ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιουνίου, 2016

Οδηγίες για τη δημιουργία μιας αίρεσης

????????????????????????????????????

Το δέος το οποίο ενέπνεαν οι αρχαίοι ιερείς-βασιλείς οφειλόταν στην ικανότητά τους να αναπαράγουν τη φωνή τους στον εγκέφαλο των πιστών τους υπηκόων.

Αυτή είναι η φωνή του θεού που ξεχύνεται μέσα απ’ το μη κυρίαρχο ημισφαίριο του εγκεφάλου.

Το ζυμωτήριο της μίμησης, της φαντασίωσης, της μονομανίας, του σολοικισμού.

Η διέγερση του μη κυρίαρχου ημισφαιρίου του εγκεφάλου κάνει τα ανθρώπινα πειραματόζωα να ακούν φωνές.

Κάποιος που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κάποτε και σώθηκε λίγο πριν πνιγεί, ομολόγησε πως μια φωνή μέσα στο κεφάλι του, τού έλεγε να αυτοκτονήσει και ότι, για κάποιο λόγο έπρεπε να υπακούσει σ’ αυτή τη φωνή.

Αν θέλετε λοιπόν να ιδρύσετε μια δική σας αίρεση, το πρώτο σας βήμα είναι να μεταδώσετε τη φωνής σας στο μη κυρίαρχο εγκεφαλικό ημισφαίριο των υποψήφιων αφοσιωμένων οπαδών σας.

Περί Ασπαλάθων Και Μούργας

klarino

Όταν οι κοπετοί κοπάσουν και
οι πλούσιες κόρες που αλιεύσαμε
στα ρηχά της ιστορίας ησυχάσουν
δια παντός και αμετάκλητα και
γίνουνε ποιήτριες της εταιρίας
λογοτεχνών, ακρότατες φωνούλες
σε ξένη γη, σαδομαζό κουφάρια
σε κλουβί της Πειραιώς κλάμπ
τέσσερα πάροδος Ιουλιανού του
παραβάτη και γίνουνε γιρλάντες
στο τρελάδικο της μνήμης,
ταφόπετρες μαρμάρινες, άνθη
που αφεθήκαν δεκαοχτώ χρονώ
στην αλητεία, σαν μεθυσμένοι
φοιτητές επί πτυχίω που εμάθαν
πόσο εύκολα μπαλεύει ο βίος από
άσωτες κραιπάλες και εγίναν κόρες
της ντροπής που τις φωνάζουν
φούλες τα ρεμάλια, μούργα
απιθώνοντας ερωτική στις σούστες
στα ντιβάνια και έρω ντιπ αμάχητο
που γράφει αντί για Σώμα Σόμα
σύνολο δηλαδή και άθροισμα υγρών
και τα τοιαύτα, αυτά που ο περί
ασπαλάθων νους του πρέσβη δεν
τα αμόλησε στους αγγλοσάξονες
κακεντρεχείς που επίναν τσάι στη
Σαχάρα, Βάρκιζες ζαχαρώνοντας
και Γράμμους

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας κόκκος άμμου

kokkos

Η νύχτα με τύλιγε.

Οι λόφοι που έφραζαν απ’ όλες τις μεριές τον ορίζοντα αρμένιζαν στο φεγγαρόφωτο.

Είχα ξεμείνει στην ερημιά με το ποδήλατο. Στο απαλόφραχτο σκοτάδι. Στα ερωτικά προξενιά των τρωκτικών, εκεί που γίνεσαι λυρικός και πλεονέχτης και ψάχνεις με το αυτί αχόρταγος, ήχους και φωνές.

Τον ήρεμο μανδύα της νύχτας διαπερνούσαν οι φωνές χιλιάδων γρύλων.

Τραγουδούσαν κρυμμένοι μέσα στο σανό και στα άχυρα απ’ το θερισμένο στάρι.

Από καιρό σε καιρό οι φωνές τους διέκοπταν το τραγούδι απ’ τα νυχτοπούλια και τους κοασμούς των βατράχων που βρίσκονταν στο ποτάμι και τα ρυάκια. Αυτά που κελάρυζαν ανάμεσα απ’ τ’ άγουρα καλαμπόκια.

Μαζί με τις φωνές της νύχτας ερχόταν η θεσπέσια μυρουδιά απ’ το φρεσκοκομμένο σανό και το τριφύλλι.

