Σαρακοστή του θέρους

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kalokairi

Θυμάται ο τρυφερός μαστός, ο αγιογδύτης
τη λύσσα που άφηνε ο Ιούλης στα μελίγγια
το σκύλο το λαιμό, πλεξούδα, βούκινο
τη γλώσσα
ν’ αχνίζει θρίαμβο νεωκόρου
αστροφεγγιά
οι βδέλλες να μην ακούν το απεταξάμην
κι η λέξη ολετήρας ολομόναχη
κι η λέξη Ουλάν Μπατόρ να χύνεται απ’ τους χάρτες
να στάζει εκεί μεσάνυχτα απ’ τα σπλάχνα ο αχινός
λιώμα τα κόκαλα
τ’ αεροπλανοφόρα,
οι μπάντες
τ’ αγριολίθαρα,
τα ματωμένα χείλη.
Οι κένταυροι φρενοβλαβείς
να σέρνουνε καθρέφτες μες τ’ αλώνια
γέροντες φαλακροί να αλυχτούν
καπνίζοντας μες το στριφτό τις μαύρες ψείρες.
Και να θυμάται ο τρυφερός μαστός
να έχει μνήμη αντίδωρο της κοσμοχαλασιάς
να έχει ρόγα ορθή μες τις κερήθρες.
Κι εμείς τα μελισσάκια
τη γύρη ν’ αποθέτουμε
στις άσπιλες παρθένες κλειτορίδες.