ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Απρίλιος, 2016

Σκύψε Ευλογημένη

skice

Πολλές φορές η σκέψη κείτεται επίπεδη, απαρηγόρητη κι ανίσκιωτη, μπροστά στην ειρκτή των γεγονότων που σμιλεύουν την εικόνα του μέλλοντος.

Απ’ τις πολιτικές φαρμακείες και τα ιστορήματα του παρελθόντος βλέπουμε πως, όταν νίπτει κανείς τας χείρας του σε μια σύγκρουση μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων, δεν σημαίνει ότι μένει ουδέτερος, σημαίνει ότι παίρνει το μέρος των ισχυρών.

Κι αυτό είναι το αξίωμα πληρότητας της δυτικής κυριαρχίας. Όταν δεν συμμετέχεις στις συγκρούσεις είσαι με το μέρος του ισχυρού. Ο ισχυρός δεν έχει ανάγκη τη δύναμή σου για να νικήσει τον αδύναμο, αλλά τη συναίνεσή σου πως δεν θα βοηθήσεις τον αδύναμο να νικήσει τον ισχυρό.

Αυτή η μακάβρια αντιθετοαντιστροφή των συσχετισμών είναι φορεμένη σ’ όλα τα αρκουδοτόμαρα του φιλελεύθερου ιδεαλισμού που εκκλησιάζεται στις ακαδημίες. Σε όλα τα συναξάρια αποδεκτής ποίησης και σε όλα τα ελαφρόμυαλα κουβεντολόγια του καθημερινού βίου.

Ο σίγουρος πελάτης της ονειροπαγίδας του κλιματιζόμενου εφιάλτη λογαριάζει στον ιδιωτικό του νυμφώνα τα πράματα με τη μεζούρα του πλούσιου και ισχυρού που κάνει τις δεσιές και τα αρχιδοπιάσματα.

Ας σκεφτούμε μια κόρη επαρχιακής πολίχνης που νοικοκύρεψε τον ερωτικό της οίστρο στριμώχνοντας στον οργασμικό της λειμώνα τον πλούσιο σύζυγο βιομήχανο καπιταλιστή και τον στρατηλάτη δήμαρχο πολιτευτή.

Αυτή που αγοράστηκε για να έχει καθαρίστρια και διακοσμητή, τέχνη αλυσωμένη με το φαλλικό πανδαιμόνιο του καταραμένου καλλιτέχνη, εικαστική μαγγανεία περασμένη στους τοίχους της έπαυλης, τεκμήρια ισχύος και καρτεσιανής καλοζωίας.

Ας σκεφτούμε πως είμαστε αυτά τα ασπόνδυλα ανδρόγυνα που αγοράστηκαν για να διαχειρίζονται τη διακονιά και την οργή των κάτω.

Μέσα στον ανθρώπινο ζωολογικό κύκλο, τα σώματα, θηλυκά και αρσενικά, διαχωρίζονται σύμφωνα με την οικονομία της φαντασιακής ανατομίας.

Ο καπιταλιστής θέλει και μουνί και κώλο, αφού, ως διαχειριστής της αισχρότητας μπορεί να πετάγεται απ’ τη μετάληψη της θείας κοινωνίας στην παρτούζα κι απ’ την παρτούζα στην φιλανθρωπία.

Αφού έχει κατασκευάσει μια τάξη που νίπτει τας χείρας της απογειώνοντας τον ηδονοβλεπτικό της κυνισμό. Μια τάξη Πόντιων Πιλάτων που έχει υιοθετήσει την καθεστωτική βαρβαρότητα της μη θέσης.

Βολεμένοι εκατόνταρχοι και ευτραφείς πατριάρχες σκηνοθετούν τους κομπάρσους του θείου δράματος, μοιράζοντας κατουρημένα πρόσφορα στους πιστούς, σαλεύοντας με κηρύγματα μες στα μηλίγγια τους, εκεί όπου ασφαλίζουν οι κόρακες τα λεφτά τους.

Παρθενορραφή

paru

Ο σύγχρονος δούλος έχει ενσωματώσει στο εκφραστικό του λογισμικό ολόκληρη τη φρασεολογία της Κυριαρχίας. Οι απόψεις του είναι το δέρμα με το οποίο βγαίνει στην αγορά κι όχι το σώμα που ιερουργεί τις επιθυμίες του.

Ο ελάχιστος χώρος εξουσίας που του παραχωρείται είναι ο μηχανισμός αποξένωσης με το ανθρώπινο περιβάλλον γύρω του.

Η καθετοποιημένη κατοικία ζέχνει πατερναλισμό κι όχι συντροφικότητα. Η εργασία ανακουφίζει απ’ την αρρώστια του ελεύθερου χρόνου και οι κακόβουλοι θεοί των επιδοτούμενων αναγκών γίνονται σύζυγοι και θεραπαινίδες κάθε υπαρξιακής αγωνίας.

Ο έρωτας που γιατρεύει γίνεται θρύμμα και οι εραστές ενδιαφέρονται πιο πολύ για τα αντίγραφα παρά για τα πρωτότυπα.

Ο καλλιτέχνης της εικαστικής μαγγανείας που διαμορφώνει το κοινό γούστο και την κοινή ζωή αναφωνεί: Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Ζωγραφίζει ή καλλιτεχνεί για να πάρει εκδίκηση. Ξοδεύει το πολυπλόκαμο τάλαντο για να αγοράσει επαίνους και να συντηρήσει το ματαιόδοξο αρχιτεκτόνημα της ιδιοκτησίας.

Ποζάρει για να αγοραστεί. Με τα πολύχρωμα φτερά της ελευθερίας που τού χάρισε η γνώση πετά προς τις χρυσές καρφίτσες. Εκεί όπου συντελείται η εξόδιος ακολουθία των συνειρμών προς το μέγα Τίποτε.

Στο απέραντο μουσείο όπου όλα τοποθετούνται για να θεαθούν απ’ τον περιορισμένο κοινωνικό κύκλο όσων έπιασαν την καλή. Όσων μπορούν να αγοράζουν καλοζωία και ελεγχόμενη θέα προς το επέκεινα.

Τον Νυμφώνα Σου βλέπω

palaistine

Η ηδονοβλεψία του πιστού δεν είναι μια ηδονοβλεψία του λεγόμενου θείου δράματος, αλλά μια ηδονοβλεψία της αναπαράστασης και της απώλειας της αληθινής ζωής.

Το μυστήριο καθίσταται κεντρικό σημείο του βλέμματος σε μια εικόνα βαθύτατα διχασμένη, όπου διαπλέκονται το αληθινό και το προσποιητό, η πραγματικότητα και το φαινομενικό, το αυθεντικό και ο μύθος, το ορατό και το μη αναπαραστάσιμο.

Ο θεατής του θρησκευτικού δρώμενου όπως και ο θεατής της πορνογραφικής ταινίας γνωρίζει σε πια απογοήτευση τον οδηγεί το υπερβολικό πάθος του να δει, τυφλωμένος που τα είδε όλα και δεν είδε τίποτε.

Σπρωγμένος στην προκαθορισμένη αποχαύνωση ακούει και δεν ακούει. Βλέπει και δε βλέπει. Αφήνει τον πνευματικό οβελίσκο να ρυθμίσει την πνευματική του κυκλοφορία.

Ακούει τον παπά να κουρδίζει με ποιητικά ξόρκια τον παράλογο λογισμό της θεολογικής μηχανικής.

Η παράσταση ερεθίζει το θεατή. Ο πιο λεπτός ρυθμιστής της πίστης είναι τώρα η ανάσα. Καθώς ακούγονται τα κέρματα στο δαιμονικό παγκάρι. Ταΐζοντας τους Αγίους με μετρητά. Λίγο πριν ξαναβγούν οι πιστοί απ’ το ισχνό φως των κεριών στο σκληρό φως της μέρας, τρέχοντας πάλι ξανά στο οπλοστάσιο των προσωπείων για να γίνουν αυτό που δεν είναι.

