Σκύψε Ευλογημένη

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

skice

Πολλές φορές η σκέψη κείτεται επίπεδη, απαρηγόρητη κι ανίσκιωτη, μπροστά στην ειρκτή των γεγονότων που σμιλεύουν την εικόνα του μέλλοντος.

Απ’ τις πολιτικές φαρμακείες και τα ιστορήματα του παρελθόντος βλέπουμε πως, όταν νίπτει κανείς τας χείρας του σε μια σύγκρουση μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων, δεν σημαίνει ότι μένει ουδέτερος, σημαίνει ότι παίρνει το μέρος των ισχυρών.

Κι αυτό είναι το αξίωμα πληρότητας της δυτικής κυριαρχίας. Όταν δεν συμμετέχεις στις συγκρούσεις είσαι με το μέρος του ισχυρού. Ο ισχυρός δεν έχει ανάγκη τη δύναμή σου για να νικήσει τον αδύναμο, αλλά τη συναίνεσή σου πως δεν θα βοηθήσεις τον αδύναμο να νικήσει τον ισχυρό.

Αυτή η μακάβρια αντιθετοαντιστροφή των συσχετισμών είναι φορεμένη σ’ όλα τα αρκουδοτόμαρα του φιλελεύθερου ιδεαλισμού που εκκλησιάζεται στις ακαδημίες. Σε όλα τα συναξάρια αποδεκτής ποίησης και σε όλα τα ελαφρόμυαλα κουβεντολόγια του καθημερινού βίου.

Ο σίγουρος πελάτης της ονειροπαγίδας του κλιματιζόμενου εφιάλτη λογαριάζει στον ιδιωτικό του νυμφώνα τα πράματα με τη μεζούρα του πλούσιου και ισχυρού που κάνει τις δεσιές και τα αρχιδοπιάσματα.

Ας σκεφτούμε μια κόρη επαρχιακής πολίχνης που νοικοκύρεψε τον ερωτικό της οίστρο στριμώχνοντας στον οργασμικό της λειμώνα τον πλούσιο σύζυγο βιομήχανο καπιταλιστή και τον στρατηλάτη δήμαρχο πολιτευτή.

Αυτή που αγοράστηκε για να έχει καθαρίστρια και διακοσμητή, τέχνη αλυσωμένη με το φαλλικό πανδαιμόνιο του καταραμένου καλλιτέχνη, εικαστική μαγγανεία περασμένη στους τοίχους της έπαυλης, τεκμήρια ισχύος και καρτεσιανής καλοζωίας.

Ας σκεφτούμε πως είμαστε αυτά τα ασπόνδυλα ανδρόγυνα που αγοράστηκαν για να διαχειρίζονται τη διακονιά και την οργή των κάτω.

Μέσα στον ανθρώπινο ζωολογικό κύκλο, τα σώματα, θηλυκά και αρσενικά, διαχωρίζονται σύμφωνα με την οικονομία της φαντασιακής ανατομίας.

Ο καπιταλιστής θέλει και μουνί και κώλο, αφού, ως διαχειριστής της αισχρότητας μπορεί να πετάγεται απ’ τη μετάληψη της θείας κοινωνίας στην παρτούζα κι απ’ την παρτούζα στην φιλανθρωπία.

Αφού έχει κατασκευάσει μια τάξη που νίπτει τας χείρας της απογειώνοντας τον ηδονοβλεπτικό της κυνισμό. Μια τάξη Πόντιων Πιλάτων που έχει υιοθετήσει την καθεστωτική βαρβαρότητα της μη θέσης.

Βολεμένοι εκατόνταρχοι και ευτραφείς πατριάρχες σκηνοθετούν τους κομπάρσους του θείου δράματος, μοιράζοντας κατουρημένα πρόσφορα στους πιστούς, σαλεύοντας με κηρύγματα μες στα μηλίγγια τους, εκεί όπου ασφαλίζουν οι κόρακες τα λεφτά τους.