Εφτά λογάκια για τον Καλό Λύκο

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

ΚΑΛΟΣ ΛΥΚΟΣ

Αφιερωμένο στους ανθρώπους που με αγκάλιασαν και τους αγκάλιασα στη Βραδιά παρουσίασης του Καλού Λύκου στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη στα μακρινά Εξάρχεια

1
Ισχυρίζομαι πως ο Καλός Λύκος είμαι εγώ. Όταν έχεις προσχωρήσει από μικρός στην τέχνη της δημιουργικής καταστροφής όλων των βεβαιοτήτων που σε φόρτωσε η ανθρώπινη μανία, για να σε κάνει εξουσιαστή ή εξουσιαζόμενο ή και τα δυο μαζί, ε, τότε αρχίζεις τις μεταμορφώσεις. Και συνήθως μεταμορφώνεσαι σ’ αυτό που είσαι. Ένας Λύκος που δεν έχει ρίξει ούτε μια δαγκωνιά σ’ ένα αρνί.

2
Η αθωότητα είναι αποτέλεσμα μέθης με αυτό που αποκαλούμε ζωή. Αν δε χαρείς τη ζωή και το παιχνίδι δεν μπορείς να είσαι αθώος. Δεν μπορείς να αγκαλιάσεις σωστά. Να γαμήσεις σωστά. Να κάνεις φίλους και παιδιά αλλά και σπουδαίους εχθρούς που θα βλέπουν πάντα την αθωότητά σου σαν κουσούρι. Γιατί η αθωότητα είναι κουσούρι σ’ έναν κόσμο απαγορεύσεων και φανατισμών. Ο φανατικός σε θέλει και σένα φανατικό. Αλλιώς θα σε λιώσει. Ο θρησκόληπτος μικροαστός θα σε πει πορνογράφο για να σε πετάξει στο περιθώριο. Κι ο λιανισμένος φιλελεύθερος θα σε βάλει στο περιθώριο για να μη του ξυπνήσεις τα παιδιά.

3
Κι όταν όλη την αγοραία γλωσσική ύλη τη στοιχίσεις μέσα στο ποίημα τα κοκοράκια της κριτικής παθαίνουν γλωσσικές κράμπες. Μιαν ύποπτη αμηχανία βρίσκει περίπλοκες αναλογίες και διαφορές μ’ αυτό που δεν είσαι. Και θέλει να σε ταξινομήσει και να σου κάνει περιτομή. Και θέλει όλο το στρατευμένο οργασμό υπέρ της ζωής να τον κάνει χάπι για τις αιμορροΐδες των σελίδων κριτικής βιβλιοπολτού. Να τον κάνει εξυπνάδα για κοράκια που αυτοσαρκάζονται μαδώντας σάρκες και κουφάρια λογοτεχνικά.

4
Ο Καλός Λύκος είναι η αγωνία ενός λαού να προσδιοριστεί μέσα από κοκαλάκια προγόνων και προσευχές αλλά και ποίηση σκληρή και αληθινή. Ενός λαού που φαίνεται πολλές φορές να μην αντέχει την ομορφιά και να τραβάει δυνατές μαχαιριές για να του φέρει ο πόνος όσα του στέρησε η χαρά που βίωσε με λάθος τρόπο. Και ο λάθος τρόπος είναι ο τρόπος της εξουσίας και του μαντριού. Ο τρόπος ενός κράτους όχι των ανθρώπων και του έρωτά τους για τον άνθρωπο, αλλά ενός κράτους των συνταγών μαγειρικής εργατικής δύναμης για να βγάλει λεφτά ο γνωστός φαρισαίος.

5
Γράφω για μια Σούλα που εισβάλει πάντα εκεί όπου εμείς διαβάζουμε ποιήματα, για να απαγγείλει τον δικό της Καβάφη και το δικό της παιδικό λεύκωμα που το κατάπιε ο υπόνομος της πρωτευούσης των ανταγωνισμών και της πρωτευούσης των χεσμένων πεζοδρομίων από σκύλους με λαιμαριά. Από σκύλους αιχμάλωτους της απόγνωσης. Της μοναξιάς με μπετό και χριστιανοχουντικό κυνισμό. Ω! άπλυτη Σούλα, η μυρουδιά σου αθωώνει όλη την πλυμένη μας βρωμιά, όλο τον οίστρο του πολιτισμού της πανούκλας που μας θρέφει. Άστεγη Σούλα παλεύουν για σένα πολλοί. Μαχαιρώνονται για σένα πολλοί. Αυτοκτονούν για σένα πολλοί. Κι εγώ ο ακαθοδήγητος χαφιές των ηδονών τόσων και τόσων, εγκαταλείπω τον εαυτό μου για να σε συναντήσω. Να σου προσφέρω εκείνο το μπλε παγωτό που ζήτησες. Με γεύση τσιχλόφουσκας. Με γεύση ένδοξης παιδικής ύλης που κουβαλάς στις πλαστικές σου σακούλες. Μαζί με ψωμάκι ξερό, κερατιάτικα κεσεδάκια από βλοσυρό συσσίτιο, κόλες άλφα τέσσερα και μπικ στυλό για να μου γράψεις όλα τα ερωτικά γράμματα που άφησαν στη μέση οι δολοφονημένοι ποιητές.

6
Όσοι με νιώθουν καταλαβαίνουν πώς βγαίνει ζουμάκι απ’ τα γραπτά. Καταλαβαίνουν πως όταν η γεώτρηση του ποιητικού οίστρου πέφτει πάνω στο γρανίτη της αλήθειας ο μάστορας ξεσπά με χριστοπαναγίες. Κι ίσως αυτό είναι το συμπλήρωμα της ποιητικής πράξης. Εν πλήρη αθωότητι αισχρός να εισχωρείς μες το κορμάκι του άλλου. Μες το μυαλό του αδερφού σου άνευ όρων. Μες της πατρίδας σου το υγρό μουνί.

7
Ο Καλός Λύκος δεν γράφει ποιήματα με το χέρι του θεού αλλά με τα αρχίδια του διαβόλου. Όχι άλλη ήττα αδέρφια! Όχι άλλη κλαψομουνίαση για να μας συμπονέσει η Κυρία Κατεστημένου και να μας φορέσει το φερετζέ της παρηγοριάς και την τήβεννο της πλαδαρής ματαιοδοξίας.

————–

Θερμές ευχαριστίες στους συνδαιτυμόνες Γιάννη Ζελιαναίο, Βασίλη Λαλιώτη, Θέκλα Τσελεπή, Βαγγέλη Ραπτόπουλο και Δημήτρη Πουλικάκο