Ω, πρώτη, της Ανοίξεως μέρα!

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

afalos

Σε κάθε ποίημα της Άνοιξης ενυπάρχει η ιστορίας ενός σωματιδίου ανθρώπινης σάρκας που αρνήθηκε την ανάλωση του θανάτου. Η Άνοιξη δεν είναι παρά ένα όνομα που δίνεις σε μιαν αφηρημένη ιδέα.

Είναι η εποχή που ο άνθρωπος αρχίζει να θρησκεύεται με τα στοιχεία της φύσης. Που μπορεί να ξαπλώσει πάνω στ’ αγριόχορτα παρακινώντας ανθρωποειδείς ολετήρες να επιστρέψουν στην αμοιβάδα και την ανθρωποφαγία. Παρακινώντας βυζάκια στη βουλιμία.

Είναι όλα τα όπια που ζυμώνει ο ήλιος, το χνουδάκι του αφαλού προς τις νέες εβρίδες, οι μασχάλες που γαργαλιούνται συλλαμβάνοντας το βαθύτατο νόημα εκείνων των εσωτερικών νεκρών φύσεων που εκδηλώνουν την παρουσία τους μέσα απ’ τον εξορκισμό του αγγίγματος.

Η σκουριά της λαμαρίνας που τρίβεται μετά το έλκος του χειμώνα. Η αμαρτία στα δάχτυλα που θρέφει το ζεστό ζύθο απ’ τα έγκατα.

Το μαύρο μηλίγγι του δαίμονα που βράζει μέσα στη συκιά τους χυμούς. Για να φτάσει στο θαύμα του Αυγούστου. Στο σύκο και την οχιά. Στους μηρούς και την ανύμφευτη γύμνια.

Εκεί που σκάει ο λυρισμός μες στο αιδοίο και γίνεται παρανάλωμα απ’ το λιοπύρι. Γελοίος πιερότος που καπνίζει χόρτο αλβανικό στο διάλειμμα της παράστασης. Απαγγέλλοντας σκυλόσοφα ποιηματάκια σε πλουμιστές γριές που πλήττουν και λιμπίζονται γκαρσονιέρες με μικρά ξεβράκωτα λυκόπουλα.

Έτσι μπορώ να φανταστώ πως η Άνοιξη είναι πάντα εκεί και μας περιμένει. Θηλυκιά, αμάχητη, αμόλυντη, μια μεγάλη πατριωτική γη με γελάδια και πρόβατα, σπαραχτικά κοτέτσια και άντρες έτοιμους να γαμήσουν ότι κινείται, γυναίκες, παιδιά ή ζώα. Να τραντάξουν τα σπλάχνα της Δαμασκού με σκληρά ναρκωτικά και φαρμάκια.