Προσευχή για σκύλους

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

pros

Η ζωή περνά έξω απ’ το παράθυρό μου. Ο κόσμος περιστρέφεται γύρω απ’ το σπίτι μου.

Κοιτάζω τη λεμονιά μες στο χορευτικό της οίστρο και το διακονιάρη δερβίση που με τον εκλεπτυσμένο του βρυχηθμό την συντονίζει με την ποιητική μου συνείδηση.

Αυτή την μη ακαδημαϊκή ψυχούλα του σκύλου, που ξέρει από βογκητά και δαγκωματιές και χαϊδέματα στο μέτωπο, στην κοιλιά, στους γοφούς.

Ζωή γελοία και απέραντη μέσα σε σιωπές και άλγη αλλά και θεία νοσταλγία μιας γυμνής και μιας τουρλωμένης κόρης.

Ποιος άραγε μπορεί να καταλάβει τον πρωτάνθρωπο εμένα και ποιος μέσα στη γαλαξιακή ελαφράδα της αστρικής πάχνης μπορεί να με συναντήσει;

Και ποιος, αφού, γάτες και σκύλοι, μερμήγκια, εργάτες, άντρες, γυναίκες και παιδιά θα γίνουμε ένα! Ένας νεκρός, ένας θάνατος, ένας βασιλιάς σ’ αυτό το θηρίο παλάτι του διαστήματος.

Μα πριν φτάσεις εκεί στις μαύρες πέτρες που δε νιώθεται τίποτε, ούτε η οργή ούτε η καύλα, τίμησε στον πλανήτη αυτό και στη ζωή αυτή, τον πούτσο σου και το μουνί σου. Με παρέα ή κατά μόνας στήσε το ερωτικό σου τσαντίρι.

Και πιο κει ένα παράπηγμα, μια παράγκα ένα καμπινέ πάνω απ’ το βόθρο των εθνικών συμβόλων. Απ’ τις πατρίδες και τις σημαίες των κρατών. Χέσε τη δημοκρατία τους που είναι ποδοπάτημα του δυνατού στον αδύνατο μασκαρεμένο και γίνε ρατσιστής με τους ρατσιστές και μισαλλόδοξος με τους μισαλλόδοξους.

Γράψε το ποίημα σου όχι για την κυρία Κατεστημένου και τον κύριο ρυπαρό περιοδικάριο που θέλει τρύπα και Κυριαρχία.

Βλέπω στις αγρυπνίες μου το βλέμμα των ανθρώπων μπροστά στον κατακλυσμό, πριν αρχίσει να ρέει ο Λόγος κι η λογοδιάρροια κι ο εραστής γίνει κλαψομούνης και θρήσκος κι η σύντροφος γίνει βακέτα του διαφημιστή.

Βλέπω το όνειρο των ανθρώπων των σπηλαίων και των ανθρωποφάγων, εκείνων με το διπλό φύλλο και τις κοντές ουρές, εκείνων που τους λεν τρελούς και διεστραμμένους γιατί ζούσαν φυσικά, μακριά απ’ την κακεντρέχεια της μεγαλοφυΐας του πολιτισμού που κτίστηκε πάνω σε στρώματα σφαγής.

Με όλους τους ένστολους φασιστάκους που την αγνή πρωτόγονη ανθρωποφαγία την κάνανε πολιτική επιστήμη.

Που όλη την ποίηση της ζωής που ήταν επιβίωση και ηδονή την κάνανε πλούτο και θεωρία. Βιομηχανία όπλων και διδακτισμό. Αριστεία και λοιμό. Αντισηπτικά, εγωισμό, αγαμία.

Σοφούς που σου κουνάν το δάχτυλο και παπάδες παντός μαντριού που σε γαμούν ασάλιωτα, πότε με ψαλμούς και πότε με σταυροφορίες.

Η ζωή περνά έξω απ’ το παράθυρό μου. Κι είναι η ώρα να βγω να της δαγκώσω τη ρόγα. Να της χαρίσω το ποίημα μου και τη σάρκα μου ως τα τρίσβαθα.

Ύλη αναρχίας ως που να μελανιάσουν οι όρχεις μου.