Καυλοπυρέσσουσα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

papo

Ο ποιητής τινάζει την πραγματικότητα από πάνω του όπως τινάζει ο σκύλος το νερό. Έχει πάρει τη δροσιά της και του φτάνει αυτό. Και θα βγει το παλιόσκυλο στον ήλιο των αιώνιων δρόμων να στεγνώσει, με όλη την αδολεσχία της αλητείας του. Απ’ τη μια γράφει ποιήματα κι απ’ την άλλη πουλάει αρμαθιές κλειδιά στην οδό Rivoli. Επιμένει να αμύνεται επιθετικά με μια λιποθυμική τρυφερότητα, πάντα μ’ ένα χάλκινο τραχύ κόρνο, παίρνοντας τη σκυτάλη της συμπαντικής λαλιάς, μιλώντας δηλαδή τη γλώσσα της σιωπής σε μια συχνότητα έξω απ’ το βαθμωτό φάσμα του νοήματος. Παρασύροντας στα μύχιά του σπήλαια την ηχώ της. Σκέψου τη λέξη Καυλοπυρέσσουσα να βγαίνει γουργουρίζοντας απ’ τα σπλάχνα του Εμπειρίκου. Σκέψου όλη την παλιομοδίτικη λογοτεχνία να γίνεται πετριά σπάζοντας τους υαλοπίνακες της ακαδημίας, αντανακλώντας όλη την καταστροφή του νοικοκυραίιου ορθολογισμού. Σκέψου πως αυτός ο έσχατος κρίκος της ερμηνείας και του νοήματος έσπασε με πάταγο μέσα στα νομοκρατούμενα πεδία. Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου, κατά τον υπερρεαλιστικό σολωμικό στίχο από τον Κρητικό. Γιατί την καταβρόχθισα την αγαπημένη μου. Γιατί προχώρησα με την ποίηση τη λεηλασία στο μη περαιτέρω. Σε μιαν απαστράπτουσα μη-μαθηματική λογική. Σε μιαν ακραία αιρετική πιθανότητα. Στην αιώνια ζωή της μιας στιγμής. Χύνω, άρα υπάρχω. Και λοιπά και λοιπά.