Οδηγίες για τη δημιουργία μιας αίρεσης

????????????????????????????????????

Το δέος το οποίο ενέπνεαν οι αρχαίοι ιερείς-βασιλείς οφειλόταν στην ικανότητά τους να αναπαράγουν τη φωνή τους στον εγκέφαλο των πιστών τους υπηκόων.

Αυτή είναι η φωνή του θεού που ξεχύνεται μέσα απ’ το μη κυρίαρχο ημισφαίριο του εγκεφάλου.

Το ζυμωτήριο της μίμησης, της φαντασίωσης, της μονομανίας, του σολοικισμού.

Η διέγερση του μη κυρίαρχου ημισφαιρίου του εγκεφάλου κάνει τα ανθρώπινα πειραματόζωα να ακούν φωνές.

Κάποιος που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κάποτε και σώθηκε λίγο πριν πνιγεί, ομολόγησε πως μια φωνή μέσα στο κεφάλι του, τού έλεγε να αυτοκτονήσει και ότι, για κάποιο λόγο έπρεπε να υπακούσει σ’ αυτή τη φωνή.

Αν θέλετε λοιπόν να ιδρύσετε μια δική σας αίρεση, το πρώτο σας βήμα είναι να μεταδώσετε τη φωνής σας στο μη κυρίαρχο εγκεφαλικό ημισφαίριο των υποψήφιων αφοσιωμένων οπαδών σας.

Περί Ασπαλάθων Και Μούργας

klarino

Όταν οι κοπετοί κοπάσουν και
οι πλούσιες κόρες που αλιεύσαμε
στα ρηχά της ιστορίας ησυχάσουν
δια παντός και αμετάκλητα και
γίνουνε ποιήτριες της εταιρίας
λογοτεχνών, ακρότατες φωνούλες
σε ξένη γη, σαδομαζό κουφάρια
σε κλουβί της Πειραιώς κλάμπ
τέσσερα πάροδος Ιουλιανού του
παραβάτη και γίνουνε γιρλάντες
στο τρελάδικο της μνήμης,
ταφόπετρες μαρμάρινες, άνθη
που αφεθήκαν δεκαοχτώ χρονώ
στην αλητεία, σαν μεθυσμένοι
φοιτητές επί πτυχίω που εμάθαν
πόσο εύκολα μπαλεύει ο βίος από
άσωτες κραιπάλες και εγίναν κόρες
της ντροπής που τις φωνάζουν
φούλες τα ρεμάλια, μούργα
απιθώνοντας ερωτική στις σούστες
στα ντιβάνια και έρω ντιπ αμάχητο
που γράφει αντί για Σώμα Σόμα
σύνολο δηλαδή και άθροισμα υγρών
και τα τοιαύτα, αυτά που ο περί
ασπαλάθων νους του πρέσβη δεν
τα αμόλησε στους αγγλοσάξονες
κακεντρεχείς που επίναν τσάι στη
Σαχάρα, Βάρκιζες ζαχαρώνοντας
και Γράμμους

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας κόκκος άμμου

kokkos

Η νύχτα με τύλιγε.

Οι λόφοι που έφραζαν απ’ όλες τις μεριές τον ορίζοντα αρμένιζαν στο φεγγαρόφωτο.

Είχα ξεμείνει στην ερημιά με το ποδήλατο. Στο απαλόφραχτο σκοτάδι. Στα ερωτικά προξενιά των τρωκτικών, εκεί που γίνεσαι λυρικός και πλεονέχτης και ψάχνεις με το αυτί αχόρταγος, ήχους και φωνές.

Τον ήρεμο μανδύα της νύχτας διαπερνούσαν οι φωνές χιλιάδων γρύλων.

Τραγουδούσαν κρυμμένοι μέσα στο σανό και στα άχυρα απ’ το θερισμένο στάρι.

Από καιρό σε καιρό οι φωνές τους διέκοπταν το τραγούδι απ’ τα νυχτοπούλια και τους κοασμούς των βατράχων που βρίσκονταν στο ποτάμι και τα ρυάκια. Αυτά που κελάρυζαν ανάμεσα απ’ τ’ άγουρα καλαμπόκια.