Για να αφεθούν με τόση οικειότητα στον αντίδωρο κόσμο της βίας.

Στα βιβλία εσόδων και εξόδων μιας ζωής σκορπισμένης στο ευφυές σχέδιο του καπιταλιστή.

Εκεί όπου όλα τα κηρύγματα βρέχονται απ’ το χρήμα. Και το σπίτι του γάμου είναι στολισμένο με τα υφαντά της μισαλλοδοξίας. Και ο οίκος του θεού δεν θα γίνει ποτέ σπίτι του ζητιάνου και του πρόσφυγα. Καταφύγιο των σκιαγμένων απ’ τ’ αρπαχτικά.

Ωσαννά εν τοις υψίστοις

BodyArt

Από την συνθλιμμένη, διακορευμένη, λιανισμένη σάρκα κυλάει από αρχαιοτάτων χρόνων το αίμα της ανθρώπινης μοίρας. Χωρίς το μεταφυσικό οίστρο της ερμηνείας κάθε σωματικός πόρος αντιλαλεί μια κραυγή μάχης.

Αυτή η χιλιόπνοη σάρκα είναι η μοίρα μας. Είμαστε ενσαρκωμένοι άρα είμαστε ζωή και ηδονή, σήψη και θάνατος. Μονολογούμε, δηλαδή μονολογεί η σάρκα. Διαμορφώνει τον δικό της κόσμο των πραγμάτων, μικρόν μες στον μεγάλο.

Επισκεπτόμαστε εύθυμα τις πιο καταχωνιασμένες φαντασιώσεις μας. Χαρωπά λειαίνουμε τις μη αρμονικές ταλαντώσεις της κοινωνίας με τα πάθη μας. Τα φλογερά ή τα ξενέρωτα. Τα αδυσώπητα ή τα μουγκά.

Η σάρκα είναι περιτύλιγμα και συνάμα μάζα, μύες και υγρά, με πρώτο το αίμα που τραβάει το βλέμμα και ερεθίζει την όσφρηση.

Ο έρωτας ζητάει το σώμα, τη σάρκα του σώματος την οποία αποκαλύπτει γδύνοντάς το, αναζητώντας πυρετωδώς το πιο σαρκώδες σημείο.

Μικρές δαγκωματιές αντί της μεγαλοπρεπούς χαψιάς του σαρκοβόρου ζώου. Γεύση ζωικής τρέλας απ’ το σαρκώδες επίκεντρο του πόθου που φέρει σχισμάδα στη μέση, εγγράφοντας έτσι στην καθαρή ανατομική γεωγραφία την πορνογραφική του αναγνωσιμότητα.

Δεν υπάρχει ήρεμος, νηφάλιος διαχωρισμός ανάμεσα στις σάρκες στην άκρα συνουσία. Την ώρα που το μοίρασμα φτάνει στις ακρότατες επάλξεις.

Η σάρκα είναι πάντα στο χείλος του βιασμού. Γρατσουνίσματα, δαγκώματα, ξυλιές στα βιβλικά κωλομέρια στίλβοντας την πλατιά χειρονομία υποδοχής του φαλλού πάνω στους γλουτούς.

Ο κανιβαλισμός γυροφέρνει νοερά ή φανερά, σπάζοντας το τσόφλι κάθε αρχέγονης μνήμης που οδηγεί στην τρυφερή βρώση του άλλου.

Όλοι οι εραστές του κόσμου ακόμη κι οι πιο εγκρατείς, γνωρίζουν ότι το όριο ανάμεσα στο αγαπώ και στο τρώγω τον Άλλο είναι δυσδιάκριτο και σκοτεινό.

Η σάρκα είναι πρωτίστως εύθραυστη. Αιχμές και λάμες και χατζάρες την απειλούν. Σφαίρες με μπαρούτι από βιασμό, βασανιστήρια και φόνο. Κλουβιά και κηρύγματα. Πολιτισμός διαστρεβλωμένος, κανοναρχούμενος απ’ τους φανατικούς ανθρωποβοσκούς.

Με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα. Με σκυλιά και χωροφύλακες. Με καταδρομείς και ιερωμένους. Συμβόλαια παρθενίας ή διακόρευσης.

Λάζαρε Δεύρο Έξω

prince

εικαστική απεικόνισις του Πρίγκηπος Prince  

στο Γιάννη Ζελιαναίο και στο Βάσο Γεώργα 

Παραδόξως διαισθάνομαι την απειλητική μαγγανεία του Πρίγκηπος. Τα βόλια απ’ την αφόρητη διαφάνεια της περιστρεφόμενης διάθεσης του που αυτομόλησε στο λυγμό και στην απαλή λάβρα.

Η παρακμή, διατυμπάνιζε ποιητικο-σπασμωδικώς, δεν είναι διόλου πιο ασταθής και διόλου πιο παράδοξη από την άνοδο.

Το μαζικό λοξοδρόμισμα στη χαρά και τη μουσική που απογειώνει τα πάθη.

Η θλίψη της φτώχειας μες στο φόντο της γενικής τύφλωσης παίρνει θέση πάνω στη σκηνή βγάζοντας απ’ τη λιχούδικη φωνή του Πρίγκηπος ζεστό χνώτο αγριάδας κι ευγνωμοσύνης.

Μόνο χορός και ρυθμός που κροταλίζει και μόνο σκυθρωπή και επίμονη σοβαρότητα για να καρναβαλίσει κάθε μουσικό σπασμό της επιληπτικής του ιδιοφυΐας.

Και μόνο συναίσθημα δρόμου και περιπλάνησης όταν καθόταν έξω από τα McDonald’s, μόνο και μόνο για να μυρίζει, επειδή δεν είχε λεφτά για να αγοράσει φαγητό.

Και μόνο αυτός, ο προβοκάτορας της καλοζωίας, γλίστρησε στο: Δεν πιστεύω στον χρόνο. Δεν μετράω. Όταν μετράς, γερνάς.

Πρίγκιπας όλων των εθισμών και χρυσόψαρο μαγκωμένο στις κοριτσίστικες λούπες χαράς και οδύνης του ψυχωτικού βυθού του θεάματος.

Ανδρόγυνος έως λειψάνου. Παράλυτο εμπόρευμα της Αμερικής. Μαύρος, φρικιό, που η γάγγραινά του άνθισε σε κομμωτήρια ρουχάδικα και φαστφούντ.

Καψομένος, καταμόναχος και για πάντα φτωχός, μες στη χλιδή που ευωδά το ματαιόδοξο πλοκάμι της στ’ αυτί του θανάτου.

Τραγούδα τώρα γκεσέμι και ρουφήχτρα που εξόκειλες στον Ιεχωβά. Τραγούδα αλειμμένε λάδι και βλαμμένε αβυσσάρχη, ο ήλιος θα σε σπείρει στην αμφίστομη κόγχη Της. Στη σχισμή της.

Λάζαρε δεύρο έξω.

You don’t have to be rich/to be my girl/You don’t have to be cool/to rule my world.

Ελεγείο για τον Κάτω Κόσμο της

mlghhoc

Έχω μαύρη διάθεση, αθώα και
σκέφτομαι την αγάπη μου για
σένα και τα μαλλιά σου. Το αίμα
σου πάνω στο σάλιο μου
αποχαιρετιστήρια περιφρόνηση
των σπλάχνων την ώρα της
συγκομιδής λυγμού. Την ώρα
που σε βάφτισα πλαγγόνα στο
βασίλειο των αφρών και σε είπα
Αφρόεσσα μπρούμυτη όλων των
Καθεστώτων, όλων, που, ανασκολόπισε
η χαρά, η δίνη απ’ τις χλιαρές μωρούδες.
Ψιχαλισμένα τσίνορα στα μπούτια
πάνω στην υγρή χλόη των νταντάδων.

