Το ζεϊμπέκικο της αλητείας

to zei

Βλέπω τον χίπικο εαυτό μου από ψηλά
Και τον κοιτώ και τον χαίρομαι
Όπως βγαίνουν τα ψώνια απ’ το σώμα τους
Κοιτώ κι εγώ τον σπουδαίο μου εαυτό
Και τον κοιτώ και τον χαίρομαι
Τ’ αρχίδια μου ελεύθερα
Χωρίς λεφτά τσέπες και πορτοφόλια
Ας πούμε τώρα ένα τραγούδι αδέρφια
Κάτω οι κλαψομούνηδες οι διανοητές
Κάτω το πάνω
Και μη φυτεύεται άλλα δέντρα άνθρωποι των γραφείων
Και μη γαμάτε με πιστοποίηση
Και μη γράφετε άλλα ποιήματα
Και μη με συγκινείτε άλλο
Τώρα ακούω φοβερά βελάσματα
Για να αρμέξω πάω, το Σύμπαν
Από εσάς δε βγαίνει τίποτε
Ούτε σπέρμα απ’ το πουλί σας
Ούτε ζουμί
Και μη ξεχάσετε να βάψετε τα μαλλιά σας
Να ξυρίσετε το στέρνο σας
Να διαβάσετε βιβλία
Εγώ ο σφετεριστής σας υπολήπτομαι
Και κλέβω φρούτα από τους φράχτες
Και δροσερά ουσιαστικά από τους κράχτες που με κράζουν
Περάστε κυρίες μου
Ω εσείς, με το ξεδιάντροπο μαύρο σας μουστάκι
Πάνω απ’ τα κάτω σας χείλη
Ξέγνοιαστες και γυμνές
Μαλλιαρές και αφράτες
Κι εγώ θα σας διαφημίσω εις τα πέρατα της γης
Για σας γράφω κυρίες μου τζάμπα
Δεν εκδίδω και δεν εκδίδομαι
Κυρίες μου σέρνομαι στην άμμο
Κάνω τσουλήθρα στους αμμόλοφους
Τρώω το ψωμοτύρι της μαμάς
Και πνέω τα λοίσθια
Ώσπου ο σφυγμός μου να μη λειτουργεί
Ώσπου να νιώσετε εσείς θεραπαινίδες μου
Τι εστί νεκρός από την καύλα
Και μπάμ και κάτω να πας τι εστί
Πάνω στην άμμο την υγρή
Και κάτω απ’ το ζεστό ήλιο
Όπως το επιθυμείς

Φράχτες, παλούκια και καραμπίνες

aoustria

Κάθε εθνική επέτειος είναι μια ημέρα ντροπής για το ανθρώπινο είδος. Και οι μέρες της ντροπής είναι πολλές για το ανθρώπινο είδος.

Μέσα στο βόθρο των εθνικών συμβόλων κάθε έθνος ζει το μελιχρό του σκοτάδι. Την αλλόκοτη λαχτάρα για μια ψυχόρμητη σύνδεση με το παρελθόν.

Μούμιες του άρρητου και αινιγματικού παρελθόντος βάζουν τα νυφικά τους και μας υποδέχονται στην εκκλησία της μνησικακίας.

Στο βάθρο της αυθάδειας και της σκευωρίας κατά της ζωής. Στο θεατρινίστικο πένθος που το διακωμωδούμε σπαραχτικά μέσα στις καθαγιασμένες εκδηλώσεις.

Οι μνήμες και τα μνημόσυνα σκόρπια μέσα στην αυτοσχέδια αφθαρσία της πολεμοκάπηλης ρητορείας. Με όλα τα αφόρητα παροράματα του κάλπικου ηρωισμού. Της αστείρευτης μεγαλοστομίας ανθρώπων που σήμερα διακονούν μεθοδικά το ξεπάστρεμα πληθυσμών.

