Ελληνικό καλοκαίρι

ελληνικο καλοκαιρι

Λατρεύουμε και αγαπούμε το ελληνικό καλοκαίρι. Σε όλα τα μήκη και πλάτη της επικράτειας μυρίζεις το πυρωμένο χορτάρι και τη γύμνια, συμφιλιωμένη με ότι υπερβολικά αβέβαιο γεννά η μέθη της έκθεσης στο λιοπύρι.

Άμεσος, ολικός, τρελός αισθησιασμός, κυριευμένος από πάθος για τα αραβουργήματα της φύσης που τα βαραίνουν ο χυμός και το αίμα.

Εδώ, σπαραχτικά βιώνει ακόμα και το πιο ασυνάρτητο ον, την κεφαλαιώδη ένδειξη αυτής της ανάκτησης του ενστίκτου που νικά όλα τα συστήματα, όλες τις έριδες, παραχωρώντας αυθόρμητα, στην προσωπική ερμηνεία του κόσμου, αυτού του είδους την απροσωπία με την οποία διατηρούνται η συνέχεια και η αρμονία της φύσης στο διάβα των αιώνων.

Ακόμα πιο συγκινητικό είναι να ξαναβρίσκουμε ζωντανή την ικανότητα ν’ αγαπούμε και ν’ αγκαλιάζουμε φλογερά τα πράγματα. Να τους δινόμαστε ξεχειλίζοντας ως την πιο αληθινή μας στιγμή.

Στα αρχαία νεκροταφεία που έχουν φρέσκους νεκρούς και στις πεζούλες με τις σαύρες που μπαινοβγαίνουν στην ιστορία.

Με τις καρτ ποστάλ που συμφιλιώνουν καυλωμένα γαϊδούρια με το θεό. Δηλαδή τη γυναίκα που βρήκε το δρόμο της μέσα στο θέρος.

Έτοιμη να ψηθεί κάτω απ’ τον ήλιο και να γευτεί την εμπειρία γέννησης της καύλας, να θρέψει αυτό το σπογγώδες βλάστημα με το φως και το άπειρο. Να μοιράσει στην πλάση γύρω τη θεϊκή της ύλη. Μες στο βαθύ της ύπνο πάνω στην άμμο χωρίς επιθυμίες, ρουφηγμένη ολόκληρη και ακέραια με τα χείλη της ν’ αργοσαλεύουν στην παλμική κίνηση της αναπνοής της.

Το ελληνικό καλοκαίρι είναι ο καπνός που ανεβαίνει σπειροειδώς απ’ τις καμινάδες των ανθρώπινων πόρων μαζί με πυκνά στρώματα υγρασίας και ιδρώτα κορμιών.

Είναι το παχύ λίπασμα που στρώνει τους γλοιώδεις βυθούς του πελάγους.

Είναι η βαθιά αναρχία της θεϊκής φύσης που αντανακλά την ουσία της στη σάρκα μας. Διότι δεν υπάρχει τίποτε δίχως σάρκα. Η σάρκα περικλείει το Όλον. Και το μέγα Τίποτε.

Γαϊδουρόγαλο

γάλα-γαϊδούρας-

Αρκετοί τύποι, αρσενικοί και θηλυκοί και αρσενικοθήλυκοι γράφουν για να σκοτώνουν όμορφα την ώρα τους. Το να σκοτώνει κάποιος την ώρα του δεν θεωρείται έγκλημα και δεν διώκεται ποινικά.

Σκοτώνω την ώρα μου σημαίνει γράφω το βιβλίο της πλήξης και της μονοτονίας της ζωής μου. Την πληκτική και μονότονη ζωή μου δεν φτάνει που την ζω και την βιώνω τόσο μονότονα και πληκτικά, την καταγράφω κιόλας για να τη μάθουν κι άλλοι.

Και ετούτη εδώ η ανατριχιαστική δραστηριότητα μπορεί να κάνει ως και τους όρχεις του Αγίου Βιλεαρδουίνου να σκιρτήσουν από ιερή αγανάκτηση μέσα στη γυάλα τους στο παρεκκλήσι του Αββαείου στο Ουέστμινστερ.