Πως να μαγειρέψεις τη ζωή σου

viks13 (1)

στο Λιθουανό φωτογράφο Rimaldas Viksraitis

Διαβάζω και μυρίζω τα πράγματα γύρω μου σαν σκύλος ως γνωστόν. Καταστρέφω χαρωπά τις ψευδαισθήσεις μου με τη μη δημιουργική μου γραφή και τις βαθιές λαχτάρες μου.

Πιστός στην τέχνη της ατέλειας και στην εικονογράφηση του μη ορατού που είναι τόσο πραγματικό και υλικό που βγάζει μάτι.

Δεν ακούμε μόνο με τ’ αυτιά και δεν βλέπουμε μόνο με τα μάτια. Βλέπουμε ακούγοντας και ακούμε βλέποντας. Κι αυτή η συνθήκη της φύσης είναι η αρχή κάθε καλλιτεχνικής πράξης. Είναι ο ζωτικός διακανονισμός του κορμιού μας με το άπειρο διάστημα χαράς και πόνου που ξεδιπλώνεται γύρω μας.

Ο άνθρωπος γίνεται καλλιτέχνης εκεί που ζει και αναπνέει. Δεν χρειάζεται να πάει στο Βερολίνο ή στο Παρίσι. Η ποίηση είναι παντού. Στο χωριό και στην πόλη. Στην εξοχή και τις απρόσιτες ραχούλες.

Ένα Λιθουανός φωτογράφος τριγυρίζει με το ποδήλατό του στα χωριά και φωτογραφίζει. Οι αναζητήσεις του τον οδηγούν σε έναν άγνωστο κόσμο ο οποίος εκ πρώτης όψεως φοβίζει, μοιάζει λίγο τρομακτικός έως καταθλιπτικός και μίζερος.

Παρατηρώντας όμως καλύτερα θα διαπιστώσει κανείς ανθρώπινη χαρά και δημιουργική αναρχία. Αφήγηση μέσα από στιβαρές συνθέσεις. Η ομορφιά και το συναίσθημα υπάρχουν ακόμη και σε εικόνες παρακμής και ανέχειας.

Αυτοσαρκασμός, χιούμορ και τρέλα. Κάθε εικόνα μοναδική και αυτόνομη μικρή ιστορία. Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και τα επιμέρους στοιχεία, κοινά σε κάθε φωτογραφία, είναι αυτά που συνθέτουν την τελική μεγάλη εικόνα του κόσμου.

Είναι ένας κόσμος λίγο τρελός και υπέροχα σουρεαλιστικός. Ένας κόσμος έξω απ’ τα ρούχα του, με τον πιο φυσικό τρόπο, με τα οικόσιτα ζώα του να συμμετέχουν κι αυτά στο πανηγύρι.

Εκεί όπου αργοπεθαίνουν όλοι μαζί, ναρκοθετώντας τα κηρύγματα των βλοσυρών επισκόπων.

Αγκαλιασμένοι, γεμάτοι χαρά και καύλα, με του ευσπλαχνικού αλκοολισμού τη συντροφιά, παίρνοντας χαιρέκακα εκδίκηση για τις μέρες της οδύνης.

Έξω

viks18

Είμαι σε θέση να αφυπνίσω κορμάρες που με οδήγησαν στα αντιβιοτικά της χαράς. Στο πανδαιμόνιο από μανίες που μουτζουρώνουν παλαιούς χάρτες, κάνοντας την ιερή μουτζούρα δώρο σε καθυστερημένα παιδιά σαν εμένα.

Σε μια ζαλιστική αιώνια μελαγχολία της ταχύτητας προτιμώ τις διαδρομές με τα πόδια που δεν έχουν καβγάδες και ανταγωνισμούς εσωτερικών χώρων. Θέλω να είμαι ο καθυστερημένος που περπατά κι όχι ο γρήγορος που παραμένει ακίνητος μέσα στο σχετικιστικό λούνα παρκ της τεχνολογικής εκκλησίας.

Τα κλειστά μέσα μεταφοράς και μετακίνησης πάσχουν απ’ τους πιο απίθανους συνδυασμούς κλειστοφοβίας. Ο χωροχρόνος τους είναι στατιστικά παθητικός παρά την άγρια δυναμική τους.

Όσοι όμως περπατούν συνθέτουν έναν εαυτό που ρέει μες τη δεμένη με αξιώσεις μη ισχύος, χαοτική διεργασία του σύμπαντος κόσμου. Δηλαδή μέσα στη χαρά που μας περπατάει σε όλες τις εποχές του χρόνου.

Και επιστρέφουμε απ’ τις εξοχές και τον έξοχο βίο της υπαίθρου. Εισβάλουμε στα βιβλία μας ξανά ψάχνοντας να βρούμε αυτό που μας ξέφυγε στην εξοχή. Έξω.

Πατρίς, θρησκεία, στρατός και μαλακία

parti

Κάθε φορά που εμφανίζεται η λέξη στύση, η δικαιοσύνη και η σεμνότητα χτυπάνε κόκκινο, έγραφε ο Αραγκόν στην εισαγωγή του στο βλάσφημο βιβλιαράκι του Απολλιναίρ, Έντεκα Χιλιάδες Βέργες.

Σαδομαζοχιστικές αποχρώσεις. Ποίηση και άσεμνη βουλιμία. Ένας πόλεμος εναντίον των πολέμων. Οι ετοιμοθάνατοι και καταρρέοντες δυτικοί ξαναγεννιούνται.

Μια γενιά που λησμονεί το θάνατο προβάλλοντας τον έρωτα. Τέχνη, λογοτεχνία και σινεμά συνδυάζονται μέσα σ’ ένα ανήσυχο παιδιάστικο βλέμμα, πετώντας πέτρες στη σεμνοτυφία, τη σεξουαλική καταπίεση και τα θρησκευτικά ταμπού.

Η σεξουαλικότητα και ο αντικληρικαλισμός είναι τα δύο μέσα για την εκρίζωση των συμβάσεων. Σφοδρά αντιχριστιανικός ο Λουίς Μπουνιουέλ σκανδαλίζει γελοιοποιώντας τις ηθικές αξίες και προκαλεί το μένος της λογοκρισίας.

Η σκηνή του ματιού που χαράζεται από ξυράφι στον Ανδαλουσιανό Σκύλο αλλά και η φετιχιστική λειχία του μεγάλου δακτύλου ενός ποδιού αγάλματος στη Χρυσή Εποχή βγάζουν μάτι.

Οι πρωτοπόροι Μπρετόν, Ελυάρ και Μαξ Ερνστ ρίχνουν ένα σουρεαλιστικό βλαστήμι στη θρησκεία με το έργο τους: Η Παρθένα τιμωρός του τέκνου Ιησού μπροστά σε τρεις μάρτυρες, αποδίδοντας μια αρχή ηδονής στο ράπισμα στους γλουτούς ως τιμωρία.

Στις μέρες μας ο αντικληρικαλισμός δεν βρίσκεται στο προσκήνιο ελείψει μαχητών. Μάλιστα σε μιαν άνευ όρων παράδοση της επαναστατικής σκέψης στο κατεστημένο, έχουν απονεκρώσει όλες οι φωνές που κάποτε λιβελογραφούσαν εναντίον της αντιδραστικής και εγκληματικής θρησκείας.

Ο περίφημος ιστορικός συμβιβασμός της λεγόμενης αριστεράς πασάλειψε το προλεταριάτο με σκατά.

Οι αριστεροί επαναστάτες του κώλου έγιναν αστέρες που αφομοιώθηκαν απ’ το κατεστημένο. Έβγαλαν λεφτά και απέκτησαν εξουσία. Αρκεί η φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα για να καλύψεις την καλοκεντημένη σου πουστιά.