Την προσαρμογή σε μια ζωή στοιχισμένη στη λαιμαργία της τάξης που διαχειρίζεται την ανθρωποβοσκή. Που η επαναστατική της σκέψη έχει εγκατασταθεί στο παχύ της έντερο. Που η επανάληψη και ο μαϊμουδίστικος διδακτισμός έχει γίνει έξη. Και η παπαγαλία κάθε εθνικόφρονης μπούρδας καθεστώς.

Σήμερα τα ευρωπαϊκά έθνη υψώνουν φράχτες και ηλεκτροφόρα σύρματα. Στον Έβρο οι φράχτες κάνανε δουλειά. Απεδείχθησαν αποτελεσματικοί. Τα βγάλαν τα λεφτά τους.

Και βεβαίως οι μιαροί λαθρομετανάστες τώρα μπουκάρουν απ’ το Αιγαίο. Όμως εκεί δεν μπορούμε να φράξουμε τη θάλασσα. Εκεί ψαρεύουμε πεθαμένους για να τους δείχνουμε στα δελτία.

Ανάμεσα απ’ τις εθνικιστικές μας φανφάρες και τις συμπαθητικές αριστερές φατσούλες που γλείφουν το σκατό του παπά και του εφοπλιστή για το καλό του λαού και του έθνους, σκοτωμένα βρέφη φωτογραφίζονται για τα εξώφυλλά της Αυγής λίγο πριν γίνει χρυσή για πάντα.

Λίγο πριν παραδώσουμε και το πιο ελάχιστο τεμάχιο ανθρωπιάς για να σώσουμε το τομάρι μας. Γιατί αυτό επιτάσσει ο σαδιστικός εθνοκεντρισμός μας. Να διαπραγματευόμαστε την ύπαρξή μας με το μεγάλο κτήνος που βγάζει άκοπα λεφτά απ’ την τραγωδία.

Καμιά πρωτοβουλία για να σταματήσει ο πόλεμος. Καμιά διαδήλωση για την ειρήνη. Απέραντη υποκριτική ελεημοσύνη και λεφτά. Λεφτά. Λεφτά. Μόνο λεφτά. Και όπλα. Για να φυλάμε τα λεφτά και τα παιδιά μας. Τα παιδιά μας που τα μαθαίνουμε να φέρνουν νέα λεφτά. Πολλά λεφτά.

Με τον τρόπο του Γ.Σ

metaxaz

Ο Σεφέρης επιτέλους πέθανε οριστικά
«στο φέρετρο του ακούμπησε η Ελλάδα»
Αυτός πού ακούμπησε,κανείς δεν λέει…
Θωμάς Γκόρπας

Ο Σεφέρης με μια συναισθηματική ντρίπλα αθωώνει το δικτάτορα Μεταξά. Ο Σεφέρης υπήρξε γλείφτης των Άγγλων. Γράφει ο μεγάλος μας ποιητής για το ίνδαλμά του «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου».

Ο Σεφέρης στα ημερολόγιά του έγραψε μια μεγαλοπρεπέστατη μπούρδα. Το ζήτημα φυσικά δεν είναι η δουλική συμπεριφορά ενός νομπελίστα αλλά ο τρόπος με τον οποίο η άρχουσα τάξη γράφει την ιστορία του τόπου. Εδώ υπάρχει μόνο ο λαός και ο Μεταξάς. Ο Ηγέτης που η βασίλισσα Σοφία τον φώναζε χαϊδευτικά Γιαννάκη αφού ήταν γνωστό στα ανάκτορα πως ο μέγας δικτάτωρ είναι κακιά αδερφή.

Οι βιογράφοι του Μεταξά δεν αναφέρουν φυσικά το πάθος του για τα αγοράκια και το αβυσσαλέο μίσος του για τους κομουνιστές. Ο Μεταξάς είναι για τους αστούς ηγετική φυσιογνωμία αφού, ως υπάκουο ανθρωπάκι, απ’ τη μια έδειχνε τα δόντια του στο λαό με τις φασιστικές του φιέστες και τους ανθρωποκτόνους νόμους κι απ’ την άλλη έκανε τα χατίρια των Άγγλων που τον καιρό εκείνο ήταν παντοδύναμοι και διατεθειμένοι να σκορπίσουν χρήμα για να αναστηλώσουν τις καταρρακωμένες τους αποικίες.