Μα το χειρότερο είναι σύντροφε αναγνώστη της εκδοτικής σκυλοτροφής, πως, θα πρέπει να υποστείς επί μακρόν τις αναμνήσεις και τους εφηβικούς έρωτες μιας κυρίας ή ενός κυρίου που σήμερις αντί να γαμηθούν αμφοτέρως ή να τον παίξουν ιδιοχείρως, μας σκοτίζουν τα νεφρά και την ουροδόχο κύστη κάνοντας το κατούρημα ακόμα πιο βασανιστικό.

Χιλιάδες αντίτυπα επικής μαλακίας γι’ αυτό που θα μπορούσε να ειπωθεί σε δυο γραμμές ή ακόμα δυο λέξεις. Θέλω πούτσο! Να δυο λέξεις αληθινές αντί για έναν χαρτοπολτό που μυρίζει τσιμεντόλιθο και θα χαρίσει ακόμα ένα ταξίδι του Καστανιώτη στις Μπαχάμες.

Και βεβαίως μπορεί ένα τέτοιο επικό μυθιστόρημα θράσους και λογοδιάρροιας να αποδοθεί με τρεις λέξεις. Θέλω τρελό πούτσο! Κι ίσως αυτές οι τρεις λέξεις έκκλησης και απελπισίας πιάσουν τόπο και η αγαπημένη συγγραφέας των μπεστ σέλερς βρει επιτέλους χαρά στα σκέλια της.

Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι το γεγονός πως μια κυρία παραστρατεί στις αναμνήσεις και στην εμετική ονειροπόληση, αλλά, πως έρχεται και χέζει πάνω απ’ το ανοιχτό μυαλό του κάθε φουκαρά όπως χέζει ο κατηχητής στα κεφάλια των παιδοπροβάτων.

Πως η ζωή ξεγλιστρά και γίνεται σαπουνόπερα θλιβερή και γελοία. Πως ταυτιζόμαστε με το δράμα ενός μαλακισμένου ζευγαριού της μαλακισμένης μεσαίας τάξης φτάνοντας να αναπαράγουμε με ψυχαναγκαστικό τρόπο τις συνήθειές του.

Να φωτογραφίζουμε τα καλοζωισμένα μας παιδάκια ή τα φαγητά που μαγειρέψαμε, να τα πακετάρουμε στα μέσα κοινωνικής αγαμίωσης για να τα δουν οι φίλοι μας που δεν είναι φίλοι μας και οι γνωστοί μας που μας είναι άγνωστοι.

Αγαπητή φίλη και αγαπητέ φίλε που γνωρίζετε γραφή και ανάγνωση, σας δηλώνω με τα πλήρους γνώσεως και θυμηδίας, πως έχω γραμμένα στ’ αρχίδια μου τα χιλιοφωτογραφημένα σας παιδάκια και το φαγητό που μαγειρέψατε σήμερα. Χέστηκα αν θα φάτε, αν θα γαμήσετε ή αν θα βγάλετε τα παιδάκια σας στο κλαρί.

Μπορείτε την πληκτική ζωή σας αντί να την κάνετε απελπιστικά πιο πληκτική να της προσφέρετε ένα θείο δώρο. Γαϊδουρόγαλο. Φίνο και θρεπτικό. Πρωί μεσημέρι βράδυ, γαϊδουρόγαλο κι όλα θα παν καλά.

Πορτραίτο του θέρους που έρχεται

dark

Μας άνοιξε η Άνοιξη την πόρτα
να εισβάλουμε στο θειάφι και τη
γύρη. Εμείς οι Δυτικοί σκυλόφραγκοι
να πάμε κατά πάνω εκεί στον τράχηλο
της Πίνδου, να πάμε στα νησιά και
στους Μολάους, εκεί στη λάμψη
και τον κρότο των εφήβων. Ν’ αφήσει
η γύφτισα στις σερνικές παλάμες μας
ζουμί απ’ τα εσώψυχα, βυζάκι τυλιγμένο
σε πολύχρωμο υφαντό, να κολατσίσει
ο γλωσσοπλάστης εαυτός τη μέγγενη
της μέσα αναρχίας. Να μαγαρίσει η ωχρά
σπειροχαίτη των ανέμων τις σαρακοστές
ν’ αρχίσει γλυκασμούς ο ασίκης των
αγρών με το υπερπέραν. Να ασελγήσει
ο αλέγρος αγριόχοιρος σε μια κουφάλα
δέντρου. Γδυτός να βγει από τα τέμπλα
ο Δαρείος, τ’ αδέρφι μας ο Πέρσης με
τις τσούπες του να βγει απ’ το βρακί του.
Τα εντόσθια του Μάρτη να τα φάνε τα
σκυλιά, να βρέξει χώμα κόκκινο της
Δαμασκού επάνω στα βυζιά της Παναγίας.
Να πεταχτούν τα κοριτσάκια σαν
χρυσόψαρα από τις κολυμπήθρες.
Να ουρλιάξει Απεταξάμην ο ανάδοχος
σπασμός. Να βγει απ’ το βαθύ Απριλιάτικο
ρουθούνι της Γραικίας το Μαγιάτικο σκουλήκι
ο δικαιούχος όλων των νεκρών.

