Παραλιακόν

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

paral

Θέρισέ με θέρος θεριό, μαλλιά
μπλεγμένα της αλμύρας, μια φέτα
ψωμί και κασέρι δίπλα της κι ας
μην αναπνέω, να εισπνέω μονάχα
αντηλιακό του βρεγμένου δέρματος
χρυσάφι, ήλιο στο τενεκεδάκι μου
χρυσό φλουρί, λίγο ξέφωτο λευκό
του Χειμώνα απ’ το μαγιό απ’ τις
κόκκινες γραμμές του κρυφού της
κόσμου, φλεβίτσες καλώδια που
φτάνουν στην καρδιά και τις ρόγες
που φτάνουν στα χείλη που με
παγίδευσαν. Και δεν έχω πατρίδα
μανούλα, μονάχα καύλες εν μέσω
θέρους, εν μέσω αυτής, εν μέσω
τελετής υγρών. Ο πάντα τρυφερός
κι ανήσυχος εγώ, ο πάντα δαιμονισμένος
από λάσπη και νερό και γύρη και χνώτο
αυτής που απόθεσε το κορμί της στο
ταψάκι της άμμου, να το γευτούν, να το
γλείψουν διψασμένες αλαφροΐσκιωτες
σφήκες.