Ο φασίστας Μεταξάς ήταν τόσο βολικός με τους Άγγλους αφού τους άνοιξε την μεγάλη πόρτα για να καθίσουν στο σβέρκο του λαού για τα επόμενα χρόνια. Οι Άγγλοι γνώριζαν ακριβώς την έκβαση της γερμανικής κτηνωδίας την οποία μαζί με τους απελευθερωτές Αμερικανούς είχαν υποδαυλίσει και επιχορηγήσει ιεροκρυφίως. Το αποκορύφωμα ήταν οι εκτελέσεις των διαδηλωτών απ’ τα πολυβολεία της Μεγάλης Βρετανίας του πολυτελούς αυτού μπουρδέλου στο οποίο διασκέδαζαν οι πλούσιοι ή έκλειναν δουλειές.

Μανιωδώς οι ιστοριογράφοι της Δεξιάς, τουτέστιν οι χαμάληδες της εξουσίας που έδωσαν γη και ύδωρ για να γίνουν ακαδημαϊκοί, παλεύουν να ξεπλύνουν το δικτάτορα απ’ τα εγκλήματά του. Αυτό το λάτρη του Χίτλερ, αυτό το πουλέν της ακροδεξιάς.

Ο Μεταξάς είναι περασμένος στα βιβλία ως έμπειρος στρατιωτικός που προετοίμαζε το λαό να πολεμήσει. Έναν λαό ξεσχισμένο απ’ τους πολέμους, την πείνα και την εξαθλίωση. Έναν λαό που υπήρξε η μπίλια στο φλιπεράκι του ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων της εποχής. Έναν λαό που έπεφτε πάντα θύμα των γητευτών του. Έναν λαό που τον ξέσκισαν χρησιμοποιώντας τον για να διώξουν το γερμανικό φασισμό και μετά του κατέβασαν τα παντελόνια αφοπλίζοντάς τον με τον πιο σαδιστικό τρόπο.

Οι αντάρτες που κλαίνε ξέρουν. Το κλάμα αυτό είναι η πιο αντρίκια τους στιγμή. Είναι η κορύφωση της τραγωδίας. Είναι αυτοί που έβγαλαν το φίδι απ’ την τρύπα και τώρα περιμένουν το δράκο να τους καταπιεί. Τον αλαζονικό αυτό δράκο της καπιταλιστικής μηχανής που με το πρόσχημα του εμφυλίου ξεκλήρισε το κίνημα απ’ τους τελευταίους υπερασπιστές του.

Το δράκο που δε δίστασε να δοκιμάσει στο Γράμμο τις πρώτες ναπάλμ, κάνοντας την αρχή του νέου κύκλου αίματος και σφαγής.

Μετά το Γράμμο το Βιετνάμ, το Λάος, η Καμπότζη, η Κορέα και δε συμμαζεύεται. Όποιος δεν γουστάρει το θείο Σάμ τρώει σκατά και βόμβες. Οικονομικούς αποκλεισμούς και ρουκέτες. Όποιος είναι απείθαρχος και δεν παράγει κρέας για τα στομάχια του κεφαλαίου καταδικάζεται στη φτώχεια, στον αποκλεισμό και την κακομοιριά. Σήμερα που μέχρι και οι πέτρες ξέρουν την αλήθεια, η Καθημερινή πήρε τη σκυτάλη της αγιοποίησης του Μεταξά.

Βέβαια η αριστεροδεξιοκεντρώα πονηρή Καθημερινή δεν θα αναφέρει πουθενά πως ο στρατός βρέθηκε απροετοίμαστος χωρίς πολεμοφόδια, με απαρχαιωμένα πολεμικά μέσα, χωρίς οχυρωματικά έργα, μπροστά στη θηριώδη φασιστική μηχανή. Βεβαίως δεν θα αναφέρει πουθενά πως όταν τον Απρίλη επιτέθηκε η ναζιστική Γερμανία, μέσα σε λίγες μέρες δόθηκε η εντολή για συνθηκολόγηση άνευ όρων, ενώ ακόμα ο στρατός και ο λαός πολεμούσαν. Δεν θα αναφέρει πουθενά πως η κατοχική κυβέρνηση ήταν συνέχεια της Μεταξικής χούντας.