Μαζί με τις φωνές της νύχτας ερχόταν η θεσπέσια μυρουδιά απ’ το φρεσκοκομμένο σανό και το τριφύλλι.

Τρόπον τινά είχα μεθύσει απ’ τη μυρουδιά του σανού. Ήθελα να μείνω εκεί κάτω απ’ την ιτιά, όλη νύχτα. Αντιμέτωπος με το σύμπαν, ένας κόκκος άμμου.

Ένας κόκκος άμμου που δε λογαριάζει ποτέ σωστά το μέγεθός του.

Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα στο αυλάκι στην άκρη του δρόμου. Κατέβηκε βιαστικά ένα τύπος και ήρθε σχεδόν μπροστά μου χωρίς να με βλέπει. Τον έβγαλε έξω κι άρχισε να με κατουράει.

Ακουγόταν μονάχα η μηχανή στο ρελαντί και τέλος η πορδή του ως προωθητικό αέριο της τελευταίας σταγόνας του ποτίσματος.

Ο τύπος μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε ξαλαφρωμένος. Εγώ έμεινα εκεί άναυδος και κατουρημένος πατόκορφα.

Δεν μπορούσα ακόμα και να ψιθυρίσω κάτι. Έκοψα τότε ένα μικρό κλαράκι ιτιάς, το έβαλα στο στόμα μου κι άρχισα να το μασουλάω.

Ερωσφόρος

erosforos

Κάθε απόγευμα οδηγούμουν σχεδόν υπνωτισμένος στο μικρό και μοναδικό βιβλιοπωλείο του Γυθείου Λακωνίας.

Ο βιβλιοπώλης ήτο φίλος μου και άνθρωπος με μεγάλη καρδιά.

Στο πίσω μέρος του μαγαζιού υπήρχε ένα δωμάτιο μ’ ένα μικρό κουζινάκι. Ένας καναπές, ένα ντουλάπι, ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες, ένα πετρογκάζ και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με κορνίζα στον τοίχο. Η ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου μ’ ένα λευκό νυχτικό ξαπλωμένη στο κρεβάτι, φωτογραφημένη απ’ τον Αντρέα Εμπειρίκο.

Ένα μικροσκοπικό μπάνιο στο βάθος και πέτρες απ’ τη θάλασσα στο τσιμέντο, μ’ ένα παραθυράκι που έβλεπε στο κεντρικό δρόμο.

Κάθε απόγευμα καθόμουν σ’ ένα σκαμνί με τον πηχτό τούρκικο καφέ δίπλα μου να μοσχοβολά. Διάβαζα και άκουγα μακρινούς ήχους.

Ήταν η χρονιά των Ρώσων κλασικών.

Καθόμουν σαν κουρούνα πάνω απ’ τον Ντοστογιέφσκι και ξεφύλλιζα τις σελίδες του σαν καινούργιους παρθενικούς υμένες.

Θεούς και δαίμονες σαν φυσαρμόνικες στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Έρωτες και θανατικά, ένας μελισσόκηπος αγωνίας με τα πάθη σαν λιωμένο σίδερο στα καλούπια της γλώσσας.

Εγώ ένας ανειδίκευτος εργάτης νεκροταφείου, σκάβοντας τάφους το πρωί και το απόγευμα διαβάζοντας, τρυπωμένος χαρτοπόντικας στου διαβόλου την κάλτσα.

Γιατί τα βιβλιοπωλεία είναι τα πιο διαβολικά μέρη. Και οι βιβλιοπώλες αρχιδιάβολοι και σατανικοί.

Ένα απόγευμα που βρισκόμουν εκεί μόνος και στεναχωρημένος, έξω απ’ τη ζωή του δρόμου και τη δράση, μαγκωμένος απ’ τα βιβλία, ο φίλος μου με πλησίασε αφήνοντας το χέρι του να πέσει στον ώμο μου.

