Κοινοβούλιον

pigi

Το κέντρο τους είναι αφόρητο χωρίς σασπένς. Η δεξιά τους είναι μια φάρσα των νοικοκυραίων και η αριστερά τους έχει μασήσει ύφασμα και πετσάκι τσουτσούνας. Το κοινοβούλιο διαθέτει πλέον μισούς μισούς γιοτάδες και αριστούχους στην εκφορά ξένης γλώσσας και στη μιμητική τέχνη. Διαθέτει όχι γέρους με κουστούμι αλλά νεοσύλλεκτους ακτιβιστές της εξουσίας. Αγωνιστές και ποπολάρους που στριμώχνονται για να βγουν στο γυαλί και τόσο εύκολα σαν πορτοφολάδες ξεγλιστρούν στις τσέπες των τηλεθεατών. Οι προβολείς τούς έχουν τυφλώσει αλλά θέλουν να δείχνουν από βασιλική οικογένεια και δεν παίζουν τα βλέφαρα και φυσικά κάνουν ασκήσεις ανταρσίας. Ποζάρουν εκεί στο πηδάλιο του κράτους ως εγγυητές καταθέσεων και ξεματιάστρες του υγιούς ανταγωνισμού. Βγάζουν λόγους σε κυλικεία και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που τα ονομάζουν χώρους δουλειάς. Ακούν στα κρυφά Τζίμη Πανούση και Τζίμυ Χέντριξ. Τον πρώτο ως αριστοφανικό εργολάβο του αντικομουνισμού που προσθέτει πόντους στον εσώτερο αναρχοναρκισσισμό τους και τον δεύτερο ως βραχμάνο της νεότητας που δεν την αποκαθήλωσε η μαστούρα αλλά οι γενικές συνελεύσεις και οι ανοργασμικές επιτροπές. Οι άνθρωποι του κοινοβουλίου δεν έχουν απόψεις και ιδέες αλλά λύσεις έτοιμες και τσίγκινα σπασουάρ. Έχουν δακρυγόνα για τις δύσκολες ώρες και συρματοπλέγματα έτοιμα φορητά για κάθε επεισόδιο συνωστισμού αλλότριας ανθρώπινης ύλης. Έχουν αυτή τη βλαχοτσαχπινιά του Ευρωπαίου όταν γυρίζουν απ’ τις Βρυξέλλες σαν καυλωμένοι κεραμιδόγατοι, πάντα με το φύλλο πορείας στο χέρι μιας άρχουσας τάξης που τους θέλει αναλώσιμους και τους ξεβρακώνει καθημερινώς στο καθιστικό του νοικοκύρη, φανερώνοντας το τεράστιο Τίποτε της δημοκρατίας τους, δηλαδή του στυγνού ιμπεριαλισμού, αυτής της ξύλινης λέξης που σπάει τα κεφάλια των λαών.

Σαρακοστή του θέρους

kalokairi

Θυμάται ο τρυφερός μαστός, ο αγιογδύτης
τη λύσσα που άφηνε ο Ιούλης στα μελίγγια
το σκύλο το λαιμό, πλεξούδα, βούκινο
τη γλώσσα
ν’ αχνίζει θρίαμβο νεωκόρου
αστροφεγγιά
οι βδέλλες να μην ακούν το απεταξάμην
κι η λέξη ολετήρας ολομόναχη
κι η λέξη Ουλάν Μπατόρ να χύνεται απ’ τους χάρτες
να στάζει εκεί μεσάνυχτα απ’ τα σπλάχνα ο αχινός
λιώμα τα κόκαλα
τ’ αεροπλανοφόρα,
οι μπάντες
τ’ αγριολίθαρα,
τα ματωμένα χείλη.
Οι κένταυροι φρενοβλαβείς
να σέρνουνε καθρέφτες μες τ’ αλώνια
γέροντες φαλακροί να αλυχτούν
καπνίζοντας μες το στριφτό τις μαύρες ψείρες.
Και να θυμάται ο τρυφερός μαστός
να έχει μνήμη αντίδωρο της κοσμοχαλασιάς
να έχει ρόγα ορθή μες τις κερήθρες.
Κι εμείς τα μελισσάκια
τη γύρη ν’ αποθέτουμε
στις άσπιλες παρθένες κλειτορίδες.