Η κόκκινη μικροαστική γλίτσα του συμβιβασμένου αριστερούλη.

Αν κατάφεραν κάτι σπουδαίο οι σουρεαλιστές αυτό ήταν η τέχνη της πρόκλησης και της εκκεντρικότητας. Η Κικί λοιπόν, ιέρεια του Μονπαρνάς σερβίρει το βυζί της με ένα δίσκο, δείχνοντας τα μπούτια της στον αστό περιπατητή της Κυριακής.

Αυτό λοιπόν μαθαίνουμε άριστα στα παιδάκια μας. Να δείχνουν τα χαρίσματά τους στον Κύριο Ισχυρό της κυριαρχίας, για να τα αγοράσει κοψοχρονιά και να τα βάλει στην εταιρία. Να βρουν δουλειά.

Παρακαλέστε τον Κύριο να σας πάρει στη δουλειά.

Μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου, τραγουδήστε στα τσακάλια.

Πάρτε Κύριε λαχεία.

Πάρτε κώλο τρυφερό.

Είμαστε γκαρσόνια φίνα.

Πατρίς, θρησκεία, στρατός και μαλακία.

Απλή μέθοδος των φαλλών

apli

Κι απ’ το βυθό Αντιπαξών
πιο φαλλικοί οι Πρίαποι.
Οι σαύρες ανάμεσα στο νηστικό λιθάρι.
Η θάλασσα
που γδύνεται το αλάτι και φορά
το σάλιο μιας παιδούλας
ολόισια ανεβαίνοντας το δάχτυλο
να ισιώσει
το μονοπάτι που οδηγεί την ηδονή στη διαπασών
χαστούκι δίνοντας στο γούστο του κοινού
η ξαφνική καλοκαιριά
φωνάζοντας
Απεταξάμην το μαγιό
Τα ρούχα
Τη σαβούρα
Το θεό
Απεταξάμην

Βαπτιστήριον

vaptist

Συμπονώ τους ανθρώπους που αυτοφωτογραφίζονται. Και αυτολιβανίζονται και αυτοδείχνονται και αυτοπαρουσιάζονται.

Η μεγαλοσύνη τους είναι γεμάτη στεναγμούς και αναστεναγμούς και φωτογραφίες του παρελθόντος απ’ τη Λόντρα ή το Λιανοκλάδι. Αγκαλιά με τον Έλιοτ ή τη Ντίνα Σπάθη.

Συλλογίζομαι, λέει, πως είμαι στων ποντικών το μονοπάτι, εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκκαλά τους. Εκεί που το υπαρκτό και το ανύπαρκτο σέρνει το άρμα της ματαιοδοξίας.

Απ’ τις μωρούδες που αφήνουν τον ίσκιο τους στο ανήλιαγο Βασίλειο του κινητού, που κινείται με ταχύτητα θανάτου, μέχρι τα σκύβαλα και τα γερόντια που βγάζουν τη μοναδική τους περίπτωση στο σφυρί, μεσολαβεί ο παράδεισος των αργόσχολων περιπατητών του διαδικτύου.

Ο ποιητής απαγγέλλει ή ο ποιητής χαϊδεύει τη γάτα του, φωτογραφίζει τη φίλη του για να τη δείχνει στους φίλους του. Μια κοπελίτσα δείχνει το καλτσόν που αγόρασε. Φρέσκο φασκιωμένο μπούτι. Δίπλα ένα βουνό από σωσίβια προσφύγων και νεολαίοι που πίνουν φραπέ, με τον οίστρο κομισάριου που στέλνει μηνύματα στο υπερπέραν.

Ένας Αχέροντας του πάνω Κόσμου μέσα στην ψηφιακή καταβόθρα. Μέσα στο καζάνι που εξαντλούνται όλα τα όνειρα. Εκεί που σιγοβράζουν οι αυτόκλητοι εραστές κάθε ανεκπλήρωτης επιθυμίας με τα τρυφερά τους γλυκόλογα, τις υψηλές πιέσεις και τους ατμούς απ’ τον ζεστό βουλκανισμό τους.

Όντα που μεταβάλουν βαθμηδόν την καθημερινή τους ζωή σε αυτοαφήγηση με ελεγχόμενα γεγονότα.

Καιρός για φλερτ και αποταμίευση. Αφήστε την κατάχρηση εξουσίας σε άλλους.

Εσείς που βρήκατε τον ομφαλό της γης και το καζάνι της ερωτικής ανωνυμίας. Μια φαντασμαγορία συρμών και τάσεων. Ένα μείγμα συντέλειας και γοητείας.

Γοητεία που διαθέτει το κάθε τι παραπεταμένο και ξεπερασμένο, το κάθε υπόλειμμα πάνω στο οποίο ο πολιτισμός χαράσσει και αποτυπώνει τα βαθύτερα μυστικά του.

Κι εσείς αυτόφωτοι ποιητές με τις χίλιες συνεντεύξεις σας και τις χίλιες δυο φωτογραφίες σας ψάχνω να βρω ποιήματά σας να διαβάσω μα δε βρίσκω. Μονάχα συνεντεύξεις συμβουλές πόζα ακαδημαϊκή.

Μονάχα εσείς δικαιούστε να μιλάτε στο νεωτερικό παχνί.

Άγαμοι κληρικοί που δίνουν συμβουλές γάμου.

Mη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα

mhn

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα
να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες
να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία
θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν
ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί
να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία
να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος
σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου
μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις
κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

Σπουδή

aleph1

Αντισταθείτε στη φθορά της φθοράς.
Φιλήστε ένα βιβλίο στο στόμα. Γράψτε
τη λέξη πολυπλόκαμος εφτά φορές με
εφτά στυλό εφτά μέρες επί εφτά χρόνια.
Συχνά απ’ τις θύελλες της αγάπης πάρτε
κουράγιο. Χωρίς εσένα είμαι νεκρός πείτε
στην υποψήφια αγαπημένη σας. Στην
υποψήφια νύφη. Στη γυμνή ύπαρξη που
θα βγάλει τις μεταξωτές της κάλτσες και
τη στολή μπαλαρίνας και το τιγρέ καπέλο
και τις καταδρομικές μπότες και τη στολή
της νοικοκυράς και τα ψηλά τακούνια και
τα μοβ φτερά και την αποκριάτικη μάσκα.

Make Love

Kissing-Coppers

Περιγράφω την αστυνομία της Ελλάδος όπως και την αστυνομία του Βελγίου ή την αστυνομία της Αμερικής. Απομεινάρια της χούντας και των πολέμων. Απομεινάρι της τρομάρας του καπιταλιστή απ’ τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο όταν αναθάρρησαν οι καταφρονεμένοι.

Η εξουσία που δε στηρίζεται στα ρόπαλα των μπάτσων δεν είναι εξουσία. Η ελεύθερη αγορά διαθέτει σκλάβους. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς σκλαβιά. Οι σκλαβωμένοι κοσκινίζουν το αμμοχάλικο και βγάζουν απ’ το καμίνι με γυμνά χέρια το πυρωμένο κεραμίδι που θα στεγάσει τα ελεύθερα κεφάλια μας.

Ξεσκατίζουν βρέφη και γέρους. Αβγαταίνουν με το αίμα τους τη φράουλα στη Μανωλάδα.

Η ουρά του μπασκίνα είναι ο εθνοφύλακας πατριώτης και ο ψυχαναγκασμός της δύναμης.

Η θηριωδία είναι κανόνας που ζωντανεύει μ’ εκείνο το θολό ζωώδη τρόπο της βίας.

Απ’ τους άμβωνες οι παπάδες συνεργούν στη βία. Η θεοκρατία είναι η πιο αποτελεσματική μορφή βίας.