Κι όλες αυτές τις συναισθηματικές μαλαγανιές του Σεφέρη, μαζί με άλλες, χωνεμένες στις προχειρογραμμένες αγιογραφίες της Καθημερινής που διαβάζει ο περήφανος μικροαστός πάνω απ’ τη χέστρα του. Αυτός ο αραχνούφαντος Ελληνάρας, που καμαρώνει το παιδάκι τους στις στρατιωτικές παρελάσεις, που άφησε παρακαταθήκη ο γενναίος και ηρωικός Μεταξάς. Αυτός ο μικρομεσαίος που δεν αναρωτιέται για τίποτε.

Αυτός που θέλει αξιοκρατία αλλά καταπίνει αμάσητη κάθε συστημική αφήγηση. Αυτός που θέλει ηγέτες με αρχίδια για να του κάνουν τη δουλειά. Για να επιβάλουν την τάξη. Αυτός που περιμένει τώρα το στρατό σωτηρίας των συμμάχων για να σωθεί απ’ τους πρόσφυγες. Το ΝΑΤΟ. Τους ευρωπαίους εταίρους. Την τρόικα. Το κουαρτέτο. Το τριο μπελκάντο.

Motherfucker

tsipras-m

Όταν ήρθε η ώρα για μια έστω πρόχειρη και ανοργάνωτη ανταρσία, οι χιπστεράδες των αγορών προώθησαν επαξίως το θεόπαιδο, που ήτο δασκαλεμένο και έτοιμο από καιρό να λιπάνει τις ερωτογενείς ζώνες του λαού με αριστερά γλυκόλογα. Χωρίς τη γραβάτα του υπερφίαλου δεξιού καραβανά, που θυμίζει τον εφιάλτη των θαμμένων κατακτήσεων που σήπονται θλιβερά και καταφθείρονται αβοήθητες.

Εδώ που οι ευγενείς αισθήσεις του νέου πολιτικού προσωπικού ήταν το δόλωμα για τα νάματα της συμπάθειας των ελαχίστων αθώων, που ως θύματα μεθυσμένα απ’ τις περικοπές και τις αλλότριες κωλοτούμπες περιφέρονται κλωτσώντας δέντρα και πέτρες.

Εδώ που οι λυγμικοί διάλογοι της γκρίνιας προωθούν την πολιτική σπαραξικάρδια θρασυδειλία μιας στημένης διαπραγμάτευσης. Μιας ασύδοτης και υποχθόνιας κατασπατάλησης δυνάμεων. Οι ντόπιοι ηγεμόνες και βαρόνοι ξεπλύθηκαν εν μια μνημονιακή νυκτί και τώρα είμαστε έτοιμοι να μπούμε με καλάσνικοφ στο Βερολίνο. Με το θεόπαιδο στο άρμα του και την πρώτη κυρία των ολυμπιακών σπασμών βιδωμένη στους ακατάσχετους πατριωτισμούς.

Εδώ το ντόπιο κεφάλαιο μες την εγκαρδιότητα και την ευσπλαχνία μοιράζει μπομπότα και ελπίδα. Δυναμωτικό ζωμό ανάπτυξης μες το γοβάκι της σταχτοπούτας των αγορών και μπόλικο χριστιανικό αντιπερισπασμό ελεημοσύνης μέσα στην αρχιερατική μήτρα.

Μείγματα για να ξεθυμαίνουν οι πόνοι της μεγάλης αρρώστιας του ανεόρταστου βίου. Πουλώντας ουράνιους παραδείσους και επίγειες κολάσεις. Σπέρνοντας πραγματικούς και φανταστικούς εχθρούς για να συγκρατήσουν το ποίμνιό τους. Παγιδεύοντας τη μια και μοναδική ζωή σε απειράριθμες τάσεις αυτοκαταστροφής και φθοράς.