Κόφτης

koftis

Της κυβερνήσεως οι προεστοί έχουν αναλάβει την γκομενοβοσκή βουλευτών ακτημόνων της περεστρόικα του ευρωπαϊκού οράματος.

Οι μανούλες που κλαίνε και οδύρονται, κάθε που, τα ψηφίσματα λειτουργούν ως μαντολάτα και πιπίλες εις το έρεβος της λαϊκής καταβόθρας, ξέρουν πως ξηλώνεται η φόδρα του κοινωνικού κράτους που φεύγει.

Ξέρουν πως ο μπουρζουάς χωνεύει και ρεύεται με πάθος ότι του χάρισε η εργατική χήνα με το συκώτι της.

Ξέρουν οι μανούλες της ευρωπαϊκής οικοδόμησης την ανατομία του μικροαστού και τις ντρόγκες του.

Ξέρουν πως ο περήφανος ελληνικός φαλλός του Πανός που εθριάμβευσε στις ραχούλες και τα βουκώλια, μεταλάχθη εις μπάμια Μπογιατίου με λιλά και κρόταλα δια να κάνει κονέ στις αγορές.

Ακαδημαϊκοί σπουδαγμένα παιδιά με γιλέκο και κόνιδα, εβάλαν σκαρπίνι και υποκάμισο δια να γίνουν διαπραγματευταί, πιστεύοντας πως θα στολίσουν με κρόσσια δόξης λαμπρής τον καθιστικόν τους οντά.

Πως θα προσφέρουν εις τον κομματικό τους στρατώνα νταμίρα Ολλανδίας και ο οπιοσυνταξιούχος κύριος Γιάγκος θα μπορεί να παίρνει φάρμακα και ζαρζαβατικά για τα γηρατειά του.

Πως απ’ την κρατική κυλίστρα τους θα προσφέρουν άρτο και θεάματα εις τα πλήθη, χαρτοπόλεμο μνημονίων, αγνό ορθόδοξο Πούτιν και σπάλα Αγίου Χαραλάμπη δια προσκύνημα.

Μα κατά βάθος εκρέμετο ο κόφτης πάνω απ’ την κιναιδοαριστερή ρητορεία. Την αριστεροδεξιά που έχει θυρεό το φόβο του μικροϊδιοκτήτη μη γίνει προλετάριος και ντροπιαστεί εις τα πέρατα της υφαλοκρυπίδος.

Διότι ο τρόμος του μικροαστού είναι η επιστροφή στο χωρίον, εκεί όπου ο πάππος έβγαζε ψωμί, τυρί κι ελιές και είχεν πολιτισμό δηλαδή ανθρωπιά, παρόλες τις δυσεντερίες, τα εμφύλια χούγια και τις ορφικές του αιμομιξίες.

Ο μικροαστός φοβάται να γυρίσει πίσω να ξαναχτίσει τον πολιτισμό. Να ξαναγίνει κοινότητα και συνεταιρισμός. Να ξαναγίνει καυλωμένος τράγος μες στη βουκολική σοβιετία της υπαίθρου.

Μα προτιμά ο κακομοίρης ανήλιαγο μαγαζάκι σε λεωφόρο να πουλά κινέζικη παλτουδιά, προτιμά ανεργία και τζόκερ, λίγη οικοδομή, λίγη θάλασσα και τη μπύρα μου.

