Σκύψε Ευλογημένη

skice

Πολλές φορές η σκέψη κείτεται επίπεδη, απαρηγόρητη κι ανίσκιωτη, μπροστά στην ειρκτή των γεγονότων που σμιλεύουν την εικόνα του μέλλοντος.

Απ’ τις πολιτικές φαρμακείες και τα ιστορήματα του παρελθόντος βλέπουμε πως, όταν νίπτει κανείς τας χείρας του σε μια σύγκρουση μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων, δεν σημαίνει ότι μένει ουδέτερος, σημαίνει ότι παίρνει το μέρος των ισχυρών.

Κι αυτό είναι το αξίωμα πληρότητας της δυτικής κυριαρχίας. Όταν δεν συμμετέχεις στις συγκρούσεις είσαι με το μέρος του ισχυρού. Ο ισχυρός δεν έχει ανάγκη τη δύναμή σου για να νικήσει τον αδύναμο, αλλά τη συναίνεσή σου πως δεν θα βοηθήσεις τον αδύναμο να νικήσει τον ισχυρό.

Αυτή η μακάβρια αντιθετοαντιστροφή των συσχετισμών είναι φορεμένη σ’ όλα τα αρκουδοτόμαρα του φιλελεύθερου ιδεαλισμού που εκκλησιάζεται στις ακαδημίες. Σε όλα τα συναξάρια αποδεκτής ποίησης και σε όλα τα ελαφρόμυαλα κουβεντολόγια του καθημερινού βίου.

Ο σίγουρος πελάτης της ονειροπαγίδας του κλιματιζόμενου εφιάλτη λογαριάζει στον ιδιωτικό του νυμφώνα τα πράματα με τη μεζούρα του πλούσιου και ισχυρού που κάνει τις δεσιές και τα αρχιδοπιάσματα.

Ας σκεφτούμε μια κόρη επαρχιακής πολίχνης που νοικοκύρεψε τον ερωτικό της οίστρο στριμώχνοντας στον οργασμικό της λειμώνα τον πλούσιο σύζυγο βιομήχανο καπιταλιστή και τον στρατηλάτη δήμαρχο πολιτευτή.

Αυτή που αγοράστηκε για να έχει καθαρίστρια και διακοσμητή, τέχνη αλυσωμένη με το φαλλικό πανδαιμόνιο του καταραμένου καλλιτέχνη, εικαστική μαγγανεία περασμένη στους τοίχους της έπαυλης, τεκμήρια ισχύος και καρτεσιανής καλοζωίας.

Ας σκεφτούμε πως είμαστε αυτά τα ασπόνδυλα ανδρόγυνα που αγοράστηκαν για να διαχειρίζονται τη διακονιά και την οργή των κάτω.

Μέσα στον ανθρώπινο ζωολογικό κύκλο, τα σώματα, θηλυκά και αρσενικά, διαχωρίζονται σύμφωνα με την οικονομία της φαντασιακής ανατομίας.

Ο καπιταλιστής θέλει και μουνί και κώλο, αφού, ως διαχειριστής της αισχρότητας μπορεί να πετάγεται απ’ τη μετάληψη της θείας κοινωνίας στην παρτούζα κι απ’ την παρτούζα στην φιλανθρωπία.

Αφού έχει κατασκευάσει μια τάξη που νίπτει τας χείρας της απογειώνοντας τον ηδονοβλεπτικό της κυνισμό. Μια τάξη Πόντιων Πιλάτων που έχει υιοθετήσει την καθεστωτική βαρβαρότητα της μη θέσης.

Βολεμένοι εκατόνταρχοι και ευτραφείς πατριάρχες σκηνοθετούν τους κομπάρσους του θείου δράματος, μοιράζοντας κατουρημένα πρόσφορα στους πιστούς, σαλεύοντας με κηρύγματα μες στα μηλίγγια τους, εκεί όπου ασφαλίζουν οι κόρακες τα λεφτά τους.

Παρθενορραφή

paru

Ο σύγχρονος δούλος έχει ενσωματώσει στο εκφραστικό του λογισμικό ολόκληρη τη φρασεολογία της Κυριαρχίας. Οι απόψεις του είναι το δέρμα με το οποίο βγαίνει στην αγορά κι όχι το σώμα που ιερουργεί τις επιθυμίες του.

Ο ελάχιστος χώρος εξουσίας που του παραχωρείται είναι ο μηχανισμός αποξένωσης με το ανθρώπινο περιβάλλον γύρω του.

Η καθετοποιημένη κατοικία ζέχνει πατερναλισμό κι όχι συντροφικότητα. Η εργασία ανακουφίζει απ’ την αρρώστια του ελεύθερου χρόνου και οι κακόβουλοι θεοί των επιδοτούμενων αναγκών γίνονται σύζυγοι και θεραπαινίδες κάθε υπαρξιακής αγωνίας.