Το τελευταίο στάδιο της καπιταλιστικής θρησκείας που θέλει νεκρούς και αφανισμένους. Που κατασκευάζει τρόμο στα εργαστήρια διακηρύσσοντας μια φιλελεύθερη αθεΐα των αγορών και των κεφαλαίων, που είναι όμως πάντα μασκαρεμένη θεολογία της σφαγής.

Happy Hour

patriko

Ακούω συχνά από διάφορα παπαγαλάκια και από μετανοημένους αριστερούς χριστιανούς πως αν ο καθένας μας ήταν σωστός και συνεπής και υπεύθυνος δεν θα φτάναμε ως εδώ. Αυτή η μεγαλοφυής μπούρδα η οποία απλώνεται χρόνια τώρα στις κουβέντες και στις όρθιες αναλύσεις, παρουσιάζει το πρόβλημα της κοινωνίας ως πρόβλημα των ατόμων που την αποτελούν. Αν τα άτομα ήταν σωστά λοιπόν, όλα θα πήγαιναν καλά και θα δούλευαν ρολόι. Οι συνθήκες, τα περιβάλλοντα, οι ιστορικές αναφορές, οι παραδόσεις λείπουν μεγαλοπρεπώς από τον ιδεοληπτικό αφορισμό του μαλάκα. Ο μαλάκας δεν βλέπει ταξικά συμφέροντα και ανθρώπινο πόνο. Δεν βλέπει την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων αλλά το άτομο. Και φυσικά απαιτεί, το άτομο, να πειθαρχεί και να κάθεται στ’ αυγά του. Ο ίδιος μαλάκας επιδιώκει τη μέγιστη ιδιωτική ευτυχία. Χωρίς να μπορεί να καταλάβει πως η ατομική του ευθύνη είναι να βελτιώσει την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων και να γκρεμίσει απ’ το βάθρο του το φασιστικό παραλήρημα της εξουσίας που μας θέλει όλους διεφθαρμένους λουφαδόρους και διαπλεκόμενους. Το άτομο που έχει γίνει εαυτόφωτο κοινωνικό σκατό δεν μπορεί να πάρει χαμπάρι τα εγκλήματα που συντελούνται δίπλα του. Η αβιταμίνωση και η αναιμία των άλλων δεν είναι δικό του πρόβλημα. Τα παιδάκια του, το σπιτάκι του και το μουνί της αδερφής του περιφραγμένο με συρματοπλέγματα μη το γαμήσουν οι Τούρκοι, οι Βούλγαροι, οι Αλβανοί, οι Αφγανοί, οι Πακιστανοί και δε συμμαζεύεται. Κι είναι αυτός ο Έλλην λεβεντομαλάκας που δεν διεκδικεί ζωτικό χώρο για τα παιδιά του. Που έχει συμβιβαστεί με τη μακάβρια συνθήκη, το να ζει με τα τέκνα του στο ίδιο σπίτι λόγω ανεργίας, λόγω φτώχιας, λόγω κρίσης, λόγω κακομοιριάς μέχρι αυτά να σαπίσουν και να γεράσουν και να μαραθούν πετώντας τη νεότητά τους στον καιάδα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και λοιπά άλλα νόστιμα και πενιχρά. Είναι αυτός που επιβάλει στα τέκνα του την κακογαμία, κρατώντας τα φοβισμένα μέσα στο πατρικό σιλό. Το μπουντρούμι της μιας και μοναδικής άποψης.

