Ερωσθάνατος

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

erothan

στο Νίκο Πριόβολο

[απόσπασμα]

Βαδίζω ανάμεσά σε σας και βλέπω τα δάχτυλά σας να αιμορραγούν από οδύνη και αγωνία. Πότε γίνονται τρυφερά ψαύοντας αυτό τον άδηλο μοχλό του σύμπαντος και πότε τρυπούν τα νεφρά της πολιτείας που την καταπλάκωσε το μελιχρό σκοτάδι.

Το πνεύμα και η ηθική μασημένα έως εσχάτων απ’ το οδοντωτό στόμα των μηχανών. Ο διάολος κάνει εμετό πάνω στο πλήθος προσπερνώντας τους θεούς που τους έκαψε το θειάφι.

Λέξεις τρελές από ένα βαθύ βλαστήμι, ασυνάρτητη λαγνεία και μαστουρωμένα κοριτσάκια από φιλοδοξία και ανεκπλήρωτο οργασμό. Μύξες νευροπαθών αγγέλων που βαράνε στο ψαχνό. Το αίμα που γίνεται σάλιο όλης της δουλικής ιδιωτίας.

Παλαίει η αράχνη με τη μύγα, ο χρόνος με το χώρο, η σάρκα με τα οστά. Εδώ στον κήπο της Εδέμ που οι ψυχές ξεψειρίζουν τη γλυκόλαλη μήτρα της φθοράς.

Θύρες του λυρισμού με το μάνταλο κατεβασμένο, στόματα όπου σμίγουν τα νερά και τα ποιήματα τραυλίζοντας τη μουσική των σπλάχνων. Πιο ασήμαντοι κι από σκουλήκια, όμορφοι και πεινασμένοι σκύλοι, στρουμπουλοί μπασκίνες που σπάνε κόνιδες, γριές καυλωμένες που συναπαντώνται με τη γονική γλύκα της νεότητας, μεδούλια ρουφηγμένα απ’ τους ταριχευμένους Φαραώ.

Εδώ στις λάσπες που αφήνει η ερπύστρια στα κορμιά που τα σκόρπισε η μάταιη νεφέλη του πολέμου. Αστερίες του βυθού που τους ποδοπάτησε το τσιμέντο. Εσώρουχα που τα κούρσεψαν γυναικολόγοι, σπλήνες που τις μαγάρισε το όπιο, αποικίες που τις άφησε ανάπηρες η εμψύχωση του κατακτητή.

Ακούω την καμπάνα των ραβίνων και τα δόντια του ιεροκήρυκα να τρίζουν μέσα στη νύχτα. Βροχή και λιακάδα. Χιονόνερο και χαλάζι. Αστραπές και βροντές. Και σιμά στην έξοδο το ίδιο παγκάρι. Για να περιστρέφει τη φτερωτή των εποχών. Για να δίνει ζουμί σ’ αυτούς που ξεκόλιασε ο πόλεμος και ψάχνουν τον ευσπλαχνικό θεό σε ξένη γη.

Σ’ αυτούς που ξεσκατίζουν γέρους και σ’ αυτούς που γλείφουν χέστρες, σ’ αυτούς που αδειάζουν σκουπίδια στην καταβόθρα και σ’ αυτούς που φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το Νίγηρα για να τσιμπουκώσουν ευρωπαίους με πέντε ευρώ.

Περιδιαβαίνω τα άδυτα των αδύτων αυτού του κόσμου. Πολυβολεία και πολυκατοικίες, γεννητικά όργανα και θωρηκτά, αγγελούδια του Κυρίου ντυμένα τη σύφιλη των μπαμπάδων τους. Ανήσυχοι και χλομοί. Και νεκροί απ’ το φόβο τους. Αγέννητοι πριν πεθάνουν.

Κανένα φεγγάρι και κανένα περιπλανώμενο φάντασμα σ’ αυτούς του βάλτους. Η μυρουδιά της επανάληψης και του τέλματος σ’ όλες τις επικράτειες με τα ευαγή ιδρύματα και τις καραμέλες δυσκοιλιότητας. Ο Κύριος ημών έχει αποσυρθεί στην προσωπική του τουαλέτα. Τα κόπρανά του είναι πάντα γεμάτα αίμα. Το ανθρώπινο είδος αλωνίζει το ανθρώπινο είδος. Σφαγή. Ερωσθάνατος.