Ο έρωτας που γιατρεύει γίνεται θρύμμα και οι εραστές ενδιαφέρονται πιο πολύ για τα αντίγραφα παρά για τα πρωτότυπα.

Ο καλλιτέχνης της εικαστικής μαγγανείας που διαμορφώνει το κοινό γούστο και την κοινή ζωή αναφωνεί: Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Ζωγραφίζει ή καλλιτεχνεί για να πάρει εκδίκηση. Ξοδεύει το πολυπλόκαμο τάλαντο για να αγοράσει επαίνους και να συντηρήσει το ματαιόδοξο αρχιτεκτόνημα της ιδιοκτησίας.

Ποζάρει για να αγοραστεί. Με τα πολύχρωμα φτερά της ελευθερίας που τού χάρισε η γνώση πετά προς τις χρυσές καρφίτσες. Εκεί όπου συντελείται η εξόδιος ακολουθία των συνειρμών προς το μέγα Τίποτε.

Στο απέραντο μουσείο όπου όλα τοποθετούνται για να θεαθούν απ’ τον περιορισμένο κοινωνικό κύκλο όσων έπιασαν την καλή. Όσων μπορούν να αγοράζουν καλοζωία και ελεγχόμενη θέα προς το επέκεινα.

Τον Νυμφώνα Σου βλέπω

palaistine

Η ηδονοβλεψία του πιστού δεν είναι μια ηδονοβλεψία του λεγόμενου θείου δράματος, αλλά μια ηδονοβλεψία της αναπαράστασης και της απώλειας της αληθινής ζωής.

Το μυστήριο καθίσταται κεντρικό σημείο του βλέμματος σε μια εικόνα βαθύτατα διχασμένη, όπου διαπλέκονται το αληθινό και το προσποιητό, η πραγματικότητα και το φαινομενικό, το αυθεντικό και ο μύθος, το ορατό και το μη αναπαραστάσιμο.

Ο θεατής του θρησκευτικού δρώμενου όπως και ο θεατής της πορνογραφικής ταινίας γνωρίζει σε πια απογοήτευση τον οδηγεί το υπερβολικό πάθος του να δει, τυφλωμένος που τα είδε όλα και δεν είδε τίποτε.

Σπρωγμένος στην προκαθορισμένη αποχαύνωση ακούει και δεν ακούει. Βλέπει και δε βλέπει. Αφήνει τον πνευματικό οβελίσκο να ρυθμίσει την πνευματική του κυκλοφορία.

Ακούει τον παπά να κουρδίζει με ποιητικά ξόρκια τον παράλογο λογισμό της θεολογικής μηχανικής.

Η παράσταση ερεθίζει το θεατή. Ο πιο λεπτός ρυθμιστής της πίστης είναι τώρα η ανάσα. Καθώς ακούγονται τα κέρματα στο δαιμονικό παγκάρι. Ταΐζοντας τους Αγίους με μετρητά. Λίγο πριν ξαναβγούν οι πιστοί απ’ το ισχνό φως των κεριών στο σκληρό φως της μέρας, τρέχοντας πάλι ξανά στο οπλοστάσιο των προσωπείων για να γίνουν αυτό που δεν είναι.

Για να αφεθούν με τόση οικειότητα στον αντίδωρο κόσμο της βίας.

Στα βιβλία εσόδων και εξόδων μιας ζωής σκορπισμένης στο ευφυές σχέδιο του καπιταλιστή.

Εκεί όπου όλα τα κηρύγματα βρέχονται απ’ το χρήμα. Και το σπίτι του γάμου είναι στολισμένο με τα υφαντά της μισαλλοδοξίας. Και ο οίκος του θεού δεν θα γίνει ποτέ σπίτι του ζητιάνου και του πρόσφυγα. Καταφύγιο των σκιαγμένων απ’ τ’ αρπαχτικά.

Ωσαννά εν τοις υψίστοις

BodyArt

Από την συνθλιμμένη, διακορευμένη, λιανισμένη σάρκα κυλάει από αρχαιοτάτων χρόνων το αίμα της ανθρώπινης μοίρας. Χωρίς το μεταφυσικό οίστρο της ερμηνείας κάθε σωματικός πόρος αντιλαλεί μια κραυγή μάχης.

Αυτή η χιλιόπνοη σάρκα είναι η μοίρα μας. Είμαστε ενσαρκωμένοι άρα είμαστε ζωή και ηδονή, σήψη και θάνατος. Μονολογούμε, δηλαδή μονολογεί η σάρκα. Διαμορφώνει τον δικό της κόσμο των πραγμάτων, μικρόν μες στον μεγάλο.