Τρόπον τινά είχα μεθύσει απ’ τη μυρουδιά του σανού. Ήθελα να μείνω εκεί κάτω απ’ την ιτιά, όλη νύχτα. Αντιμέτωπος με το σύμπαν, ένας κόκκος άμμου.

Ένας κόκκος άμμου που δε λογαριάζει ποτέ σωστά το μέγεθός του.

Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα στο αυλάκι στην άκρη του δρόμου. Κατέβηκε βιαστικά ένα τύπος και ήρθε σχεδόν μπροστά μου χωρίς να με βλέπει. Τον έβγαλε έξω κι άρχισε να με κατουράει.

Ακουγόταν μονάχα η μηχανή στο ρελαντί και τέλος η πορδή του ως προωθητικό αέριο της τελευταίας σταγόνας του ποτίσματος.

Ο τύπος μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε ξαλαφρωμένος. Εγώ έμεινα εκεί άναυδος και κατουρημένος πατόκορφα.

Δεν μπορούσα ακόμα και να ψιθυρίσω κάτι. Έκοψα τότε ένα μικρό κλαράκι ιτιάς, το έβαλα στο στόμα μου κι άρχισα να το μασουλάω.

Ερωσφόρος

erosforos

Κάθε απόγευμα οδηγούμουν σχεδόν υπνωτισμένος στο μικρό και μοναδικό βιβλιοπωλείο του Γυθείου Λακωνίας.

Ο βιβλιοπώλης ήτο φίλος μου και άνθρωπος με μεγάλη καρδιά.

Στο πίσω μέρος του μαγαζιού υπήρχε ένα δωμάτιο μ’ ένα μικρό κουζινάκι. Ένας καναπές, ένα ντουλάπι, ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες, ένα πετρογκάζ και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με κορνίζα στον τοίχο. Η ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου μ’ ένα λευκό νυχτικό ξαπλωμένη στο κρεβάτι, φωτογραφημένη απ’ τον Αντρέα Εμπειρίκο.

Ένα μικροσκοπικό μπάνιο στο βάθος και πέτρες απ’ τη θάλασσα στο τσιμέντο, μ’ ένα παραθυράκι που έβλεπε στο κεντρικό δρόμο.

Κάθε απόγευμα καθόμουν σ’ ένα σκαμνί με τον πηχτό τούρκικο καφέ δίπλα μου να μοσχοβολά. Διάβαζα και άκουγα μακρινούς ήχους.

Ήταν η χρονιά των Ρώσων κλασικών.

Καθόμουν σαν κουρούνα πάνω απ’ τον Ντοστογιέφσκι και ξεφύλλιζα τις σελίδες του σαν καινούργιους παρθενικούς υμένες.

Θεούς και δαίμονες σαν φυσαρμόνικες στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Έρωτες και θανατικά, ένας μελισσόκηπος αγωνίας με τα πάθη σαν λιωμένο σίδερο στα καλούπια της γλώσσας.

Εγώ ένας ανειδίκευτος εργάτης νεκροταφείου, σκάβοντας τάφους το πρωί και το απόγευμα διαβάζοντας, τρυπωμένος χαρτοπόντικας στου διαβόλου την κάλτσα.

Γιατί τα βιβλιοπωλεία είναι τα πιο διαβολικά μέρη. Και οι βιβλιοπώλες αρχιδιάβολοι και σατανικοί.

Ένα απόγευμα που βρισκόμουν εκεί μόνος και στεναχωρημένος, έξω απ’ τη ζωή του δρόμου και τη δράση, μαγκωμένος απ’ τα βιβλία, ο φίλος μου με πλησίασε αφήνοντας το χέρι του να πέσει στον ώμο μου.

«Θες να πηδήξεις;» μου είπε με σταθερή και ευγενική φωνή. «Όχι» του είπα. Γυρίζει με την ίδια σταθερή και ευγενική φωνή λέγοντάς μου «κάνεις λάθος».

Χωρίς να πει τίποτε άλλο βγαίνει απ’ την μπροστινή πόρτα του βιβλιοπωλείου και σταματά ένα ζευγάρι, αγνώστων σε μένα, για λίγα λεπτά.