Selfie

Selfie

Μου αρέσουν τα ζωντανά πράγματα. Οι φωτογραφίες είναι πεθαμένα πράγματα. Ακόμα περισσότερο πεθαμένες είναι οι αυτοπροσωπογραφίες του κώλου. Στιγμές που πέρασαν και δε θα ξαναπεράσουν ποτέ. Η φωτογραφία της στιγμής που δεν έχει μέσα της τέχνη αλλά το άγχος της στιγμής για ανταπόκριση, είναι το τεκμήριο που φέρει ψυχαναγκαστικά σπαράγματα του παρελθόντος. Η σπουδαία μούρη μας θα πρέπει να δραπετεύσει μέσα απ’ την αμήχανη κρυπταισθησία του βίου και να τρυπώσει μέσα στην αχνιστή πομφόλυγα του ψηφιακού μη βιωμένου χρόνου. Εκεί που πετρώνουν τα χαμόγελα και οι γέροι ποιητές παλιμπαιδίζουν εκδίδοντας τη Μούσα τους. Εκεί που απελπισμένοι εργένηδες πέφτουν μέσα στο παστίτσιο τους και τα οιδηματώδη τους γεμιστά φωτογραφίζοντας τις σαθρές αυταπάτες της καλοζωίας τους. Εκεί που κορίτσια και μεγαλοκοπέλες απαθανατίζουν τα προσωπεία τους, ψάχνοντας απελπισμένα αντρικό χάδι για να το ποτίσουν δάκρυα και τρυφερότητα με τον πιο επιθετικό και εξ’ αποστάσεως ερωτισμό. Εκεί όπου ανθρώπινα ράκη και ξεγελασμένα πλάσματα κορδώνουν τον τεθλασμένο τους εαυτό. Απειράριθμοι νάρκισσοι με τη δαιμονική διάθεση ενός γελοίου που εκλιπαρεί τον κάλπικο θαυμασμό του απαραλόγιστου κριτή. Μέσα στην ψηφιακή αιμομιξία το γυάλινο ψυχρό μάτι του θεού παρακολουθεί τους ελεύθερους αλυσοδεμένους. Τα κουνέλια που διακονούν τον εφαρμοσμένο αισθησιασμό του διαφημιστή. Φαντασιώσεις σαν προστατευόμενες οχιές μέσα στα άυλα γρανάζια της πληροφορίας. Εκεί όπου ο υπερσεξουαλισμός της ατάκας και της ακατάσχετης φωτοδιάρροιας δεν μεταδίδει έρπητες και μύκητες. Ασφαλισμένοι πίσω απ’ το διακόπτη, μακιγιαρισμένοι με όση σχιζοφρένια μας επιτρέπει η συνήθεια. Πρακτορεύοντας πρόσωπα και κορμιά. Παιδιά, νύφες, εγγόνια, φίλους, συγγενείς. Μπούτια, βυζιά, κωλομέρια. Όλα ατάκτως ειρημένα στον καιάδα της δικτύωσης. Το τσουκάλι με τα βίτσια των φτωχών που ανακατεύει χαρμόσυνα ο Κύριος Καπιταλιστής για να πιεί το ζουμάκι τους. Για να λαδώσει το εντεράκι του με άγουρο μπριζωμένο κομουνισμό απ’ τα κάτω. Σπλήνες και εντόσθια εραστών. Απλήρωτη εργασία, εθελοντισμό, μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο.

Νυχτερινό

giphy

Μας δίδαξες κορίτσι μου, τι εστί ορθοδοξία
τι εστί οιστρηλασία
χαλασμός!
Μας δίδαξες πως γλείφουν το κουφέτο
Τι συλλαβίζει ο καταχθόνιος σπασμός
στην πρώτη τάξη της ζωής και του θανάτου
Πως θρύψαλα ο στηθόδεσμος
Πως η διχάλα σου σκορπά τα νεοσύλλεκτα υγρά
Πως αγριεμένο υδρόβιο ο φαλλός
Μας δίδαξες εξάψεις, δαγκωνιές
Πως μπαίνει το αστικό
σαν δούρειος ίππος στο Αγγελόκαστρο
Κι ο ήλιος πως χοροπηδά πάνω στις λαμαρίνες
Μας δίδαξες στις χούφτες μας βυζί
νυχτόβιο αφαλό
Πως ξεψυχάνε τα φιλιά μέσα στις στέρνες
Μας δίδαξες κορίτσι μου μια νύχτα
πως πιάστηκε στ’ αγκάθια το βρακί σου
κι έμεινες δια παντός γυμνή
δια παντός ξεβράκωτη
δια παντός καυλιάρα
όλο σχισμές και στόματα και κόγχες