Ο χαφιές αλλάζει μορφή. Τα υπέροχα πανεπιστήμια της Αμερικής σκόρπισαν για λίπασμα τους ψυχολόγους στις κοινωνίες που άφησαν πίσω τα ράσα και τις τελετές. Κάθε άνθρωπος μετατρέπεται αυτοβούλως σε χαφιέ του εαυτού του.

Η νέα αμαρτία είναι να έχεις μυστικά και προσωπική ζωή. Να είσαι μύστης των θαυμάτων της φύσης και των ηδονών της. Η νέα αμαρτία είναι να ροκανίζεις το σύστημα κρυφά. Να βοηθάς τις ταραχές των νέων που δεν θα καλμάρουν. Όσων δε θα γίνουν στελέχη επιχειρήσεων ή πολιτικοί υπάλληλοι της αριστεροδεξιάς κωλομπαρίας.

Οι χωροφύλακες μας κυνηγούν ακόμα κι όταν δεν βγαίνουμε στους δρόμους. Οι μπάτσοι των δρόμων θα σακατέψουν όσους γλύτωσαν απ’ τους μπάτσους της εκκλησίας, της εκπαίδευσης και της οικογενειακής θαλπωρής.

Το ρόπαλο του μπάτσου είναι ο έσχατος σωφρονισμός. Αν καταφέρεις να περάσεις τις προηγούμενες πίστες θα σε βρει ο σιδερολοστός του παρακρατικού μπάτσου.

Μετά την υποκρισία ο φιλελεύθερος γίνεται φασίστας.

Ο Ζαν Ζενέ που είχε μεγάλη πείρα απ’ τους μπάτσους έλεγε πως δεν έχει ξαναδεί τέτοια έκφραση σε ανθρώπινα πρόσωπα. Και τι ουρλιάζουν τα στοιχειά οι μπασκίνες απ’ το Σικάγο ως το Βερολίνο κι απ’ την πόλη του Μεξικού ως το Παρίσι; Είμαστε Πραγματικοί! Πραγματικοί! Πραγματικοί! Όπως και τα ρόπαλά μας.

Σπλάχνα

splaxna

Τα δυνατά ερωτικά ποιήματα είναι η τριχοφυΐα στ’ απόκρυφα της κοινωνίας. Αυτά τα ποιήματα που δεν τα αντέχει η πολιτική ορθότητα της κακής εκπαίδευσης.

Κρυμμένα επιμελώς κάτω από ρούχα και πλουμιστά βρακιά. Κάτω από ράσα και πειθαρχίες που μυρίζουν ανθρώπινο κρέας. Μα όταν έρθει η ώρα να γίνει η αποκάλυψη μπροστά στον εραστή, αυτή είναι η μεγαλύτερη ομορφιά του κόσμου.

Δεν υπάρχει ομορφιά χωρίς ανυπακοή. Η ομορφιά είναι η μεγαλύτερη αισχρότητα στα χρόνια της παρακμής. Στις μέρες και τις νύχτες που πορεύονται με τα συντάγματα της ασχήμιας κι όχι με τα συντάγματα της ηδονής. Στις μέρες και τις νύχτες που κατηγορούν όσους ποιητές λένε τα πράγματα με το όνομά τους.

Στους καιρούς που δεν είναι μόδα ο αντικληρικαλισμός και η σάτιρα των τράγων. Στους καιρούς που οι πιστοί όλων των αποχρώσεων θίγονται απ’ τα ποιήματα και τις λέξεις αλλά δεν θίγονται απ’ τους εκμεταλλευτές και τα ιερατεία τους. Απ’ τις πούστικες ελεημοσύνες τους και τις θλιμμένες πόζες τους μπροστά στο φακό της ιστορίας.

Ο ποιητής δεν μπορεί να είναι θυμωμένος ή καυλωμένος. Θα πρέπει να του γίνει σύσταση, να γαμεί ορθώς και να χύνει ορθώς. Να μιλά ορθώς και να γράφει ορθώς. Να μην πλησιάζει στα ρουθούνια του τη φύση αλλά το υποκατάστατο φύσης που φτιάξανε οι ατσίδες στα εργαστήρια.

Όμως ο ποιητής σκύβει και προσκυνά την ομορφιά. Εκεί όπου μέσα στην πλήρη ατημελησία αποκαλύπτεται το κρυφό και γίνεται φανερό. Το σκεπασμένο που γίνεται μεταλαβιά.

Μέσα στην παγκόσμια τάξη που είναι χάος κατεργασμένο, καταργούμε τους σοφούς και τους αγίους που είναι η άλλη όψη της βαρβαρότητας και γινόμαστε εραστές. Πλοκάμια.

Φωνάζουμε αυτό που φώναξε ο Ηράκλειτος για τον αιώνιο κυματισμό και τον ρυθμό των πραγμάτων. Εδώ δεν υπάρχει τιμωρία των γενομένων, αλλά δικαίωση του γίγνεσθαι. Καμιά θεία δίκη και καμιά ψειριασμένη θεολογία της μεταφυσικής. Μόνο γίγνεσθαι. Προχώρημα. Πράξη.

Φτωχέ λαέ και φτωχή μου μανούλα! Φτωχές μου γυναίκες και φτωχές μου ερωμένες! Φτωχά μου αδέρφια και φτωχοί μου φίλοι! Άραγε εγώ φταίω αν περιφέρομαι στον κόσμο μου σαν Σίβυλλα, και πρέπει να κρύβομαι και να δικαιολογούμαι, σαν να είμαι εγώ ο ένοχος κι εσείς οι δικαστές μου;

Να, ρίξτε μια ματιά στη ζωή δίπλα σας. Στους σφαγμένους και στους διωγμένους. Στους βομβαρδισμένους που εξασφαλίζουν ράκη καλοζωίας στο ετοιμοθάνατο σύστημα, στις γυναίκες που τους βάζει την κλειτορίδα στον τόρνο ο διαφημιστής. Στους άστεγους και τους μισοπεθαμένους της ένδοξης πατρίδας που περιμένουν το συσσίτιο απ’ τα χέρια των επισκόπων που γουργουρίζουν απ’ το λίπος.

Να, ρίξτε μια ματιά, και σ’ αυτούς το ίδιο συνέβη. Πέσαμε σε χέρια βαρβάρων και δεν ξέρουμε πια πώς να σωθούμε.

Έρως Δαίμων Μέγας

erdem

Τα γεράματα έρχονται νωρίς μα η σοφία αργεί βασανιστικά. Και βεβαίως η σοφία των γέρων φτιάχνει νόμους και συντάγματα. Οι νέοι πάντα ζητούσαν εξαιρέσεις ενώ οι γέροι κανόνες.

Η νεότητα είναι αλαζονική διότι παλινδρομεί ασυνείδητα μεταξύ του Έρωτα και του θανάτου. Το δίπολο κάθε ποιητικού σπασμού ανάμεσα στο μελαγχολικό διάστημα της λίγδας και της ομίχλης του δύσκολου βίου.

Οι νέοι διαβιούν ως ερωτευμένοι κανίβαλοι που αγαπούν το σύντροφό τους σε σημείο που θέλουν να τον καταβροχθίσουν. Η φύση κοχλάζει μες στο κεφάλι τους. Μέσα στο κεφάλι μας όταν είμαστε νέοι και ασυνάρτητοι, όταν γινόμαστε νέοι και ασυνάρτητοι, δηλαδή ποιητές.

Λαγνεία και αγιότητα και έκσταση. Το ποίημα είναι γραμμένο με σάρκα πάνω στη χλόη που βλασταίνει στην απεραντοσύνη των ερωτικών στιγμών. Πολλές φορές με αταξία και βία και καυχησιά και βαρεμάρα. Μα μέσα στο χάος και τη σύγχυση που κυλιούνται, και παρά τα εμπόδια που στοιβάζονται γύρω τους, αισθάνονται αγαλλίαση και έκσταση.