Δεν μπορούσα να τον ακούσω, έδειχνε όμως προς τη μεριά μου στο βιβλιοπωλείο.

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της και το ίδιο έκανε έπειτα και ο άντρας. Μπήκαν και τρεις στο βιβλιοπωλείο.

Ένιωσα αμήχανος κι έτσι αποφάσισα να πάω να χωθώ στην τουαλέτα. Μπορούσα και τους άκουγα καθώς είχαν φτάσει στο δωμάτιο, σχεδόν χωρίς να μιλάνε.

Όταν βγήκα απ’ το μπάνιο η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη, γυμνή στον καναπέ και ο άντρας καθισμένος σε μια καρέκλα έχοντας ένα βιβλίο στα πόδια του.

«Μη σε νοιάζει γι’ αυτόν» μου είπε το κορίτσι χαϊδεύοντας απαλά με την παλάμη το μουνί της. «Δεν τον πληγώνουν όλα αυτά γιατί με αγαπά και θέλει να είμαι ευτυχισμένη. Είναι ευτυχισμένος όταν είμαι κι εγώ ευτυχισμένη. Οι άνθρωποι που αγαπούν ξέρουν», μου είπε.

Το κορίτσι ήταν πανέμορφο και το σώμα της έμοιαζε με βουνίσιο ποτάμι. Μια δροσερή πηγή από νεύρα και μύες που κυλούσε πάνω από βράχινα κόκαλα και κρυμμένα νεύρα. «Έλα πουλάκι μου» είπε, «σ’ αγαπώ».

Οι τέσσερις εποχές ή Σοσιαλιστικός ρεαλισμός

amanda-charchian-02

αχ οι πέστροφες πως σπαρταρούν
στο νεροχύτη της μαμάς πριν το
μοιραίο και τα κοκόρια ακέφαλα
πως τρέχουν να σωθούν πριν
ξεψυχήσουν αχ τα κορίτσια που
αγαπώ το φίδι βγάζουν απ’ την
τρύπα και οικοδομούν το σοσιαλισμό
σε ένα μόνο Σώμα περαστικές απ’ το
κορμί μου φθινόπωρο χειμώνα
άνοιξη καλοκαίρι φανατικές νοικοκυρές
της ηδονής στο καλυβάκι μου έρχονται
να με ταΐσουν το ζουμάκι της ζωής

Υποσημείωση για την κατασκήνωση στο βουνό

moynt

Είσαι η αγαπημένη μου, όπως
ο ήχος του κεραυνού σ’ ένα
φλιτζάνι του καφέ. Κι όπως
ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα
σύννεφο. Και σου λέω πως
θα τη σκαπουλάρουμε και σήμερα
ως φουτουριστές, από τα δόντια
της εξουσίας. Έφιππες κυρίες θα
οδηγήσουμε στη μεγάλη έκρηξη.
Να νιώσουν οι παρακρατικοί
τι εστί επιστήμη του σεξ,
αλαζονικοί γλουτοί, οφθαλμό
αντί οφθαλμού με άλλα μέσα.
Να νιώσουν οι επίτροποι των εθνών
το θωρηκτό Ποτέμκιν, την ναυμαχία
της Ναυπάκτου, το Θερβάντες
πληγωμένο να κατουράει μυαλά
Οθωμανού. Να νιώσουν οι τρυφεροί
μαστοί γυμνής χωριατοπούλας το
θυμάρι, τι εστί βάτεμα πρωινό
εν φαντασία και λόγω, τι εστί σκύψε
ευλογημένη στις ραχούλες, ήλιος
πρωινός γαμήλιος

Νωτιαίος μυελός

afri

[απόσπασμα]

Περιδιαβαίνουμε τα περιθώρια των δημοσίων ηθών. Τις τόσο απλοϊκές δέκα εντολές και τα λάβαρα.

Οι θρήσκοι και οι θρησκευόμενοι έχουν μια μεγάλη καμπούρα στη ράχη τους. Τραύματα, αμαρτίες, ένα γαμήσι επί πληρωμή σε παρκινγκ, μια σκοτωμένη γάτα, ένα σκοτωμένο σκύλο.

Αγαθοεργίες, άποψη του παρία του μονογενούς που τα ξέρει όλα ως ταπεινός διαφωτιστής και οξυδερκής αναλυτής της κακοδαιμονίας μας.