Επισκεπτόμαστε εύθυμα τις πιο καταχωνιασμένες φαντασιώσεις μας. Χαρωπά λειαίνουμε τις μη αρμονικές ταλαντώσεις της κοινωνίας με τα πάθη μας. Τα φλογερά ή τα ξενέρωτα. Τα αδυσώπητα ή τα μουγκά.

Η σάρκα είναι περιτύλιγμα και συνάμα μάζα, μύες και υγρά, με πρώτο το αίμα που τραβάει το βλέμμα και ερεθίζει την όσφρηση.

Ο έρωτας ζητάει το σώμα, τη σάρκα του σώματος την οποία αποκαλύπτει γδύνοντάς το, αναζητώντας πυρετωδώς το πιο σαρκώδες σημείο.

Μικρές δαγκωματιές αντί της μεγαλοπρεπούς χαψιάς του σαρκοβόρου ζώου. Γεύση ζωικής τρέλας απ’ το σαρκώδες επίκεντρο του πόθου που φέρει σχισμάδα στη μέση, εγγράφοντας έτσι στην καθαρή ανατομική γεωγραφία την πορνογραφική του αναγνωσιμότητα.

Δεν υπάρχει ήρεμος, νηφάλιος διαχωρισμός ανάμεσα στις σάρκες στην άκρα συνουσία. Την ώρα που το μοίρασμα φτάνει στις ακρότατες επάλξεις.

Η σάρκα είναι πάντα στο χείλος του βιασμού. Γρατσουνίσματα, δαγκώματα, ξυλιές στα βιβλικά κωλομέρια στίλβοντας την πλατιά χειρονομία υποδοχής του φαλλού πάνω στους γλουτούς.

Ο κανιβαλισμός γυροφέρνει νοερά ή φανερά, σπάζοντας το τσόφλι κάθε αρχέγονης μνήμης που οδηγεί στην τρυφερή βρώση του άλλου.

Όλοι οι εραστές του κόσμου ακόμη κι οι πιο εγκρατείς, γνωρίζουν ότι το όριο ανάμεσα στο αγαπώ και στο τρώγω τον Άλλο είναι δυσδιάκριτο και σκοτεινό.

Η σάρκα είναι πρωτίστως εύθραυστη. Αιχμές και λάμες και χατζάρες την απειλούν. Σφαίρες με μπαρούτι από βιασμό, βασανιστήρια και φόνο. Κλουβιά και κηρύγματα. Πολιτισμός διαστρεβλωμένος, κανοναρχούμενος απ’ τους φανατικούς ανθρωποβοσκούς.

Με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα. Με σκυλιά και χωροφύλακες. Με καταδρομείς και ιερωμένους. Συμβόλαια παρθενίας ή διακόρευσης.

Λάζαρε Δεύρο Έξω

prince

εικαστική απεικόνισις του Πρίγκηπος Prince  

στο Γιάννη Ζελιαναίο και στο Βάσο Γεώργα 

Παραδόξως διαισθάνομαι την απειλητική μαγγανεία του Πρίγκηπος. Τα βόλια απ’ την αφόρητη διαφάνεια της περιστρεφόμενης διάθεσης του που αυτομόλησε στο λυγμό και στην απαλή λάβρα.

Η παρακμή, διατυμπάνιζε ποιητικο-σπασμωδικώς, δεν είναι διόλου πιο ασταθής και διόλου πιο παράδοξη από την άνοδο.

Το μαζικό λοξοδρόμισμα στη χαρά και τη μουσική που απογειώνει τα πάθη.

Η θλίψη της φτώχειας μες στο φόντο της γενικής τύφλωσης παίρνει θέση πάνω στη σκηνή βγάζοντας απ’ τη λιχούδικη φωνή του Πρίγκηπος ζεστό χνώτο αγριάδας κι ευγνωμοσύνης.

Μόνο χορός και ρυθμός που κροταλίζει και μόνο σκυθρωπή και επίμονη σοβαρότητα για να καρναβαλίσει κάθε μουσικό σπασμό της επιληπτικής του ιδιοφυΐας.

Και μόνο συναίσθημα δρόμου και περιπλάνησης όταν καθόταν έξω από τα McDonald’s, μόνο και μόνο για να μυρίζει, επειδή δεν είχε λεφτά για να αγοράσει φαγητό.

Και μόνο αυτός, ο προβοκάτορας της καλοζωίας, γλίστρησε στο: Δεν πιστεύω στον χρόνο. Δεν μετράω. Όταν μετράς, γερνάς.

Πρίγκιπας όλων των εθισμών και χρυσόψαρο μαγκωμένο στις κοριτσίστικες λούπες χαράς και οδύνης του ψυχωτικού βυθού του θεάματος.

