Λιβιδώ

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

livi

Ω! Λιβιδώ, μες στο λιβάδι σου
ρίχνω τον χαρταετό μου.
Τον ήλιο το δισύλλαβο
με σπάγκο τον κρατώ μέσα στο ποίημα.
Κανίβαλος του λυρισμού.
Ρεμάλι της μανούλας.
Όλοι ομιλούν για τον καιρό εγώ για τις Κυρίες.
Τα δάχτυλά τους που ανατινάζουνε στο ντους
ολόκληρο τον κόλπο Λακωνίας
της Μέσα Μάνης πύργους,
αυγά, που η κλώσα ονείρωξη
παράτησε στον μυθικό νυμφώνα.
Ω! Λιβιδώ, τα ποιήματά μου μοιάζουν με κορίτσια
που αγοράζουνε ταμπόν στα φαρμακεία
για να μπουκώσουν λίγο
των αιμοβόρων σπλάχνων την ορμή.