Πατριώτης με πηλήκιο τσιφλικά και βραβευμένος από κάποιο σύλλογο αθλητικό.

Με άποψη για το καλό και το κακό που γίνεται καινοφανής μηδενισμός, όμορφη γλυκιά αλητεία της σκέψης, ονειροφαντασία, ποίημα με φεγγάρι, κλεμμένες μουνότριχες αναμνηστικές, παρελθόν, κουταλάκια και πιατελάκια, γυμνοί βραχίονες και λοιπά.

Γωνιώδη και πλαδαρά σώματα που κάθονται ανακούρκουδα μέσα στην ξεφλουδισμένη μπανιέρα κάνοντας την υγιεινή τους να μοιάζει με κρυμμένο ελάττωμα.

Κόρες κοπέλες κοριτσάκια που μαλακίζονται με το δάχτυλο κάτω απ’ τον αφρό. Γλυκιά αποχαυνωτική μαλακία, ατμός και λιωμένα διαφημιστικά φυλλάδια από υγρασία.

Υδραυλικές εγκαταστάσεις που προκαλούν τη φαντασία. Ραδιόφωνα κάπου γύρω απόκοσμα που ψιθυρίζουν κάτι για τη θανατική ποινή. Πράξεις πολιτειακής δοσοληψίας, τραγουδάκια και συνταγές μαγειρικής.

Ισχνές μορφές, στις οποίες προεξέχουν τα κόκαλα, φτωχή, μυτερή και ξεχαρβαλωμένη μορφή της ζωικής μηχανής όταν τη βλέπουμε από πάρα πολύ κοντά, χωρίς αγάπη, με τη μοναδική ανελέητη αγωνία να την περιγράψουμε.

Η στεγνή λάμψη του βλέμματος που σβήνει. Η ωμότητα που εξακολουθεί να υπάρχει, να μετατρέπεται σε σαδισμό, να ματώνει τα μαραμένα στόματα, να φονεύει τα βλέφαρα, να λαδώνει τα φτωχά ίσια μαλλιά, να λεπταίνει και να χλομιαίνει τις άθλιες σάρκες που ο κόσμος αγοράζει και πουλάει στην αγορά.

Η μηχανική θλίψη του χωριάτη που έγινε αστός, τα νοτισμένα γυναικεία εσώρουχα, οι μυρουδιές απ’ τα φαρμακεία και οι μυραλοιφές, όλα τα λιπόσαρκα ερωτικά θηρία που σέρνει πίσω απ’ τον κατακτητικό του στρατό ένα ισχυρός αιώνας που πέρασε.

Ένας πολεμοχαρής ξεχαρβαλωτής της ύπαρξης, ένας λύκος ερεθισμένος απ’ τη μυρουδιά των προβάτων. Με τη λάσπη και τη βροχερή ομίχλη στην πέτσα της κοιλιάς. Με τα σκατούλια στο χωματένιο μαντρί πατημένα και ζυμωμένα έτοιμα και φρέσκα για την παγκόσμια κοινή γνώμη.

Εκεί όπου μια πλούσια νέα γριά διαλέγει διαμάντια σ’ ένα κοσμηματοπωλείο ή ένας νέος θάλαμος αερίων εγκαινιάζεται απ’ το πλήθος στο γερμανικό βορρά ή τον αφρικανικό νότο.

Εκεί όπου σταματά η καρδιά και βγαίνει η ψυχή απ’ τις κωλοτρυπίδες μας.

Brexit

brexit

Συναντάμε ακόμα στα λεωφορεία, γέρους πλανόδιους πωλητές που πουλάν λάδι ταύρου, ένα μυστηριώδες αφροδισιακό, του οποίου η χρήση συνοδεύεται από παράξενα λόγια τα οποία θα περάσουν σε λίγο στο βασίλειο της λήθης.

Στην Ινδία μιλούν οι άνθρωποι με τα δέντρα και κοιμούνται μ’ ανοιχτά μάτια. Χαμογελούν στις αράχνες και τρώνε αηδόνια.

Η λέξη σιωπή είναι ένα μαύρο αυγό. Μια πέτρα ερωτικής θέρμης από σάρκα και αίμα δίχως βία τρυπωμένη σε πληθυντικό ευγενείας, δίχως νευρικό και παράδοξο ερωτισμό κυριαρχίας.

