Ευλογήσω τον κύριον εν παντί καιρώ

eylog

Όσο καθαρότερα βλέπουμε τόσο πιο αγνότερα ζούμε. Η όραση είναι περίπλοκη υπόθεση.

Μες στην κοινή ψηφιακή λούμπα αδυνατούμε να δούμε όσους εκφράζουν τη συνείδηση των καιρών. Όσους βάζουν το μέσο να δουλέψει αλλιώς.

Μες στα ποικίλα ερεθίσματα και την προγραμματική δυστοπία, οι εχθροί του Κράτους είναι τα γεννητικά μας όργανα, διότι πλέον κράτος δεν είναι το μόρφωμα γραφειοκρατίας και σκοτοδίνης που ξέραμε.

Το Κράτος είναι σήμερα ο τοποτηρητής της πληροφορίας και ο διαχειριστής του κοινού τόπου διήθησής της στις συλλογικές αυταπάτες.

Αυτό που φαίνεται να είναι τζάμπα είναι πανάκριβο. Ο διαφημιστής έχει τρυπώσει πίσω από κάθε οικογενειακή σέλφι, εκεί όπου ο μπαμπάς και η μαμά με όλο τον παιδεραστικό τους οίστρο φωτογραφίζουν τα παιδάκια τους για να τα δει ο γείτονας και ο καμαρότος σχολιογράφος της ψηφιακής ζωής.

Η υποκρισία είναι η μετρική του κυβερνοχώρου. Χωρίς υποκρισία δεν υπάρχει επικοινωνία εξ’ αποστάσεως. Μέσα στο έρεβος του ναρκισσισμού ίπτανται ποικιλοτρόπως η ιερή βλαχιά και η αγία μαλακία.

Κανένα Κράτος δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς χαφιέδες. Έτσι κι αυτό το ασύνορο ψηφιακό Κράτος από φάτσες και κωμικοτραγικά βιογραφικά όπου ο καθένας μπορεί να πουλήσει τη μάπα του, χρειάζεται χαφιέδες.

Μόνο που οι χαφιέδες εδώ δεν είναι στρατολογημένοι υπάλληλοι ή πράκτορες αλλά οι ίδιοι οι χρήστες του μέσου. Κι αυτό είναι το μεγαλείο του, μπορεί να κάνει τον καθένα χαφιέ.

Μέσα στην ιριδίζουσα λεωφόρο γνήσιας και απόλυτης αχρειότητας πριμοδοτείται ο καλοθελητής. Ο ερωτισμός πρέπει να είναι κυβισμένος στην πλήρως ελεγχόμενη τηλεοπτική αισθητική και οι ιδέες θα πρέπει να ανήκουν στο κλειστό διάστημα μεταξύ αριστεράς και δεξιάς για να είναι αποδεκτές.

Ο αστράγαλος του Αγίου Πολυκάρπου και η κλείδα της αγίας Βαρβάρας δεν είναι πορνογραφία και κακή αισθητική, σε αντίθεση με το μουνί που μας γέννησε και το οποίο κάθε φορά που εμφανίζεται σ’ έναν μη ευλογημένο ψηφιακό τοίχο το κατασπαράσσει ο αλγόριθμος της λογοκρισίας.

Οι διαφημιστές απευθύνονται σε νοικοκυραίους μικροαστούς. Κι οι νοικοκυραίοι μικροαστοί θέλουν μόνο την οικογένεια και το τομάρι τους σε πρώτο πλάνο. Τη σκατόφατσά τους σε άπειρες εκδοχές. Το κόμμα, την εκκλησία, τις καλές δήθεν πράξεις και τον ξεθυμασμένο ρομαντισμό. Τα άλλα τα κρύβουν κάτω απ’ το χαλάκι.

Κάθε αξιοπρεπής νοικοκύρης δεν ανέχεται στον τοίχο του αιδοία και ψωλές, μα κυρίως δεν ανέχεται τις ιδέες των άλλων, αλλά στο διπλανό παράθυρο της ψευτοζωής του μπορεί να τον παίζει βλέποντας ένα βιασμό ή μια ευλογημένη τσόντα απ’ τον κύριο ημών καπιταλιστή.

Ζούμε σε καιρό πολέμου. Όλοι οι καιροί είναι καιροί πολέμου. Πολεμάμε τους πολέμους κάθε είδους.

Όταν ο Νικόλαος Κάλας ρώτησε τον Αντρέ Μπρετόν τι θα πρέπει να κάνει ένας ποιητής σε καιρό πολέμου:«να γράφει ερωτικά ποιήματα» του απάντησε.

Οι συγγραφείς γνωρίζουν κάλλιστα πως θεωρούνται περιττοί απ’ το χριστεπώνυμο πλήθος και τους ανθρωποδιορθωτές. Ακριβώς γι’ αυτό ταυτίζουν τα ιδεώδη με τα πεπρωμένα τους, γράφοντας τους ηθικολόγους στα παπάρια τους.