Γράφουν την εξουσία στ’ αρχίδια τους αφού η εξουσία είναι βίτσιο των γέρων ή των νέων που γέρασαν πρόωρα.

Είναι καλλιτέχνες που θέλουν ν’ αποτινάξουν τις υπάρχουσες αξίες και να δημιουργήσουν μια τάξη αποκλειστικά δική τους.

Όλοι οι νέοι είναι εν δυνάμει ποιητές. Αφού ποίηση σημαίνει ηδονή και ευχαρίστηση χωρίς τον ηθικό λογισμό των κανόνων που φτιάχνουν οι γέροι. Η ποιητική της νεότητας είναι η ποιητική της ηδονής που τρέφεται από τα πιο παράξενα ευρήματα του καθενός, απ’ την απελευθερωμένη ισχύ του σώματος που φτάνει ως την παιδική ηλικία με τα παιχνίδια της και της τούμπες της στους αγρούς, μέχρι τις πιο απρόοπτες φαντασιώσεις.

Ηδονίζομαι σημαίνει ποιώ, ποιώ ηδονή, ποιώ το ανείπωτο. Η ηδονή και η δημιουργία δεν έχει αποκλειστικότητες και στέφανα στο μουχλιασμένο εικονοστάσι του νοικοκυριού.

Ηδονίζομαι με πολλές και διαφορετικές υπάρξεις, όπως κι αυτές με εμένα. Αυτή είναι η κορυφαία συνθήκη της νεότητας. Η νεότητα ζητωκραυγάζει την πολυγαμία της. Κι αυτή η ηδονή δεν είναι απλώς αυτό που λέμε γαμήσι. Είναι κάτι από το όλον ενός όντος που δίνεται, εκχέεται, ρέει, και αναρρέει σε μέθεξη με ένα άλλο.

Οι μορφές και οι εκπλήξεις της ηδονής που προσφέρει η νεότητα είναι άπειρες. Πεθαίνω, λέει η κοπέλα στην αγκαλιά του εραστή της, γιατί, σ’ αυτό το θάνατο βρίσκει τη ζωή.

Ο νεανικός έρωτας είναι πάντα παράφορος έρωτας αλλιώς δεν είναι έρωτας. Είναι συνοικέσιο γέρων με σφριγηλό δέρμα.

Οι νέοι γαμούν, οι γέροι νομοθετούν.

Ηδονή και νεότητα σημαίνει να περνάμε απ’ την άλλη πλευρά του καθρέφτη του Εαυτού μας και να αφήνουμε να ξεχυθεί το πλεόνασμα ζωής που μας κατοικεί. Η διαρκής νεότητα απαιτεί δια βίου ηδονισμό. Μια λατρεία για τα σώματα και τις ζωές των ανθρώπων. Κοινοκτημοσύνη κορμιών και αγαθών. Αγρύπνια για τον κομουνισμό της αιώνιας νεότητας. Της ποίησης που θέλει την ηδονή και το ψωμί για όλους.

Ηδονίζομαι δεν σημαίνει καλύπτω ένα έλλειμμα αλλά καίω ένα πλεόνασμα.

Δεύτε Λάβετε Μπουφάν

baroyf

Ομιλία του Άγγλου ελληνικής καταγωγής που κέρδισε το Μπουφάν του Γιάνης Βαρουφάκης στο Λονδρέζικο βιβλιοπωλείο Foyle

Νιώθω τυχερός και ευτυχής. Είμαι αυτός που κέρδισε το δερμάτινο μπουφάν του Γιάνης Βαρουφάκης. Ομολογώ πως κοιμάμαι και ξυπνάω με τα βιβλία του. Έχω ξεκοκαλίσει ολόκληρη τη θεωρία Παιγνίων. Βλέπω καθημερινώς σε βίντεο το κωλοδάχτυλο του Γιάνης προς τους ξένους δανειστές και παίρνω θάρρος και κουράγιο.

Και να, τώρα, ήρθε αυτό το ανέλπιστο δώρο, το δερμάτινο μπουφάν του Γιάνης. Ως γνήσιος φετιχιστής περίμενα μήνες αυτή την ιερή στιγμή. Και να που υπάρχει θεός, αδερφοί. Και ο θεός μου έστειλε το μπουφάν του Γιάνης. Βεβαίως έχω σταθεί τυχερός και σε προηγούμενες κληρώσεις. Στο Λονδίνο πριν μερικά χρόνια είχα κερδίσει μια μεταχειρισμένη σερβιέτα της Μάργκαρετ Θάτσερ και βεβαίως σε μιαν ολονυχτία του Αγίου Όρους κέρδισα το μοναδικό και ανεκτίμητης αξίας σώβρακο του Αγίου Παϊσίου το οποίο κληρώθηκε μαζί με το νυχοκόπτη του.

Όπως καταλαβαίνετε διαθέτω έναν ολόκληρο θησαυρό με πολύτιμα αντικείμενα σπουδαίων ανθρώπων. Ζω και αναπνέω συλλέγοντας προσωπικά είδη ανθρώπων της κουλτούρας, της θρησκείας και της πολιτικής. Αυτή την αγάπη μου για τα φετίχ των διασήμων τη μοιράστηκα ένα διάστημα με έναν εξάδελφό μου ονόματι Βίκτωρ απ’ τη Θεσσαλονίκη.

Ο εξάδερφός μου δικηγόρος στο επάγγελμα και άνθρωπος των γραμμάτων, λογοτέχνης και διανοούμενος μου εκμυστηρεύτηκε την λατρεία του για το κοινό μας βίτσιο. Ερχόταν σπίτι μου και απολαμβάναμε μαζί όλα τα φετίχ της συλλογής μου. Ο Βίκτωρ όμως ήτο και επαγγελματίας κλέφτης και μεγάλη σουπιά, αφού μιαν ωραία πρωία διαπίστωσα πως το έσκασε έχοντας κλέψει απ’ την ειδική γυάλαν το ταμπόν της Κριστίν Λαγκάρντ που είχα κερδίσει σε λοταρία του ΔΝΤ στο Σουδάν. Από τότε οι οικογένειές μας δεν ομιλούν ούτε στο τηλέφωνο.

Τώρα όμως, σήμερα, εδώ, εγώ κρατώ στα χέρια μου το μπουφάν του Γιάνης και ερεθίζομαι τα μάλα. Η συγκίνησίς μου όταν παρελάμβανα απ’ τα ίδια του τα χέρια το φετίχ μου ήτο μεγίστη.

Ο Γιάνης που κατάλαβε αμέσως τον πόθο μου για τα φετίχ-όπως ο κυρίαρχος λαός μας που ποθεί διακαώς να γλείψει τα πασούμια της Αγίας Βαρβάρας ή το κομβίον της σκελέας του Αγίου Θεράπων, βοήθειά μας- μου ψιθύρισε πως όταν βρεθούμε στην Ελλάδα στο επόμενο εκδοτικό γκαλά για να ξεστοκάρει λίγη θεωρία παιγνίων ακόμη, θα μου χαρίσει μια συλλεκτική κομπινεζόν της θείας του που τη φορούσε αποκλειστικά και μόνο στην Αιδηψό στα ιαματικά μπάνια αλλά κι ένα προφυλακτικό που χρησιμοποίησε ο βιομήχανος πεθερός του όταν έκανε δουλειές στο Κατάρ με Σαουδάραβες μεγιστάνες.

Η χαρά μου ήτο βεβαίως απερίγραπτη. Αμέσως τηλεφώνησα στο φίλο μου Δεσπότη Κολοράντο και Μέσης Αμερικής για να του ειπώ τα σπουδαία νέα καθότι υπήρξε ο άγρυπνος καθοδηγητής μου στο φετιχισμό.

