Λαϊκή απογευματινή

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Bill-Clinton

Έβλεπα εκείνο το όνειρο με τον αιχμάλωτο λαό. Ως λάτρης των ορισμών και των αναπάντεχων νοημάτων παρεμβαίνω πάντα στα όνειρά μου με άκρως καταλυτικό τρόπο. Σκηνοθετώ την παραμονή του θανάτου του λαού. Ο λαός έχει δικαστεί ως κακούργος. Κοροϊδεύει τους ιερείς που τον ενοχλούν, τους φρενολόγους και τους ανατόμους που τον περιεργάζονται και ομολογεί πως νιώθει μικρές κρίσεις μελαγχολίας. Είδα πως ο λαός απέδρασε απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που ονομάζονται έθνη. Από εκεί που ήταν αναγκασμένος να υπακούει σε νόμους για τους οποίους δεν έδωσε ποτέ τη συναίνεσή του και πλήρωνε υπέρογκους φόρους για τη συντήρηση των φυλακών μέσα στις οποίες ήταν κλεισμένος. Ο λαός κατάλαβε πως η πραγματική αρετή, η αληθινά άξια σεβασμού, οδηγεί πάντα στη φτώχεια. Κι όχι βέβαια οι κάλπικες αρετές και οι φιλανθρωπίες που δεν είναι παρά χαμαιλεοντισμός επιρρεπής σε κάθε βρωμιά με την οποία ανοίγει ο δρόμος προς τα πλούτη. Ο λαός πέταξε τις αρετές στα σκουπίδια και απελευθερώθηκε. Πέταξε το παρελθόν των προγόνων του που ήταν γεμάτο ψείρες και όλεθρο και σηψαιμία στις μεγάλες πορείες προς τη βαρβαρότητα. Ο λαός δεν θα ξαναγινόταν πια ο γενναίος στρατιώτης που σκεπάζεται με κουβέρτες μολυσμένες από ανεμοβλογιά. Σκέφτομαι πολλές φορές ότι στην πλύση εγκεφάλου μπορείς να αντισταθείς μόνο με πλύση εγκεφάλου. Γι’ αυτό λοιπόν σκηνοθετώ τα όνειρά μου. Ζωντανός και ξύπνιος πάντα. Και το γράψιμο είναι αυτή η σκηνοθεσία των ονείρων. Είναι η αγωνιώδης προσπάθειά μας να αποκτήσουμε συνείδηση όσων δεν γνωρίζουμε ότι τα γνωρίζουμε σε αντίθεση με τη λειτουργία της χριστιανικής εκκλησίας και όλων των μεταστάσεών της, που μας καθηλώνει στην πλήρη άγνοια για όλα όσα γνωρίζουμε. Σήμερα το ρόλο της χριστιανικής εκκλησίας έχει αναλάβει ο τηλεοπτικός άμβωνας. Εκεί όπου ανάμεσα σε μια σερβιέτα με φτερά και σ’ ένα κεφαλοτύρι απογειώνεται ο πατριωτισμός των ηλιθίων. Αφού ο λαός δεν είχε ποτέ πατρίδα, παρά μονάχα γεννητικά όργανα έτοιμα να δυσφημίσουν όλες τις πνευματικές αξίες του δυτικού πολιτισμού που περιφέρει τη μασκαρεμένη του βαρβαρότητα στην αγορά. Επιτέλους άρχισε η γάγγραινα.