Βρέφη στον υπόνομο

brefi

Νομίζω πως ο μόνος αληθινός θεός είναι ο Χρόνος. Και χωρίς να θέλω να αμολήσω καμιά βαριά φιλοσοφική μπούρδα νιώθω το θεϊκό χάδι του Χρόνου. Νιώθω αυτό που μου προκαλεί ευχαρίστηση και φθορά. Νιώθω την εξουσία του πάνω μου. Σέβομαι αυτό το θεό που μου χαρίζει στιγμές αθροισμένες στον κοινό συλλογικό μας Τόπο. Αυτό τον θεό που μας έπλασε μέσα στον απειροελάχιστο λαβύρινθο της αιωνιότητας για μια απειροελάχιστη στιγμή μέσα στο διαρκώς φωταγωγημένο άπειρο σκότος. Ο Χρόνος, δηλαδή η άπειρη μεταβολή της ύλης που μεταμορφώνεται, δεν θα χωρέσει ποτέ ολοκληρωτικά στα συρτάρια της επιστημονικής γραφειοκρατίας. Κανένας επιστήμων δεν θα μπορέσει ποτέ να εξηγήσει με σαφήνεια γιατί ο Χρόνος είναι ο δημιουργός της ζωής και του θανάτου. Και πως ο θάνατος και η ζωή είναι οι προβολές του πάνω στην ύλη. Ο θεός Χρόνος είναι πανταχού παρόν. Ευλογημένος γιατί δημιουργεί δια της φθοράς. Δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν σκέφτεται. Μονάχα υπάρχει και η απόδειξη της ύπαρξής του είμαστε εμείς. Πλάσματα θεϊκά αφού είμαστε κομμάτια του. Και πλάσματα μονίμως και διαρκώς προσηλωμένα σ’ αυτόν. Ο Χρόνος μας αλλάζει. Μας πλάθει. Ο Χρόνος μας έκανε από ένα μηδαμινό μονοκύτταρο αστρικό σκατούλι- αμολημένο ίσως από κάποια άλλη δυναμική του έκφραση-μεγάλους και τρανούς ανθρωπάκους. Καλούς κακούς εγωιστές έξυπνους βλάκες πνευματώδεις και μαλακοκαύληδες. Σε αντίθεση με τους φθονερούς και δόλιους θεούς που δημιούργησε η διαστροφική και άρρωστη φύση του ανθρώπου για να υποτάξει την υγιή και καυλωμένη, ο Χρόνος δεν ενδιαφέρεται για το δημιούργημά του. Δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή του. Γιατί ο Χρόνος δεν διαθέτει ούτε αίσθηση ούτε νου. Μονάχα άπειρη και άφθαρτη διάρκεια. Αυτή που αν τη νιώσεις στο πετσί σου γίνεσαι βαθιά ηδονιστής με την πιο αθώα σημασία και την πιο βαρβάτη ανθρωπιά. Γίνεσαι ηδονιστής της μοιρασιάς και ιεραπόστολος της καύλας. Της καύλας που δικαιούνται να νιώσουν όλα τα πλάσματα του θεού Χρόνου. Όλα τα πλάσματα που σφάζουν οι πούστικοι θεοί των ανθρώπων με χαρτονομίσματα με ελεημοσύνη και υποκρισία. Όλα τα πλάσματα που τους πετσοκόβουν τα στομάχια τις τσουτσούνες και τις κλειτορίδες. Όλα τα πλάσματα που τα γεννάνε οι μάνες τους κατευθείαν στον υπόνομο για να γλιτώσουν μια για πάντα απ’ τα αληθινά σκατά των ανθρώπων.

Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα

santon

Σας φέρνω πυρκαγιές απ’ την Καλιφόρνια
και ξυρισμένα αμερικάνικα μουνιά. Γερμανικά
λουκάνικα και μπύρα. Σας φέρνω φρέσκες ορδές
ποιημάτων, θεμελιωμένα δικαιώματα για σύνταξη,
διαστροφές. Όλα καλά και όλα φίνα. Σας φέρνω
θηλαστικά που ζευγαρώνουν δίπλα στις μύγες
και κοριτσάκια κατοικίδια ζώα για τον έμπορα.
Για να ξεσκάνε Ολλανδοί οικογενειάρχες και Κύπριοι
αγωνιστές στο Σόχο. Σας φέρνω τα ιερά κόπρανα
των προγόνων μου χίλια δολάρια το κεφάλι.
Σας φέρνω γλώσσες κομμένες στα σακιά και λίβελλους.
Λέπρα και πεντακάθαρα νεφρά για να ξαναζήσουν
τον ίλιγγο της μέθης πλούσιοι Αυστραλοί και
καυλωμένοι Γάλοι. Σας φέρνω την πλήξη
και τη ρουτίνα και το θάνατο. Σας φέρνω ονόματα
και διευθύνσεις. Σκοτωμένους με χατζάρα, ντουφέκι,
μπόμπα, δηλητήριο. Σας φέρνω όσους γλύτωσαν
και κρύφτηκαν σε αμπάρια και φορτηγά. Σας φέρνω
όσους ονειρεύονται έναν ανθρώπινο ύπνο.
Βρέφη, αρχαία σκυλιά σας φέρνω τις σάρκες
του συγγενή μου που τον καταβρόχθισαν τα κοράκια.
Σας φέρνω τα μεταξωτά βρακιά του Νάρκισσου,
τα χέρια, τα μάτια, τα αυτιά και τ’ αρχίδια όσων
ξέρουν καλούς τρόπους. Σας φέρνω τα στομάχια
που μας κατασπάραξαν. Σας φέρνω αναμνηστικά
τσολιαδάκια απ’ τη χώρα των λωτοφάγων. Σπασμένα
κρανία και άντερα απ’ τον πόλεμο της Τροίας.
Επιστρέφω στον τόπο μου. Στην Ιθάκη, στον Ελαιώνα,
στην αρχαία Αγορά, στο πεδίον του Άρεως. Στους Δελφούς,
στην Πίνδο, στα βοσκοτόπια. Επιστρέφω ρακένδυτος
στα ζαχαροπλαστεία της πατρίδας. Βλέπω τους
φοβισμένους μνηστήρες να καταβροχθίζουν λουκουμάδες
και πάστες. Να περιμένουν από ώρα σε ώρα το κακό
να τους βρει πάνω στη γλύκα. Να περιμένουν το βλέμμα μου
από ώρα σε ώρα να τους συντρίψει.