Περί Λογοκρισίας

mpat

στο Θανάση Μπάθα 

Η ζωγραφική θα μπορούσε να είναι άσκηση ταχύτητας μες στο σκοτάδι. Εκεί που οι ξεχασμένες μελωδίες και τα ευκίνητα πυροτεχνήματα της φαντασίας στροβιλίζονται για να βγάλουν φως απ’ τα σπλάχνα του κόσμου.

Εκεί όπου ο καλλιτέχνης ως ιδεατός ηδονοβλεψίας της ιδιωτικής ζωής όλων μας αποθέτει τον εικαστικό του χαρακτήρα. Ανάμεσα στους στείρους δογματισμούς των θεωρητικών και στους επισκόπους της διακοσμητικής τέχνης. Ανάμεσα στη βαρβαρότητα ενός κόσμου που έχασε το κέντρο του και στον σπαραγμό ενός παρά φύσιν νόμου που επιβάλει η εξουσία.

Τι είναι άραγε σήμερα η λογοκρισία και πως μπορεί κάποιος να την εικονογραφήσει! Είναι ένα απομεινάρι του παρελθόντος ή είναι μια συνθήκη του παρόντος!

Πίσω απ’ το φιλελεύθερο προσωπείο ενός κόσμου που διακηρύσσει συνεχώς την ελευθερία υπάρχει ένας απίθανος μηχανισμός που καταβροχθίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και την υποβιβάζει στην πιο υποταγμένη παθητικότητα.

Ένα παιδί μπουκωμένο από γλειφιτζούρια, αποδιωγμένο στην ακόρεστη φιληδονία της ανθρώπινης φύσης. Με το βλέμμα του προσηλωμένο στο μέγα κοσμοκράτορα που του προσφέρει αυτή την θανατερή ευχαρίστηση.

Μέσα στο στόμα του παιδιού, δηλαδή μέσα στο στόμα της αθωότητας, ο Μπάθας έχει αποθέσει την φονική ποσότητα, τις λόχμες του δυτικού πολιτισμού που είναι στρογγυλεμένες και ζαχαρωμένες.

Κλείνει τα στόματα όχι με βία, ξύλο και απειλές αλλά με γλυκιά σχεδόν πατρική αγάπη. Παιδιά τόσο μπουκωμένα από αγάπη και υλικά αγαθά που δεν μπορούν να μιλήσουν αλλά και να αναπνεύσουν σωστά. Να φωνάξουν, να ουρλιάξουν, να παίξουν.

Ένα πρόσωπο μπουκωμένο δεν βγάζει συναισθήματα. Δεν φαίνεται ούτε χαρούμενο ούτε λυπημένο, αλλά στρατολογημένο σ’ ένα βίο που δεν θα ρωτά και δεν θα συνθέτει, αλλά θα κατευθύνεται στην ενήλικη ζωή μπουκώνοντας καριέρα, σεξ, θέαμα και όποια άλλη υπερούσια θεολογία.

Μια γενιά ολοκληρωτικά σκλαβωμένη στην υπερσυσσώρευση καλοζωίας.

Ένας κόσμος ορισμένος απόλυτα απ’ τον καλλιτέχνη που βάζει τα χρώματα να μιλήσουν αλλιώς. Να φανερώσουν την λογοκριμένη επιθυμία που γίνεται κόλαση και παχυσαρκία. Που γίνεται ο αυτισμός ενός καταναλωτικού ολοκληρωτισμού μέσα στο λούνα πάρκ των ρυπαρών θεαμάτων.

Εδώ ο Μπάθας καλλιεργεί τις εικαστικές αρετές μιας πρωτοπορίας που δεν αγωνιά για τα εννοιολογικά νοήματα αλλά για την ουσία, βάζοντας μέσα στο έργο τη σωστή δόση παραφροσύνης που την εμπλουτίζει με οξύτητα.

Κάνοντας μια μαθηματικά υπολογισμένη εκτόξευση κριτικής του πολιτισμού μπροστά στο βλέμμα του θεατή. Υπογραμμίζοντας, πως, αυτή η χαρά της ζωής, επειδή έχει επιτευχθεί με αφύσικο τρόπο, είναι ένα δηλητήριο που καταλήγει να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο.

Αφήνοντας να φανεί μέσα στη χρωματική χύτρα των χρωμάτων που σιγοβράζουν μέσα στο συμπαντικό χάος, ένα μικροσκοπικό μόριο του σώματος που παραμένει ζωντανό και ακμαίο.

Ένα κομματάκι της συνείδησης που εξακολουθεί ν’ αντιστέκεται, ένα τρεμούλιασμα ζωής ολοένα εντονότερο που λάμπει σαν την ψυχρή φλόγα ενός διαμαντιού. Ένα τοπογραφικό της ανθρώπινης ψυχής.

Έναν άφθαρτο και λαμπερό σπόρο χρωμάτων κρυμμένο στην καρδιά της φθοράς και του θανάτου.