Μύηση και φώτιση σ’ ένα γυμνό ουρανό.

Ακόμα και μέσα στη σκόνη της φτώχειας ο πράος διαβολικός ηδονοβλεψίας γίνεται μοναχικός προσκυνητής μιας ιερόδουλης θεάς μπλεγμένης πάνω στο θρίαμβο της συνουσίας.

Η γεύση του φαλλού και ο ερωτικός παροξυσμός, σώματα γυμνά με πόδια, χέρια, κεφάλια που έρπονται, γλώσσες στις σχισμές και συμπλέγματα στις προσόψεις των ναών που ξέθαψαν οι Άγγλοι αποικιοκράτες απ’ τα βάθη της ζούγκλας.

Τοίχοι σμιλευμένοι με ερωτικό οίστρο.

Σκηνές αλήθειας και όχι φαντασιακά μαστορέματα.

Ένας πράος και φανερός αισθησιασμός απαλλαγμένος από κάθε αίσθημα αμαρτίας και ντροπής.

Πεολειξία, σοδομισμός, ακροβατικές πολλαπλές συνουσίες, κτηνοβασία και ίχνη κοπρολαγνίας. Εδώ βλέπουμε τα πάντα. Ακόμα και οι πέτρες φαίνεται να ηδονίζονται.

Εδώ και αιώνες, η ευτυχία προσφέρεται στα βλέμματα των πιστών, των προσκυνητών, όχι ως εικόνα του χαμού και της κολάσεως αλλά, αντιθέτως, ως παράδειγμα προς μίμηση, ως μάθημα έρωτα, ως ένα ιδεώδες της ένωσης των σωμάτων.

Εδώ δεν υπάρχει ο δυτικός γαμιάς αποικιοκράτης που θέλει να χύσει και να ξεκαβλώσει, αλλά ο εραστής της μιας και μοναδικής ζωής.

Μονάχα ο απέραντος λαβύρινθος του ενστίχτου πάνω απ’ την μεμβράνη της διαφθοράς και της εκμετάλλευσης.

Ένας κόσμος που αναπνέει αιωνίως απ’ την εξουσία της ηδονής.

Ασύντακτος αλλά γεωμετρικά ευπαθής στην αγωνία της ακόρεστης σάρκας να σμίξει με τη χαρά και την ευτυχία. Έξω στο φως του ήλιου. Με τον ιδρώτα να αναβλύζει σπειροειδώς απ’ το αρχαίο πιθάρι της συνείδησης που τροφοδοτεί τον πόθο με μνήμες.

Μακριά απ’ τη φαρμακερή και λόγια αιδημοσύνη, που μιλά για ταντρισμό και σκηνές μυστικιστικής ένωσης ανάμεσα σε ανθρώπους και θεούς.

Εδώ θεός είναι ο άνθρωπος και οι μεγάλοι καλλιτέχνες και γλύπτες δεν πρόσθεσαν σκατά στα κεφάλια των ανθρώπων.

Κόλαση, παράδεισο, εκδίκηση, βλοσυρούς χριστιανούς και σεβάσμιους παιδεραστές επισκόπους.

Εδώ οι μεγάλοι καλλιτέχνες και γλύπτες συμβούλευαν τα ανθρώπινα πλάσματα, τα καυλωμένα νέα ζευγάρια που μόλις ανακάλυπταν τα κορμιά τους, πώς να κάνουν καλύτερα γαμήσια.

Νήσος Άνδρος

andros

10 σχεδιάσματα για την μικρού μήκους ταινία Νήσος Άνδρος 

1. Είναι μια κοπέλα εκεί, πολύ ήσυχη, που μελετά το κορμί της. Μ’ έναν όμορφο γλυκό τρόπο χρησιμοποιεί τη λέξη «ναι» με την πλεονεκτικότερη σημασία της, χωρίς κανένα απολύτως νόημα και εγκαταλειμμένη από άλλες λέξεις. Φοράει μονάχα την κιλότα της.

2. Βρίσκεται σ’ ένα λευκό δωμάτιο δίχως κάδρα και κουρτίνες. Μονάχα μια ντουλάπα γεμάτη τρόφιμα. Φορέματα και κονσέρβες, αυγά και λάδι για μαγείρεμα.