Κι αυτά τα γνωρίζει ο ινστρούχτορας των καταλήψεων και τα μετρά σωστά. Τα γνωρίζει διότι ξεσκόλισε σε παλαιούς των ημερών που την τέχνη της ανθρωποβοσκής την εκάναν νόμο του κράτους των Αθηνών.

Μέσα στον υπερούσιο μπιντέ του λεκανοπεδίου που τόσο προφητικά προφήτεψε ο Χάκκας και τόσο ηδονικά ξεπλένει ο Έλλην καπιταλιστής τις αιμορροΐδες του.

Μνήμη του λαού μου που σε λένε Σκάι

Rubens

Μια νέα και σπουδαία κοινότητα παραφιλικών ατόμων σχηματίζεται στην ένδοξη και ευλογημένη χώρα μας παίρνοντας σάρκα και οστά.

Οι λεγόμενοι συμφορόφιλοι αποτελούν πλέον μετρήσιμο μέγεθος και υπολογίσιμο σώμα ψηφοφόρων.

Οι συμφορόφιλοι αντλούν ηδονή από τα ατυχήματα, τις εκρήξεις, τους πολέμους, τους βιασμούς, τα δελτία ειδήσεων, το άμπερ αλέρτ και το σίλβερ αλέρτ.

Μόλις δουν τροχαίο σταματούν και περιεργάζονται το ερωτικό αντικείμενο του πάθους τους. Κομμένα κεφάλια, χέρια, πόδια, μαλλιά και γάγγλια κολλημένα σε λαμαρίνες τους προσφέρουν κρυφή και φανερή ευχαρίστηση.

Οι συμφορόφιλοι δεν θα ερεθιστούν μ’ ένα γυμνό ανθρώπινο σώμα αλλά με τη συμφορά που το βρήκε.

Οι συμφορόφιλοι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τη διαστροφή τους χωρίς την τηλεόραση. Η τηλεόραση είναι ο διανοητικός τους δονητής που υποβοηθά τη φαντασία τους.

Η τηλεόραση μονίμως ανοιχτή μέσα σ’ ένα σπίτι ή ένα μαγαζί παιανίζει συμφορές που ήρθανε και συμφορές που έρχονται.

Είναι ο δούρειος ίππος που έχει στην κοιλιά του δημοσιογράφους και αναλυτές. Σήριαλ με νευρωτικούς ηθοποιούς που απ’ τον Άμλετ ξέπεσαν στα δίδυμα παπάρια.

Διαφημίσεις για κινητά και αναψυκτικά που σε κάνουν κούλ. Τηλεπαρουσιάστριες που κλαίνε και οδύρονται για τις συμφορές που μας βρήκαν.

Το κέντρο της ζωής είναι πλέον η συμφορά, το τερατώδες. Αν η είδηση δεν κρύβει τερατωδία δεν είναι είδηση.

Το τερατώδες έχει πάντα μια εντυπωσιακή, για να μην πούμε μυθική πλευρά. Προσφέρεται τόσο για θέαμα όσο και για περιγραφή.

Αναλυτές αναλύουν αναλύσεις. Διαρρηγνύουν τις σωβρακοφανέλες τους και τα στρίγκ τους για το καλό του λαού. Πλακώνονται και βρίζονται προσφέροντας θέαμα στο συμφορόφιλο τηλεθεατή που για να ικανοποιήσει τη διαστροφή του μένει άυπνος.

Πατρικές φιγούρες, παιδόφιλοι μεταμφιεσμένοι σε παραμυθάδες, μας απαγγέλουν τη μεγάλη βίβλο των συμφορών.

Το μεσημεριανό μας γεύμα έχει ξύλο σε διαδηλωτές, καρκίνο της μήτρας, ένφια, γριά που έπαθε ηλεκτροπληξία, ποδοπατημένους σε συσσίτιο.

Το βραδινό μας γεύμα έχει πουτάνες και ναρκωτικά σε καταυλισμό, Αθηνά Ωνάση και στυτική δυσλειτουργία αλόγων, Ζάχο Χατζηφωτίου και καρκίνο του προστάτη. Και φυσικά φρέσκα αμερικάνικα σήριαλ με αντεριές και χυμένα μυαλά, σκέτη καύλα.

