Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ποίημα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kantin

Φτάνω ως το τέλος μονορούφι το ποίημα
Σχεδόν ξεχνώ την τελεία
Κι άλλοτε πάλι δεν την ξεχνώ
Και καθώς παίρνω τον ανήφορο σταματώ για ν’ αναπνεύσω
Σταματώ για να διεισδύσω στην Αγαπημένη
Δέντρα πανάρχαια κι έρημα κιόσκια
Καντίνες στο δρόμο για τη Ρώμη
Φορτηγά με δαμάσκηνα και ρουλεμάν
Όχι χάπι εντ
Αλλά καφές ελληνικός σε πλαστικό ποτήρι
Φρέσκο βαμβάκι στα μουστάκια του θεού
Κορφούλες δυόσμου
Μπούτια
Ασβεστωμένος νους υγρός
Το φαλλικό Μετέωρο αφίσα στο αρχαίο καφενείο
Λίπος και κόκκαλα βραστά στο δρόμο για το ποίημα
Και σταματώ στη Θεοτόκο ατενίζοντας το Γράμμο
Τη στύση μου που τη γαβγίζουν τα σκυλιά
Αυτό το χούι ν’ απολαμβάνω το κάτουρό μου τ’ αχνιστό
στα μονοπάτια δίπλα που διαβαίνουν
χαιρέκακοι αστοί με τα μπιστόλια τους
κοπέλες που λοξοδρομούν στα ερεβικά θαμνάκια για να χέσουν
αγριογούρουνα όλο μύγες
μύγες που πιάνουν το σφυγμό μέσα στις φλέβες
αραχνοΰφαντο έναστρο
αποκαΐδι κεραυνού
ο λυρισμός
το ποίημα μου σαν το χαμένο ελάφι
ψάχνει το βλέμμα κυνηγού