«Θες να πηδήξεις;» μου είπε με σταθερή και ευγενική φωνή. «Όχι» του είπα. Γυρίζει με την ίδια σταθερή και ευγενική φωνή λέγοντάς μου «κάνεις λάθος».

Χωρίς να πει τίποτε άλλο βγαίνει απ’ την μπροστινή πόρτα του βιβλιοπωλείου και σταματά ένα ζευγάρι, αγνώστων σε μένα, για λίγα λεπτά.

Δεν μπορούσα να τον ακούσω, έδειχνε όμως προς τη μεριά μου στο βιβλιοπωλείο.

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της και το ίδιο έκανε έπειτα και ο άντρας. Μπήκαν και τρεις στο βιβλιοπωλείο.

Ένιωσα αμήχανος κι έτσι αποφάσισα να πάω να χωθώ στην τουαλέτα. Μπορούσα και τους άκουγα καθώς είχαν φτάσει στο δωμάτιο, σχεδόν χωρίς να μιλάνε.

Όταν βγήκα απ’ το μπάνιο η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη, γυμνή στον καναπέ και ο άντρας καθισμένος σε μια καρέκλα έχοντας ένα βιβλίο στα πόδια του.

«Μη σε νοιάζει γι’ αυτόν» μου είπε το κορίτσι χαϊδεύοντας απαλά με την παλάμη το μουνί της. «Δεν τον πληγώνουν όλα αυτά γιατί με αγαπά και θέλει να είμαι ευτυχισμένη. Είναι ευτυχισμένος όταν είμαι κι εγώ ευτυχισμένη. Οι άνθρωποι που αγαπούν ξέρουν», μου είπε.

Το κορίτσι ήταν πανέμορφο και το σώμα της έμοιαζε με βουνίσιο ποτάμι. Μια δροσερή πηγή από νεύρα και μύες που κυλούσε πάνω από βράχινα κόκαλα και κρυμμένα νεύρα. «Έλα πουλάκι μου» είπε, «σ’ αγαπώ».

Οι τέσσερις εποχές ή Σοσιαλιστικός ρεαλισμός

amanda-charchian-02

αχ οι πέστροφες πως σπαρταρούν
στο νεροχύτη της μαμάς πριν το
μοιραίο και τα κοκόρια ακέφαλα
πως τρέχουν να σωθούν πριν
ξεψυχήσουν αχ τα κορίτσια που
αγαπώ το φίδι βγάζουν απ’ την
τρύπα και οικοδομούν το σοσιαλισμό
σε ένα μόνο Σώμα περαστικές απ’ το
κορμί μου φθινόπωρο χειμώνα
άνοιξη καλοκαίρι φανατικές νοικοκυρές
της ηδονής στο καλυβάκι μου έρχονται
να με ταΐσουν το ζουμάκι της ζωής

Υποσημείωση για την κατασκήνωση στο βουνό

moynt

Είσαι η αγαπημένη μου, όπως
ο ήχος του κεραυνού σ’ ένα
φλιτζάνι του καφέ. Κι όπως
ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα
σύννεφο. Και σου λέω πως
θα τη σκαπουλάρουμε και σήμερα
ως φουτουριστές, από τα δόντια
της εξουσίας. Έφιππες κυρίες θα
οδηγήσουμε στη μεγάλη έκρηξη.
Να νιώσουν οι παρακρατικοί
τι εστί επιστήμη του σεξ,
αλαζονικοί γλουτοί, οφθαλμό
αντί οφθαλμού με άλλα μέσα.
Να νιώσουν οι επίτροποι των εθνών
το θωρηκτό Ποτέμκιν, την ναυμαχία
της Ναυπάκτου, το Θερβάντες
πληγωμένο να κατουράει μυαλά
Οθωμανού. Να νιώσουν οι τρυφεροί
μαστοί γυμνής χωριατοπούλας το
θυμάρι, τι εστί βάτεμα πρωινό
εν φαντασία και λόγω, τι εστί σκύψε
ευλογημένη στις ραχούλες, ήλιος
πρωινός γαμήλιος

Νωτιαίος μυελός

afri

[απόσπασμα]

Περιδιαβαίνουμε τα περιθώρια των δημοσίων ηθών. Τις τόσο απλοϊκές δέκα εντολές και τα λάβαρα.