Ποίημα γλαφυρό για το επερχόμενο θέρος

glaf

Κάτω στο γιαλό κάτω στο περιγιάλι
βρήκαμε τον έλληνα Ήλιο κατακόκκινο
περιστρεφόμενο μεταμφιεσμένο σε
ηδονοβλεψία να κοιτάζει βυζιά μελάτα
όμορφες σκιές στην κάψα του μεσημεριού
χωρίς αδιαφιλονίκητο μίσος για τους
γερμανούς και τους ευρωπαίους χωρίς
έπαρση σωβινισμό και ύφος ινδιάνου
απ’ την Καρδίτσα και χωρίς χαρτί και
μολύβι και χωρίς κινητό πάντα παρανοϊκός
και αγαπησιάρης ξεψειρίζοντας μπρούτζινες
προτομές σε σαράντα πέντε βαθμούς
υπό σκιάν σε κάμα ανείπωτο ελληνικό
που οι αγγελιοφόροι των αγορών αγνοούν
και οι γλαφυρές ξανθές διαιωνίζουν.

Λόγια για την Εκλεκτική Κληρονομιά

Λαζαρίδου

Χαιρετισμός στη Δήμητρα Λαζαρίδου
(λίγα λόγια για την Εκλεκτική Κληρονομιά)

Κλειστοί τόποι. Μια δυναμοσειρά εικόνων δωματίου που διαβάζονται μέσα σ’ ένα φιλμικό περιβάλλον αναφορών σε καλλιτέχνες.

Προοπτική σκηνοθετημένη πάνω στις λεπτομέρειες, πάνω στη σάρκα της υφής των πραγμάτων, εκεί που αναδύεται μιαν άψογη αυστηρότητα, κλασικοί όγκοι κι ένα ωμό, αλλά ανθρώπινο κάλλος.

Οικίες ορισμένες απ’ το ακυβέρνητο ανακάτωμα του βλέμματος.

Διαμερίσματα εντρυφήσεων σε ονειροπολήσεις, άδειες ντουλάπες, ανοιχτές, έτοιμες να υποδεχτούν το νέο ξετύλιγμα της ιστορίας. Χώροι που η φυσιογνωμία τους καθρεφτίζει το είδωλο της ζωής που τους γέννησε.

Φως, σκοτάδι και πάλι φως χωνεμένο σε όλο το φάσμα της γνωστικής προέλασης που μας υποβάλει η αναπαράσταση.

Ένα βασίλειο θαλπωρής και συνουσίας που το πλησιάζεις με ζωτική ορμή για να το κατανοήσεις.

Σφραγίδες και χαρτιά απλωμένα πάνω σ’ ένα επιτραπέζιο πεδίο μάχης, ένα τόπος που δεν ανήκει σε κανέναν, εδώ όπου οι πάντες συναντιούνται για να κηρύξουν ανακωχή.

Η Δήμητρα Λαζαρίδου βάζει λίγο απ’ το χτυποκάρδι της μες στην ακινησία.

Ατενίζει κτερίσματα του παρελθόντος μες στο εικονοστάσι των αναμνήσεων. Το μικρό οικόσιτο μουσείο που λειτουργεί ως αναφορά δακρύων και φθοράς.
Όλο το φάσμα της ερωτικής μυθολογίας και του νοικοκυριού που ορίζουν τα λευκά στέφανα μέσα στους γκρίζους όγκους του μοναχικού βίου.

Δείχνει, πως, αυτό που έχει κάποια διάρκεια είναι η ιδέα της ενδιάμεσης ζωής.
Ένας ορίζοντας αναμονής πραγμάτων που δεν τα καταπίνει η εσχατολογία και ο δογματισμός.

Ζεύγη που καθρεφτίζονται στο χώρο, αφήνοντας στους τοίχους τα αμυδρά αποτυπώματα της κοινής τους ζωής. Πότε κρατώντας ένα δίσκο ακτίνας ως τεκμήριο ανταμώσεων και ενατενίσεων μελωδικών οραμάτων και πότε ένα τσαλακωμένο χαρτί ως αφήγημα ψυχής και σώματος παραδομένο στο φως της ελευθερίας που σου προσφέρει η κάθε στιγμή.

