Ιερά και Όσια ή ο Βλοσυρός παππούς

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

iera

Να τα λέω τάχα όλα αυτά και να τα γράφω και να τα σκέφτομαι από μνησικακία, από φθόνο, από κατεργαριά; Ίσως. Ίσως να λυπάμαι που δεν μπορώ να γίνω καλός πατριώτης. Καλός Έλληνας, καλός Ευρωπαίος.

Καλός νεωτερικός αριστερός του τίποτα. Με Χατζιδάκι, Τσαρούχη και Νάνα Μούσχουρη. Ίσως. Ίσως τώρα μέσα στο ζήλο τού να είμαι ολοκληρωτικά ανθρώπινος, είμαι έτοιμος να γεννήσω ένα τερατώδες οικοδόμημα, έναν Παρθενώνα, που ασφαλώς θα ζήσει πολύ καιρό αφού χαθούν οι άλλοι Παρθενώνες, αλλά που κι αυτός θα χαθεί όταν εξαφανιστεί εκείνο που τον δημιούργησε.

Πρέπει να μάθεις να ζεις με τη βρωμιά, να μάθεις να επιπλέεις σαν τα ποντίκια των υπονόμων, διαφορετικά θα πνιγείς, μου λέει ο βλοσυρός παππούς όταν διαβάζω ποιήματά του.

Μου βγάζει ακτινογραφίες για να δει τον καρκίνο μου, τις αυταπάτες που μου κληροδότησε η γενιά του.

Σοφοί άνθρωποι του καιρού που έγιναν κατεστημένο μοιράζοντας συμβουλές και μπομπότα με χαβιάρι. Γέροι με χοντρούς μυωπικούς φακούς που όταν αποφάσισαν να παν με το κοπάδι έπαθαν ανοσία. Και τώρα κουνάν το δάχτυλο απ’ τους τάφους.

Για να σε δέχονται και να σε εκτιμούν πρέπει να εκμηδενιστείς, να μην ξεχωρίζεις απ’ το κοπάδι.

Απ’ την ενορία με τους καρναβαλιστές παπάδες της εκλογικής σου περιφέρειας, απ’ τους καλλιτέχνες βίου ανθόσπαρτου που ψάχνουν δημοσιότητα στα ψηφιακά μαγαζιά. Απ’ τους παχύσαρκους δεξιούς της συμμαζεμένης αριστεροσύνης και κουλτούρας που αυτομόλησαν στην καλοζωία του σαββατοκύριακου διαβάζοντας Αναγνωστάκη και Μιχάλη Κατσαρό σε νοικιασμένα δωμάτια στο Πήλιο.

Ευαίσθητες ψυχούλες που ο ποιητής τους θυμίζει πως κάτω απ’ τα κρεβάτια τους υπάρχει ένα ουροδοχείο.

Γηρατειά και φθορά ανακατεμένα με του τσαρλατάνου αγκιτάτορα τα παστέλια που έχουν κολλήσει στα γελαστά μουστάκια.

Παχύσαρκοι διασκέδασες, μια ράτσα προγενέστερη απ’ τα βουβάλια, κραδαίνουν την κουράδα τους πάνω απ’ την άβυσσο της κοινής γνώμης.

Κρίνε για να κριθείς, γουργούρισε όπως οι μπάκες των επισκόπων πάνω απ’ το τίμιο ξύλο. Η λογοκρισία είναι η πιο ευγενής αλαξοκωλιά λίγο πριν τις βόμβες και τα τανκς, τώρα, που, αποταμιεύουμε πατροκτονίες στα δόλια ποιηματάκια μας.

Τώρα που περνάμε κάτω απ’ τα πυρακτωμένα αγκάθια των επιταφίων, τα ιερά και τα όσια της φυλής που μηρυκάζουν αποτυχημένοι δάσκαλοι και τσαλακωμένοι εγωισμοί που τρύπωσαν στο χαβαλέ της νοικοκυροσύνης πουλώντας λήθη με τη σέσουλα και ναρκισσισμό από φίνο κοφτερό ατσάλι.

Τώρα που τα ντελικάτα τέκνα που έθρεψε το ίδρυμα Φορντ και οι χορηγίες ανάβουν στον τάφο του πολιτισμού που ψόφησε το κεράκι τους.

Όλο και κάποιος βρίσκεται να φροντίσει το πτώμα.

Να συντηρήσει δάκρυα και συμφιλίωση πάνω στα τηλεοπτικά αστραφτερά βυζιά ξανθιάς κόρης που θέλει λιγότερο κράτος, ιδιωτική πρωτοβουλία και γαύρο παστό με σαμπάνια στης μισθωτής σκλαβιάς το διάλειμμα. Στο κολατσιό με φίλους που δεν θ’ αγγίξει ποτέ μες στο δικτυωμένο υπερπέραν.