνηκε πως ο τίτλος ενθουσίασε το ακροατήριο. Άρχισα να διαβάζω.

Αλίμονο, θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα χαίρονται τον έρωτα
και θα προσεύχονται μονάχα στα βυζιά και το φαλλό.
Οι κακογαμημένοι θα κλειστούν στα μοναστήρια τους
και θα τη βρίσκουν με νηστεία κι αυνανισμό.

Αλίμονο θα’ ρθει καιρός, που
οι άνθρωποι θα νιώσουνε βαθειά, πως
το μέγα θαύμα της ζωής
το ιερό αιδοίον το γεννά.

Τόποι λατρείας θα’ ναι τα κορμιά
και οι πιστοί για τάματα
θ’ αφήνουνε καυλιά
στο εικονοστάσι πάνω εκεί
στων γυναικών τα σκέλια τα γλυπτά
εκεί, που κατοικεί
η πάναγνη αγία ηδονή.

Πριν τελειώσω το διάβασμα καλά καλά μια κυρία που μισοκοιμότανε λίγο πριν πετάχτηκε σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. «Ντροπή σας κύριε, μεγαλοβδόμαδο, ντροπή σας κι είστε κι από επαρχία».