Ο Δεσπότης Μπιλ Σπαλιάρας διαθέτει μια απ’ τις σπουδαιότερες συλλογές φετιχιστικών αντικειμένων. Απ’ το γιαπωνέζικο δονητή της πρώτης γυναίκας του αυτοκράτορα Χιροχίτο μέχρι την οδοντογλυφίδα που καθάρισε τα δόντια του ο Λένιν την ημέρα της εξέγερσης της Κρονστάνδης.

Μα το πιο σπουδαίο κομμάτι της συλλογής του είναι τα εξώφυλλα της Αυριανής με το γυμνό κορμί της Δήμητρας Λιάνη Παπανδρέου.

Είχε δημιουργήσει μάλιστα στο Κολοράντο ειδικό Μουσείο, του οποίου οι προθήκες διέθεταν όλα τα εξώφυλλα του λαϊκού αυτού εντύπου με το μουνί της τότε πρώτης κυρίας σε πρώτο πλάνο. Μάλιστα ο αγαπητός Δεσπότης διοργανώνει κάθε χρόνο φιλανθρωπική εκδήλωση καλώντας φετιχιστές απ’ όλο τον κόσμο στα Δημήτρια, όπου πάνω απ’ τις προθήκες με τα καλλιτεχνικά εξώφυλλα της Αυριανής δίδεται κοντσέρτο μαλακίας δωματίου. Φυσικά επίτιμοι προσκεκλημένοι είναι τα αδέρφια Κουρή. Τα έσοδα διετίθεντο στο ίδρυμα Κοσκωτά δια την αγορά πάμπερς.

Μόλις ο φίλτατος Μπιλ ήκουσε το χαρμόσυνο νέο της απόκτησης του δερμάτινου μπουφάν του Γιάνης έκλαψε από συγκίνηση και με παρακάλεσε μια εβδομάδα το χρόνο να μεταφέρεται το ιερό μπουφάν του Γιάνης στο Κολοράντο για προσκύνημα.

Μάλιστα μου υποσχέθηκε πως θα παράγγελνε στο φίλο του ποιητή Ιωάννη Παριζάκι μιαν ωδή για το μπουφάν του Γιάνης. Ο ποιητής Παριζάκης έχει γράψει πάμπολλα ποιήματα για σόμπες, χάπια, βρακιά, μπουφάν, κάλτσες και άλλα είδη ένδυσης και αυνανισμού. Μια κάλτσα, μια ζαρτιέρα, ένα σουτιέν είναι πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν. Ελέγετο πως ο ποιητής διαθέτει μονίμως εις την άνω τσέπη του σακακίου του αντίς για μαντήλι μια συλλεκτικήν κιλότα της θρυλικής Μαρίας Ρεζάν.

Και βεβαίως οποία η ευχαρίστησις του ποιητού να συγγράψει ωδή δια το μπουφάν του αγαπημένου σούπερ ήρωα Γιάνης.

Ίσως κάποιοι σκεφτούν πως είμαι διεστραμμένος, αλλά ουχί. Είναι διαστροφή αδελφοί μου να λατρεύεις το καλτσόν του εθνικού ήρωος Καραϊσκάκη, είναι διαστροφή να προσκυνάς τις ολίγες τριχομονάδες του μάρτυρος Νεκταρίου που διεσώθησαν απ’ τη μανία του σκύλου νεκροθάπτου;

Είναι διαστροφή λέγω να διαθέτεις το υπόθετον του ποδοσφαιριστού Μέσιν που κατά λάθος το έκλασε σε φιλικό αγώνα με τη Δυναμό Μόσχας; Είναι διαστροφή αδερφοί να σκύβεις ευλαβικώς πάνω στον ουρητήρα του Ζεύγους Σεφέρη όπου η αγαπητή Μάρω έκανε τον μπιντέ της;

Ω αδερφοί, εσείς που καταλαβαίνετε τη φοβερή σωματική τέχνη του φετίχ, εσείς μόνο μπορείτε να καταλάβετε το σπουδαίο μου απόκτημα. Το μπουφάν του Γιάνης. Αυτό που έχει αποφορά από ολονύχτιο κλανίδι στο γιουρογκρούπ και ολίγον αιματάκι από σφράγισμα του δόκτορ Σόιμπλε. Αυτό το μπουφάν που έκανε το Ντάνιελ Ντάισενμπλουμ αμετανόητο ομοφυλόφιλο. Αυτό το μπουφάν που η ευωδία του ανασταίνει και νεκρούς φετιχιστές.

Σας εκμυστηρεύομαι αδερφοί μου, πως το μπουφάν του Γιάνης το έσωσα τελευταία στιγμή από τα νύχια του κοπρόφιλου Βέλγου καλλιτέχνη Γιαν Φάμπρ, ο οποίος ήθελε να το χρησιμοποιήσει στον ιερό χώρο της Επιδαύρου δια να χέζουν επάνω του κακαράντζες οι κορυφαίες κατσίκες του χορού κι έπειτα με μιαν αυτοσχέδια σφενδόνα από στρίνγκ της Έλλης Στάη και της Όλγας Τρέμη να τις εκτοξεύει στους συριζαίους θεατές που με ανοιχτό το στόμα θα προσπαθούσαν να πιάσουν ως άλλοι μυγοχάφτες το καλλιτεχνικό σκατούλη του Γιάν.

Όμως, ω αδερφοί! ο καλός θεούλης των φετιχιστών όπου γης βοήθησε το τέκνο του. Μου εχάρισε το μπουφάν του Γιάνης. Και από ευτυχία σας γράφω ετούτα εδώ τα λίγα λόγια.

Εσκέφτην μάλιστα κάποια στιγμή, όταν θα είμαι σε βαθιά γεράματα, να κόψω σε κομματάκια το μπουφάν του Γιάνης, αφού δεν θα μπορώ πια να το χαρώ, και να το μοιράσω όπως οι ιερείς το τίμιο ξύλο στους πιστούς.

Ας είναι ευλογημένο το Λονδίνο που μου χάρισε τέτοιες στιγμές. Το Άγιον Σόχο αυτό το αγλαϊσμένο παρεκκλήσι του καπιταλισμού, όπου οι ανά τον κόσμο φετιχιστές αποτίουν φόρο τιμής στη θεωρία Παιγνίων και στον προφήτη της, χαϊδεύοντάς του τα υπέροχα άμφια. Το κόκκινο πουκάμισο με το γκρι κολάρο, τη μπλε γραβάτα με τις μαύρες βούλες, μα κυρίως το δερμάτινο μπουφάν. Το σύμβολο της σύγχρονης ελληνικής παλιγγενεσίας.

Underground

undergra

Η παναγία πατά με το πόδι της το φίδι μα ο Ιπποκράτης το έχει τυλιγμένο στη βακτηρία του.

Ζούμε στον αγρό δίπλα στα φίδια, μες στον αιώνιο ερωτικό κύκλο των ερπετών. Δίπλα στα πιο αρχαία πλάσματα αυτού του πλανήτη, στις καλαμιές στις λίμνες και στα χωράφια του κάμπου, στις αυλές και στα κεραμίδια των σπιτιών, στους κόρφους των γυναικών που ο δαίμονας τις οδήγησε στην οιστρηλασία.

Μα ο ίδιος ο θεός των χριστιανών καταράστηκε το φίδι και το καταδίκασε να σέρνεται πάνω στη γη, βάζοντας τους πιστούς του να το κυνηγούν για να το σκοτώσουν.

Η παλαιά Διαθήκη λέει, πως, το φίδι παρέσυρε την Εύα κι αυτή τον Αδάμ και το ζεύγος έχασε τον παράδεισο για πάντα. Ο Γιαχβέ, ο Κύριος δηλαδή, έδωσε εντολή στο δημιούργημά του. «Από κάθε δέντρο του κήπου μπορείς να φας, αλλά δεν πρέπει να φας από το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού, αν φας απ αυτό θα πεθάνεις!».