Οι θρήσκοι και οι θρησκευόμενοι έχουν μια μεγάλη καμπούρα στη ράχη τους. Τραύματα, αμαρτίες, ένα γαμήσι επί πληρωμή σε παρκινγκ, μια σκοτωμένη γάτα, ένα σκοτωμένο σκύλο.

Αγαθοεργίες, άποψη του παρία του μονογενούς που τα ξέρει όλα ως ταπεινός διαφωτιστής και οξυδερκής αναλυτής της κακοδαιμονίας μας.

Πατριώτης με πηλήκιο τσιφλικά και βραβευμένος από κάποιο σύλλογο αθλητικό.

Με άποψη για το καλό και το κακό που γίνεται καινοφανής μηδενισμός, όμορφη γλυκιά αλητεία της σκέψης, ονειροφαντασία, ποίημα με φεγγάρι, κλεμμένες μουνότριχες αναμνηστικές, παρελθόν, κουταλάκια και πιατελάκια, γυμνοί βραχίονες και λοιπά.

Γωνιώδη και πλαδαρά σώματα που κάθονται ανακούρκουδα μέσα στην ξεφλουδισμένη μπανιέρα κάνοντας την υγιεινή τους να μοιάζει με κρυμμένο ελάττωμα.

Κόρες κοπέλες κοριτσάκια που μαλακίζονται με το δάχτυλο κάτω απ’ τον αφρό. Γλυκιά αποχαυνωτική μαλακία, ατμός και λιωμένα διαφημιστικά φυλλάδια από υγρασία.

Υδραυλικές εγκαταστάσεις που προκαλούν τη φαντασία. Ραδιόφωνα κάπου γύρω απόκοσμα που ψιθυρίζουν κάτι για τη θανατική ποινή. Πράξεις πολιτειακής δοσοληψίας, τραγουδάκια και συνταγές μαγειρικής.

Ισχνές μορφές, στις οποίες προεξέχουν τα κόκαλα, φτωχή, μυτερή και ξεχαρβαλωμένη μορφή της ζωικής μηχανής όταν τη βλέπουμε από πάρα πολύ κοντά, χωρίς αγάπη, με τη μοναδική ανελέητη αγωνία να την περιγράψουμε.

Η στεγνή λάμψη του βλέμματος που σβήνει. Η ωμότητα που εξακολουθεί να υπάρχει, να μετατρέπεται σε σαδισμό, να ματώνει τα μαραμένα στόματα, να φονεύει τα βλέφαρα, να λαδώνει τα φτωχά ίσια μαλλιά, να λεπταίνει και να χλομιαίνει τις άθλιες σάρκες που ο κόσμος αγοράζει και πουλάει στην αγορά.

Η μηχανική θλίψη του χωριάτη που έγινε αστός, τα νοτισμένα γυναικεία εσώρουχα, οι μυρουδιές απ’ τα φαρμακεία και οι μυραλοιφές, όλα τα λιπόσαρκα ερωτικά θηρία που σέρνει πίσω απ’ τον κατακτητικό του στρατό ένα ισχυρός αιώνας που πέρασε.

Ένας πολεμοχαρής ξεχαρβαλωτής της ύπαρξης, ένας λύκος ερεθισμένος απ’ τη μυρουδιά των προβάτων. Με τη λάσπη και τη βροχερή ομίχλη στην πέτσα της κοιλιάς. Με τα σκατούλια στο χωματένιο μαντρί πατημένα και ζυμωμένα έτοιμα και φρέσκα για την παγκόσμια κοινή γνώμη.

Εκεί όπου μια πλούσια νέα γριά διαλέγει διαμάντια σ’ ένα κοσμηματοπωλείο ή ένας νέος θάλαμος αερίων εγκαινιάζεται απ’ το πλήθος στο γερμανικό βορρά ή τον αφρικανικό νότο.

Εκεί όπου σταματά η καρδιά και βγαίνει η ψυχή απ’ τις κωλοτρυπίδες μας.