Ο μυστικισμός του διαβόλου

mistik

Όποιος δεν πεθαίνει είναι θαμμένος ζωντανός.
Ο διάβολος είπε αυτό, πως κάθε μέρα που περνά
δίχως χορό είναι μια χαμένη μέρα.
Ο διάβολος είπε πως τα ζευγάρια έχουν δυο χέρια,
δυο πόδια, μια ψυχή. Είναι άγριοι βράχοι και τέρατα,
ο απαγορευμένος λυρισμός και ο ανέσπερος
χημικός ύπνος της Οξφόρδης. Ο διάβολος είπε
ζήστε το Φθινόπωρο στα λαγκάδια και το χειμώνα
χιόνι αγριόχορτα και φράχτες. Λουλούδια λευκά
ματωμένα έγκατα κοριτσιού μαύρο φεγγάρι
χύσιμο στο σκοτάδι στη μαύρη αιωνιότητα λεκές
οι βολβοί των ματιών της, στ’ άγκιστρά της εγώ
είπε ο διάβολος, τα Μανεκέν ζεστά νεκροτομία
ξυρισμένα μουνάκια πλημύρα του αίματος
πλημύρα της αγάπης, ζεστά στη θειαφένια τους χάρη
θλιμμένα κουδούνια, φαλακρά, γυμνωμένα, μανεκέν
αποτρόπαια. Εγώ είπε ο διάβολος όταν πέφτω
στα πόδια της και τη γλείφω, όταν κανείς άλλος
μόνον εγώ είπε ο διάβολος, η Πατρίς μου τα νέα
κορίτσια στην παλιά Αραβία. Γυμνό που κατεβαίνει
μια σκάλα σε καμπίσιο κωλάδικο. Ατζέντες στηθόδεσμοι,
στο κλουβί της γυμνότητας κορίτσια εκκλησιές
αποφάγια και σκόνη. Κι είπε ο διάβολος πως
τίποτε πια δε μπορεί να πληγώσει το διάβολο
και πως είναι δώρο η ζωή που δε φοβάμαι
ν’ ανοίξω, κορίτσια που λαχταράμε το καλοκαίρι
και τα γλείφουμε σαν καλαμπόκια στον ύπνο μας
σαν δροσερά παγωτά και λευκά υποβρύχια.
Ωραίες κυρίες που μας μάτιασε ο ίσκιος τους
τα ινδιάνικα κόκκινα χείλη, οι ηλιόφλουδες
τα σαρκώδη πλοκάμια είπε ο διάβολος, μουσκεμένα
απ’ το σπόρο, τοπία υγρά, κοπανούν τους μηρούς
για να κάνουν αέρα κοριτσάκια βακχίδες και
παλιές ηδονές. Χώμα είπε ο διάβολος χώμα
μέσα στα σπίτια που ζήσαμε γυμνοί και μονάχοι
αιωνίως γυμνοί και μονάχοι

Turkish March

turk

Βάλτε μπροστά το Χικμέτ τα κόκαλα
το αίμα. Τον οργασμό ολοκληρωτικά.
Βγάλτε τη γυναίκα απ’ τη μπούρκα
απ’ τον εαυτό της. Ένα κύμα έκστασης
απλώστε σε όλο το σώμα της. Στα νεύρα
στα αγγεία. Βάλτε ρέουσες συλλαβές
να συμμετέχουν στην πράξη. Εκείνο
τον οθωμανικό σκοπό που κάνει τους
μυς της λεκάνης να συστέλλονται.
Βλέννα ροδαλή ουσία λιπαντικό
ολοκληρωτικά χαρμόσυνο. Κράνη
στρατιωτών σε σταύρωση με την κοιλιά
γεμάτη γαμήσι, με τον καμικάζι σπλάχνο
σκασμένο τροχό. Αχ Τούρκοι, αδέρφια μου
τα κοτόπουλα της πεδιάδας μέσα σε
σελοφάν για το Μόναχο. Στα χωράφια
κορίτσια πόλεμος και τρακτέρ. Αχ Τούρκοι μου
εραστές και αδέρφια μου, μανούλες μου
είναι η γέννηση κι όχι ο θάνατος η απώλεια.
Το ξέρω. Κι εγώ άφησα ένα δέρμα εκεί.