Το κακό φίδι όμως ψιθύρισε στην γυναίκα: «στα σίγουρα δεν θα πεθάνετε. Το γνωρίζει και ο Κύριος πως όταν φάτε απ αυτό, θα γίνετε σαν κι αυτόν, θα γνωρίζετε το καλό και το κακό.»

Μα το κακό φίδι παραπλανά την Εύα, αυτή τον Αδάμ, και ο θεός τους τιμωρεί όλους και τους ρίχνει κατάρες και χριστοπαναγίες.

Λέει στο φίδι ο Κύριος: «θα είσαι το πιο καταραμένο ζώο, θα σέρνεσαι, θα τρως χώμα». Λέει στην Εύα ο Κύριος: «θα σου αυξήσω πολύ τους πόνους της γέννας, και θα σε εξουσιάζει ο άντρας σου». Λέει στον Αδάμ ο Κύριος: «θα κοπιάζεις σε όλη τη ζωή σου, θα καλλιεργείς με δυσκολία τη γη, αυτή θα βγάζει αγκάθια και τριβόλια, θα βγάζεις το ψωμί σου με πολύ ιδρώτα». Και τους πήρε όλους ο διάολος.

Όμως το φίδι που σέρνεται στη γη, εν Χριστώ αδερφοί και θύματα του όφεως, είναι ο παλλόμενος φαλλός. Ο πούτσος σας δηλαδή. Αυτός που δείχνουν οι δεσποτάδες στα μικρά αγοράκια.

Ο θεός λοιπόν, άφησε τον Αδάμ και την Εύα να τρώνε και να πίνουν δωρεάν αλλά να μην έχουν κρίση. Στην ουσία τους είπε να κόψουν αυτό το παιχνιδάκι που το λένε σεξ, διότι τα όργανα είναι αυστηρώς γεννητικά και οποιαδήποτε άλλη χρήση τους διώκεται από το νόμο αφού οι ιερείς πουτσοφύλακες καραδοκούν με το μπαλτά.

Όλο το μενού των αμαρτιών περιλαμβάνει μόνο σεξ, διότι ο έρωτας μας κάνει ξύπνιους, μας κάνει να αμφιβάλλουμε για το καλό και το κακό, μας κάνει απείθαρχους στις εντολές ενός αυστηρού Θεού, όπως είναι ο Γιαχβέ.

Μα το φίδι, δηλαδή ο απείθαρχος και δηλητηριώδης πούτσος, στη συνέχεια παραπλανά τη γυναίκα που –ως γνωστόν- δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό της θέας του.

Πλησιάζει τον άντρα, σηκώνεται το φίδι του, κάνουν σεξερωτογαμήσι και τα μυαλά και τα κορμιά τους γίνονται θεϊκά, υπομένοντας τις κατάρες που ρίχνει ο ανέραστος Γιαχβέ. Δηλαδή το ιερατείο του. Δηλαδή οι βλοσυροί σάτυροι που έκρυψαν τη στύση τους κάτω απ’ το μαύρο πέπλο του πένθους.

Και τότε οι γυναίκες κοιλοπονούν, κι οι άντρες πάνε για δουλειά.

Γλειψιές

kalts

Είμαι διαβολικός, γι’ αυτό τα όνειρά μου είναι αισχρά. Μα ως διαβολικός είμαι απόλυτα αγνός αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο εκτός από αισχρά όνειρα.

Γράφω το ποίημα σα να πατώ τη σκανδάλη. Αν το ποίημα μου δεν είναι ληστρικό όπλο σαν τη φωτογραφική μηχανή ή το αυτοκίνητο δεν είναι δικό μου.

Η αισχρότητα εδώ είναι το να γράφεις την κατάλληλη λέξη, όπως γυρίζεις το κλειδί στη μηχανή του αυτοκινήτου ή όπως πατάς τη σκανδάλη. Όπλα, ποιήματα, αυτοκίνητα, μηχανές φαντασιώσεων που η χρήση τους προκαλεί εθισμό.

Πίσω από κάθε θάμνο καραδοκεί κι ένας ποιητής, που τριγυρίζει σαν λιοντάρι που βρυχάται και ψάχνει να βρει κάποιον για να τον καταβροχθίσει. Δηλαδή να τον καταγράψει. Όχι φτιάχνοντάς του το πορτραίτο ή το κλανιάρικο βιογραφικό αλλά τρυπώντας τον, φτάνοντας ανάμεσα στα σκέλια του και μέσα στην καρδιά του. Στο στομάχι του και στ’ αρχίδια του. Στην μήτρα του και στην αιμάσουσα τοιχοδομή των σπλάχνων του.

Εκεί που φυτρώνει το πρώτο βλασταράκι του πόθου. Διότι ο πόθος μας κρατάει στη ζωή. Διότι ο πόθος δεν έχει ιστορία και κάθε φορά τον αισθανόμαστε σε πρώτο πλάνο. Τον διεγείρουν αρχέτυπα και γι’ αυτό είναι πάντα αφηρημένος, δηλαδή ποιητικός. Πότε ξυπνάει τη συνείδηση και πότε τα πάθη.

Όταν γράφεις για τους ανθρώπους παραβιάζεις την προσωπικότητά τους, επειδή τους βλέπεις όπως ποτέ οι ίδιοι δεν βλέπουν τον εαυτό τους. Κι αυτό είναι απόλυτα διαβολικό, είναι εξιδανίκευση του πυροβόλου όπλου, ένας απαλός ένδοξος φόνος, ο πιο κατάλληλος για μια λυπημένη και τρομαγμένη εποχή.

Μα αυτό το διαβολικό όπλο που λέγεται ποίημα εκτονώνει την επιθετικότητά μας. Αντί για σφαίρες λέξεις. Αντί για οβίδες χοντρά μυθιστορήματα κι αντί για δολιοφθορές λιβελογραφήματα. Κι αντί για μολότοφ, ποιήματα.

Ιδού η μέγιστη αισχρότητα. Η αποδυνάμωση των όπλων του εχθρού. Ιδού η πρόστυχη ελεγειακή τέχνη του μοιράσματος. Η τέχνη του σπαραγμού και του λυκόφωτος. Η εντροπία των μοναχικών πλασμάτων μέσα σε μιαν ελεεινή και θεοκρατική πραγματικότητα.

Η πιο ακραία πολιτική πράξη, η αντίστιξη των σφαγείων της ιστορίας και του μη αριθμήσιμου χαλασμού. Το παλούκωμα της κωλοτρυπίδας των εθνών και το πέταμα στον κουβά της ιστορίας κάθε μεταφυσικής χλαπάτσας.

Το Κοράνι λέει πως υπάρχει κι ένας διάβολος μέσα σε κάθε ρόγα σταφυλιού. Κι αυτή είναι η μέγιστη ευλογία. Η γλύκα του διαβόλου της ζωής που καταπίνουμε. Το κάθε ποιηματάκι μας που κρύβει ένα διάβολο.

Τίποτε εδώ δεν εξηγείται. Μονάχα ανεξάντλητες προσκλήσεις για σκέψεις και φαντασιώσεις. Εδώ είναι το αντίθετο της κατανόησης, που ξεκινά απ’ τη μη αποδοχή του κόσμου όπως φαίνεται κι όπως επιβάλλεται απ’ τις ποικιλώνυμες εξουσίες.

Όλες οι δυνατότητες κατανόησης του ποιήματος πηγάζουν απ’ την ικανότητα να λες όχι. Εδώ ο κόσμος γίνεται μια σειρά από ασύνδετα, ελεύθερα μόρια, κάνοντας την πραγματικότητα ατομική, εύχρηστη και διάφανη. Μέσα στο αιώνιο κοσμογονικό συνεχές ένα λεπτό στρώμα χωροχρόνου οργωμένο με γλώσσες, εκκρίσεις και αθώα νυμφομανή αιδοία.