Σπλάχνα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

splaxna

Τα δυνατά ερωτικά ποιήματα είναι η τριχοφυΐα στ’ απόκρυφα της κοινωνίας. Αυτά τα ποιήματα που δεν τα αντέχει η πολιτική ορθότητα της κακής εκπαίδευσης.

Κρυμμένα επιμελώς κάτω από ρούχα και πλουμιστά βρακιά. Κάτω από ράσα και πειθαρχίες που μυρίζουν ανθρώπινο κρέας. Μα όταν έρθει η ώρα να γίνει η αποκάλυψη μπροστά στον εραστή, αυτή είναι η μεγαλύτερη ομορφιά του κόσμου.

Δεν υπάρχει ομορφιά χωρίς ανυπακοή. Η ομορφιά είναι η μεγαλύτερη αισχρότητα στα χρόνια της παρακμής. Στις μέρες και τις νύχτες που πορεύονται με τα συντάγματα της ασχήμιας κι όχι με τα συντάγματα της ηδονής. Στις μέρες και τις νύχτες που κατηγορούν όσους ποιητές λένε τα πράγματα με το όνομά τους.

Στους καιρούς που δεν είναι μόδα ο αντικληρικαλισμός και η σάτιρα των τράγων. Στους καιρούς που οι πιστοί όλων των αποχρώσεων θίγονται απ’ τα ποιήματα και τις λέξεις αλλά δεν θίγονται απ’ τους εκμεταλλευτές και τα ιερατεία τους. Απ’ τις πούστικες ελεημοσύνες τους και τις θλιμμένες πόζες τους μπροστά στο φακό της ιστορίας.

Ο ποιητής δεν μπορεί να είναι θυμωμένος ή καυλωμένος. Θα πρέπει να του γίνει σύσταση, να γαμεί ορθώς και να χύνει ορθώς. Να μιλά ορθώς και να γράφει ορθώς. Να μην πλησιάζει στα ρουθούνια του τη φύση αλλά το υποκατάστατο φύσης που φτιάξανε οι ατσίδες στα εργαστήρια.

Όμως ο ποιητής σκύβει και προσκυνά την ομορφιά. Εκεί όπου μέσα στην πλήρη ατημελησία αποκαλύπτεται το κρυφό και γίνεται φανερό. Το σκεπασμένο που γίνεται μεταλαβιά.

Μέσα στην παγκόσμια τάξη που είναι χάος κατεργασμένο, καταργούμε τους σοφούς και τους αγίους που είναι η άλλη όψη της βαρβαρότητας και γινόμαστε εραστές. Πλοκάμια.

Φωνάζουμε αυτό που φώναξε ο Ηράκλειτος για τον αιώνιο κυματισμό και τον ρυθμό των πραγμάτων. Εδώ δεν υπάρχει τιμωρία των γενομένων, αλλά δικαίωση του γίγνεσθαι. Καμιά θεία δίκη και καμιά ψειριασμένη θεολογία της μεταφυσικής. Μόνο γίγνεσθαι. Προχώρημα. Πράξη.

Φτωχέ λαέ και φτωχή μου μανούλα! Φτωχές μου γυναίκες και φτωχές μου ερωμένες! Φτωχά μου αδέρφια και φτωχοί μου φίλοι! Άραγε εγώ φταίω αν περιφέρομαι στον κόσμο μου σαν Σίβυλλα, και πρέπει να κρύβομαι και να δικαιολογούμαι, σαν να είμαι εγώ ο ένοχος κι εσείς οι δικαστές μου;

Να, ρίξτε μια ματιά στη ζωή δίπλα σας. Στους σφαγμένους και στους διωγμένους. Στους βομβαρδισμένους που εξασφαλίζουν ράκη καλοζωίας στο ετοιμοθάνατο σύστημα, στις γυναίκες που τους βάζει την κλειτορίδα στον τόρνο ο διαφημιστής. Στους άστεγους και τους μισοπεθαμένους της ένδοξης πατρίδας που περιμένουν το συσσίτιο απ’ τα χέρια των επισκόπων που γουργουρίζουν απ’ το λίπος.

Να, ρίξτε μια ματιά, και σ’ αυτούς το ίδιο συνέβη. Πέσαμε σε χέρια βαρβάρων και δεν ξέρουμε πια πώς να σωθούμε.