Μπικουτί

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

mpikoyti

Ξέρει η μανούλα αυτή που βγάζει τα ανήσυχα κουταβάκια να αρμέξουν υπεραξία, πως αν διαταράξεις την ομαλή ροή της αφήγησης θα υπάρξει ρηγμάτωση. Και τα κουταβάκια θ’ αρχίσουν να φαντασιώνονται ρήξεις και γριούλες που ξεπουλάνε το παρελθόν στα παζάρια, ανίατες ασθένειες, συμπλέγματα μετακατοχικά, ασπρόμαυρα πένθη. Ξέρει επίσης πως μεσολάβησε μια ολόκληρη εποποιία του αμερικανοτσολιά, απ’ τη γριούλα μέχρι το σημερινό τρέντι νιάτο της θετικής διάθεσης και της κινητής και ακίνητης μπριζωμένης ευχαρίστησης. Ξέρει με τι μειλίχιο κατεστημένο φονταμενταλισμό πρέπει να χτίσει τους νέους διδάκτορες, που ανάμεσα στη χαλαρότητα και την επαναστατική γυμναστική του επιχειρήματος θα βάλουν τρικλοποδιά στους ψωραλέους και άρρωστους προλετάριους, εμποδίζοντάς τους να εισβάλουν στα χειμερινά ανάκτορα της αστικής καλοζωίας. Ξέρει η μανούλα αυτή πως η ομαλή ροή της αφήγησης θέλει συνεχώς ορμόνες και βιταμίνες. Ξέρει πως ο στρατευμένος μικροαστός στην κοινή μιζέρια της πόλης αγαπά πλέον τη φωτογραφία του φεγγαριού κι όχι το φεγγάρι. Την ευκρίνεια, τα μεγκαπίξελ, την αναπαράσταση του χωριού μέσα στο καθιστικό. Την γκάβλα της οθόνης κι όχι την γκάβλα της ζωής. Τα νερόβραστα πολιτικά κολοκυθάκια που βράζουν στη χύτρα κάποιου συγκροτήματος, ομαδούλες του κώλου με χιούμορ, αστείρευτη μαλακιούλα και λιτό βίο.