Η Λαζαρίδου επισκέπτεται καλλιτέχνες αγαπημένους, που λειτουργούν ως γεννήτριες συνειρμών, ξεφεύγοντας απ’ τη στυγνή δικτατορία της εικόνας, για να γλιστρήσει στο λαγαρό μόρφωμα της εικαστικής πνοής.

Να εγγράψει ξανά με το δικό της μέτρο τον ανθρώπινο ορίζοντα πάνω στη φαντασμαγορία της λειτουργικής απάτης των πραγμάτων.

Μέσα στις υπέροχα φωταγωγημένες νεκρές φύσεις της, τόσο απόκοσμες αλλά και τόσο οικείες, που περιμένουν τους νέους ενοίκους να τις στολίσουν και να τις αρματώσουν με ζωή. Με πάθη και ξεροκόμματα ψωμιού. Να γεμίσουν τον κενό χώρο με σιωπηλά ρολόγια, μετρώντας τις φλούδες του άμετρου και αμέτρητου χρόνου.

Με τη συνεχή αίσθηση της συνουσίας, της ιλιγγιώδους φυγής, του εφιάλτη και του ονείρου, που καπνίζουν αμφότεροι το αθόρυβο πούρο τους.

Η Λαζαρίδου τοποθετεί ένα γυναικείο πρόσωπο στο παράθυρο της ποιητικής τού φυσικού φωτός. Δίνοντας το στίγμα της ομφαλοσκοπεί την αίσθηση της προσδοκίας. Κοιτάζουμε και δεν κοιτάζουμε. Βλέπουμε και δεν βλέπουμε. Δεν ζούμε σ’ ένα σύμπαν αλλά σε εκατομμύρια και δισεκατομμύρια που συνενωμένα δεν είναι μεγαλύτερα απ’ το κεφάλι μιας καρφίτσας.

Έχουμε για κατοικία μας τα κουφάρια των ενστίχτων και των αναμνήσεων. Περιστρεφόμαστε μέσα στο γλυκόπικρο κενό που ορίζει τις αποστάσεις και τα εφήμερα μεγέθη.

Οι άνθρωποι πιστεύουν πως το κενό σημαίνει ανυπαρξία. Αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Το κενό είναι μια άτακτη πληρότητα, ένας κόσμος πυκνοκατοικημένος από φαντάσματα, όπου η ψυχή περιπλανιέται ψαχουλεύοντας.

Η όμορφη κόρη έχει βγάλει τα γυαλιά της μπροστά στον καθρέφτη. Δεν κοιτά το είδωλό της και δεν φλυαρεί το βλέμμα της με το ναρκισσισμό της ομορφιάς και της νεότητας.

Μονάχα πιάνεται σε μιαν απόχη όπου ο αισθησιασμός της εσωτερικής ανησυχίας κυβερνά.

Δεν πουδράρετε, δεν χτενίζετε, δεν βάζει τα σκαρπίνια του χορού, δεν ξεγλιστρά ως νύμφη απ’ τα εσώρουχά της για την ερωτική κλίνη, αλλά αποχτά τον ανθρώπινο ρυθμό του βάρους και της ύπαρξης της σάρκας.

Μέσα στο άδειο επίσης και το κενό που ορίζεται απ’ το σώμα της και μόνο. Μες στο απίθανα πειραγμένο φως του δωματίου που δίνει ψυχή στα πράγματα.

Το ταξίδι εδώ είναι απ’ την αρχή ταξίδι γυρισμού.

Μια λυρική ενδοσκόπηση που η Λαζαρίδου την κρατά στο κάδρο της με ποιητικό τρόπο, αφήνοντας πάντα να διεισδύουν λωρίδες φωτός απ’ τον έξω κόσμο, προβάλλοντας στους τοίχους και στο ανθρώπινο βλέμμα τη γεωμετρική αστάθεια των σκιών.

Την Εκλεκτική Κληρονομιά ανθρώπων και πραγμάτων, χώρου και χρόνου, φύσης νεκρής και ζωντανής ανθρώπινης σάρκας, ύλης και πνεύματος, ανάγκης και ιδιοτροπίας.

Πάντα αφήνοντας το δραματικό στοιχείο να τρυπώσει σαν πολεμιστής σε γυναικωνίτη και να κάνει ελκυστικό και συναρπαστικό το φωτογραφικό της σύμπαν.