Αθλοπαιδιές

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

atlo

Το ποίημα μου είναι προϊόν εγκατάλειψης. Ποτέ δεν τελειώνουμε τα ποιήματά μας, απλώς τα εγκαταλείπουμε. Κι αυτή τη μέγιστη συνουσιακή πράξη της γραφής την οφείλουμε στην καχυποψία μας για τον κόσμο. Ο κόσμος αμφιβάλει για μας κι εμείς γι’ αυτόν.

Το ποίημα σφετερίζεται το μέλλον. Γράφεται σαν διάλογος με κάποιον απόντα που καιροφυλακτεί για να τρυπώσει κι αυτός μέσα στο λεξιακό κυκεώνα. Γράφεται απορυθμίζοντας τον φόβο, καταγράφοντας αλλιώς τη στιγμή που πέρασε μέσα στη μνήμη των ανθρώπων.

Γράφεται με την ηλιόλουστη διάθεση της χαράς αλλά και του αιώνιου πένθους. Πάντα μέσα στην επισφάλεια που ο χρόνος φευγατίζει στα βάθη της λήθης.

Το ποιηματάκι μας διαθέτει τη ρέμπελη ασέβεια κάθε δημιουργικής αυταπάτης. Μοναχικό και δύσβατο, ποτισμένο με το πατρογονικό αίμα κάθε υπαρξιακής φάρσας που έστησε εμπρός μας η ιστορία.

Διαθέτουμε γονίδια που θρησκεύονται στα σεπτά δώματα της ηδονής. Της ηδονής που γίνεται και οδύνη απειράριθμη και απόκριμα της δημιουργικής μας φύσης εν κραταιά φωτοστασία.

Γράφω και ανταμώνω με στερεά και υγρά, με αερικά και πετούμενα. Ίπταμαι ή τρώω τα μούτρα μου. Μεγαλουργώ και μεγαλοπιάνομαι μέσα στο μονοπάτι της μοναχικότητας.

Πότε αυτιστικός βρεφογέροντας εκτοξεύοντας πορδοσοφίες και πότε γυμνασμένος ουροβόρος όφις δαγκώνοντας την ουρά μου ή γλείφοντας το πέος μου σαν τον τρομερό και φοβερό Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο εξασκημένος απ’ την αδιάκοπη ποιητική γιόγκα και τον αποσυνάγωγο οίστρο των ορμών.

Δεν έχω ηθικούς σκοπούς γι’ αυτό ασκώ τη δημοσιογραφία των μηδαμινών. Τα ποιήματα μου στάζουν, τα ποιήματά μου μυρίζουν μουνί, τα ποιήματά μου πεινάνε, γι’ αυτό κατασπαράσσουν τους φτωχούληδες του θεού που τους μαγάρισε ο θαυματοποιός μύθος που έγινε μάγος, παπάς, γκουρού, ηγέτης, διαφωτιστής και βγάζει φράγκα.

Το ποίημά μου βγαίνει πολλές φορές λίγο πιο έξυπνο από μένα, γι’ αυτό προτιμώ τα χαζά ποιήματα και τα ποιήματα που μου υπαγορεύει ο παμφάγος αγριόχοιρος της στιγμής, αυτός που αδιαφορεί για τα σκάγια των αδιάκριτων βλεμμάτων και τα δηλητηριώδη σχόλια. Αυτός που διακονεί την υπεροψία της ορμής του. Την μέσα μύχια καύλα που απαιτεί την πιο βαθιά ακοή.

Εδώ σας μιλάει η σάρκα, καταβάλλοντας τα υψηλά λύτρα της ηδονής και της οδύνης. Από εδώ σας ομιλούν οι ελεύθεροι αγωνιζόμενοι μοναχικοί, οι βροτοί και κατατεθνηότες.