Ανδρόγυνος έως λειψάνου. Παράλυτο εμπόρευμα της Αμερικής. Μαύρος, φρικιό, που η γάγγραινά του άνθισε σε κομμωτήρια ρουχάδικα και φαστφούντ.

Καψομένος, καταμόναχος και για πάντα φτωχός, μες στη χλιδή που ευωδά το ματαιόδοξο πλοκάμι της στ’ αυτί του θανάτου.

Τραγούδα τώρα γκεσέμι και ρουφήχτρα που εξόκειλες στον Ιεχωβά. Τραγούδα αλειμμένε λάδι και βλαμμένε αβυσσάρχη, ο ήλιος θα σε σπείρει στην αμφίστομη κόγχη Της. Στη σχισμή της.

Λάζαρε δεύρο έξω.

You don’t have to be rich/to be my girl/You don’t have to be cool/to rule my world.

Ελεγείο για τον Κάτω Κόσμο της

mlghhoc

Έχω μαύρη διάθεση, αθώα και
σκέφτομαι την αγάπη μου για
σένα και τα μαλλιά σου. Το αίμα
σου πάνω στο σάλιο μου
αποχαιρετιστήρια περιφρόνηση
των σπλάχνων την ώρα της
συγκομιδής λυγμού. Την ώρα
που σε βάφτισα πλαγγόνα στο
βασίλειο των αφρών και σε είπα
Αφρόεσσα μπρούμυτη όλων των
Καθεστώτων, όλων, που, ανασκολόπισε
η χαρά, η δίνη απ’ τις χλιαρές μωρούδες.
Ψιχαλισμένα τσίνορα στα μπούτια
πάνω στην υγρή χλόη των νταντάδων.

Πως να μαγειρέψεις τη ζωή σου

viks13 (1)

στο Λιθουανό φωτογράφο Rimaldas Viksraitis

Διαβάζω και μυρίζω τα πράγματα γύρω μου σαν σκύλος ως γνωστόν. Καταστρέφω χαρωπά τις ψευδαισθήσεις μου με τη μη δημιουργική μου γραφή και τις βαθιές λαχτάρες μου.

Πιστός στην τέχνη της ατέλειας και στην εικονογράφηση του μη ορατού που είναι τόσο πραγματικό και υλικό που βγάζει μάτι.

Δεν ακούμε μόνο με τ’ αυτιά και δεν βλέπουμε μόνο με τα μάτια. Βλέπουμε ακούγοντας και ακούμε βλέποντας. Κι αυτή η συνθήκη της φύσης είναι η αρχή κάθε καλλιτεχνικής πράξης. Είναι ο ζωτικός διακανονισμός του κορμιού μας με το άπειρο διάστημα χαράς και πόνου που ξεδιπλώνεται γύρω μας.

Ο άνθρωπος γίνεται καλλιτέχνης εκεί που ζει και αναπνέει. Δεν χρειάζεται να πάει στο Βερολίνο ή στο Παρίσι. Η ποίηση είναι παντού. Στο χωριό και στην πόλη. Στην εξοχή και τις απρόσιτες ραχούλες.

Ένα Λιθουανός φωτογράφος τριγυρίζει με το ποδήλατό του στα χωριά και φωτογραφίζει. Οι αναζητήσεις του τον οδηγούν σε έναν άγνωστο κόσμο ο οποίος εκ πρώτης όψεως φοβίζει, μοιάζει λίγο τρομακτικός έως καταθλιπτικός και μίζερος.

Παρατηρώντας όμως καλύτερα θα διαπιστώσει κανείς ανθρώπινη χαρά και δημιουργική αναρχία. Αφήγηση μέσα από στιβαρές συνθέσεις. Η ομορφιά και το συναίσθημα υπάρχουν ακόμη και σε εικόνες παρακμής και ανέχειας.

Αυτοσαρκασμός, χιούμορ και τρέλα. Κάθε εικόνα μοναδική και αυτόνομη μικρή ιστορία. Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και τα επιμέρους στοιχεία, κοινά σε κάθε φωτογραφία, είναι αυτά που συνθέτουν την τελική μεγάλη εικόνα του κόσμου.

Είναι ένας κόσμος λίγο τρελός και υπέροχα σουρεαλιστικός. Ένας κόσμος έξω απ’ τα ρούχα του, με τον πιο φυσικό τρόπο, με τα οικόσιτα ζώα του να συμμετέχουν κι αυτά στο πανηγύρι.

Εκεί όπου αργοπεθαίνουν όλοι μαζί, ναρκοθετώντας τα κηρύγματα των βλοσυρών επισκόπων.

Αγκαλιασμένοι, γεμάτοι χαρά και καύλα, με του ευσπλαχνικού αλκοολισμού τη συντροφιά, παίρνοντας χαιρέκακα εκδίκηση για τις μέρες της οδύνης.