Ακαταπαύστως

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

tarand

Δεν υπάρχει φύση νεκρή και νεκρές φύσεις. Η φύση είναι πάντα ζωντανή, ολοζώντανη. Ο άνθρωπος δεν είναι φύση. Είναι κομματάκι φύσης. Απειροελάχιστο τεμάχιο μασκαρεμένο φύση. Όλοι οι μύθοι περί νεκρής φύσης είναι κατασκευάσματα της συντεχνίας των θεολόγων.

Κανένα ξεφτέρι των κατηχητικών δεν μπορεί να καταλάβει και δεν μπορεί να νιώσει αυτό που υποψιθυρίζει η νύχτα με όλα της τα άστρα. Με όλους τους άπειρους ήλιους της και τα απολέμητα σκοτάδια της.

Ο άνθρωπος πεθαίνει και ο άνθρωπος κάποτε θα πεθάνει δια παντός. Η φύση όμως δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Χρόνος δεν σταματά ποτέ. Ο Χρόνος θα υπάρχει και μετά τα ρολόγια. Αλλά ο άνθρωπος, αυτό το συνονθύλευμα αστρικής ύλης δεν λέει να το καταλάβει.

Ο άνθρωπος σκέφτεται το θάνατο. Είμαι άνθρωπος. Σκέφτομαι το θάνατο άρα υπάρχω. Είμαι ον τραγικό διότι η φύση μου έδωσε την αίσθηση του χρόνου και της φθοράς. Μετράω τη φθορά μου, την πολεμάω αλλά η φθορά είναι πιο δυνατή, γιατί η φθορά μου είναι το δυνάμωμα της φύσης και η φύση είναι αιώνια δηλαδή παντοδύναμη.

Η φύση δεν περνάει κρίση ταυτότητας ούτε μπορεί να της φορέσει ζουρλομανδύα ο παπάς και χειροπέδες ο χωροφύλακας. Νομίζω δηλαδή παραμυθιάζομαι, πως, πολεμάω τη φθορά λύνοντας τα αινίγματα της φύσης, δημιουργώντας απ’ τις πέτρες τσιμέντο κι απ’ την άμμο πυρέξ. Φτιάχνοντας πυραύλους, αυτοκίνητα και ποιήματα. Φτιάχνοντας στρατούς και πορνοταινίες. Σνιφάροντας κόκα και ρουφώντας αλκοόλ.

Εγώ ο άνθρωπος για να βγάλω απ’ το μυαλό μου το θάνατο χτίζω πολιτισμό, ναούς και νεκροταφεία. Σκοτώνω καίω μισώ. Αγαπάω και ξανά αγαπάω. Κάθομαι στ’ αυγά μου ή τα κάνω επάνω μου. Φοβάμαι διαρκώς. Ο φόβος είναι η Αχίλλειος πτέρνα μου.

Όταν ο Αχιλλέας θυμίζει στη μάνα του ότι τον γέννησε μινυνθάδιο και παραπονιέται σα γαλιάντρα, αυτό δε δηλώνει μετάνοια για το δώρο της ζωής αλλά απελπισία μαύρη και άραχλη για το τέλος. Το οριστικό τέλος.

Σκέπτομαι το φόβο άρα υπάρχω και ζω και καβλώνω. Γιατί η ζωή είναι η μόνη καύλα που απομένει στο θνητό. Σ’ εμένα το θνητό που βγάζω ξύγκι απ’ τις λέξεις γιατί δε μπορώ να νικήσω τα θάνατο. Γιατί βλέπω να πεθαίνουν και να λιώνουν γύρω μου αλλά η Φύση να μην παίρνει χαμπάρι.

Η Φύση δεν πονά για το χαμό μας. Η φύση βρίσκεται διαρκώς σε μιαν άφθαρτη πληρότητα. Αγνοεί τι σημαίνει πάροδος και διαδοχή. Πόνος και νομικές υποθέσεις. Χηρεία ή αυτοχειρία. Η φύση είναι αγράμματη και αμόρφωτη, μακριά από νόστο ή ελπίδα, διάγει βίο αιώνιας ισχύος. Και ζει απ’ τη φθορά των κομματιών της. Από σάρκες και μαύρες τρύπες και λευκούς νάνους και ερυθρούς γίγαντες.