3. Είναι καλοκαίρι. Μαγειρεύει στο δωμάτιο. Ένα ηλεκτρικό καμινέτο ακουμπισμένο στο πάτωμα, δίπλα σε μια ντουζίνα φυτά. Κλωναράκια δυόσμου σ’ ένα κουτί από καφέ.

4. Ένα στρώμα στο πάτωμα. Μεγάλο διπλό. Μαξιλάρια λευκά με μαύρο κέντημα. Δίπλα το παράθυρο. Εισβάλει το τοπίο από ξερό χορτάρι και πέτρες, ένα πεύκο μοναχικό στην πλαγιά απέναντι και πίσω θάλασσα.

5. Θυμάρι.

6. Είναι μεσημέρι.

7. Έχει καλύψει το πάτωμα του μπάνιου με εφημερίδες και ο γάτος πηγαίνει και χέζει πάνω σ’ αυτές.

8. Γάτος λευκός και πολύ επιθετικός. Όταν παίζεις μ’ αυτό το γάτο σε δαγκώνει στ’ αλήθεια. Αν τολμήσεις να του χαϊδέψεις τη γούνα του θα σου λιανίσει το χέρι. Έχει μια φουσκωμένη κοιλιά γεμάτη από πολύ μαλακά έντερα.

9. Η κοπέλα φεύγει για τη θάλασσα.

10. Αφήνει μονάχα ένα κουτί κονσέρβας γεμάτο με νερό κάτω απ’ το τραπέζι.

Οι γυναίκες ξέρουν για τη λύπη μου

Wynn-Bullock-Untitled-1963-detail

Οι γυναίκες ξέρουν για τη λύπη μου
Τη θηλυκή μου φύση πάνω στα βλέφαρα
Τη θεωρία των πάντων που ανακάλυψα κάτω απ’ τη φούστα τους
Τον αφαλό τους τη νύχτα
Τα ανοιχτά τους πόδια από σάρκα και μοναξιά
Πως υπήρξα δαιμόνιος ιερεύς
Και τις αγκάλιασα στο ατελιέ μου
Εγώ, ο ευγενής ήλιος του Ιμπρεσιονισμού
Βάναυσος κι αθώος διακονιάρης κάθε τρύπας
Αντιλυρικός μέχρι το κόκαλο
Με τα πόδια γραπωμένα στα μανουάλια τους
Όλο σάλιο σκύλου και αγρύπνιας
Όλο έφηβη δροσιά και χαζομάρα
Οι γυναίκες ξέρουν για τη λύπη μου και μ’ αγκαλιάζουν
Κι είν’ αυτές οι μανούλες μου
Κι εγώ το μαύρο ζουζούνι πάνω στο λευκό λουλουδάκι της ζωής

Αναφορά ερωτικού καθοδηγητή

anafor

Δώσαμε ραντεβού στη λέσχη ανάγνωσης
και στοχασμού, ο λαμπρός εγώ εραστής
ο ομιλών πίθηκος κι αυτή η γλυκιά πιθηκίνα
προς διάδοση του είδους μας, ανταλλάξαμε
υγρά ερωτική πειθαρχία μπανάνες ήπιαμε
βότκα με λαδερή ντομάτα τυράκι ξερό
περπατήσαμε κατά μήκος χειλιών δοντιών
οφθαλμών. Στην κόψη της σχισμής
αποθέσαμε μύκητες ερωτότροπα στιχάκια
της μιας συλλαβής αχ! αχ! αχ! και τέτοια
ακλόνητα μεταδοτικά ηρωικά λογάκια
απ’ τα κόκκαλα βγαλμένα φιλιά και φιλιά
εκεί στις τρύπες και στις εμπασιές
της καλής μας ανατροφής

Γιατί τον παίρνει ο Μάρκ Ζούκερμπεργκ

markzou

Αποστολή του συγγραφέα είναι να προκαλεί αναστάτωση και να ξυπνάει συνειδήσεις.

Αυτή η τετριμμένη εξυπνάδα είναι άκρως αληθινή και άκρως ουσιαστική, παρότι χρησιμοποιείται πολλές φορές ως καραμέλα απ’ τους κατεστημένους φιόγκους της διανόησης που μας έχουν καθίσει στο σβέρκο σαν σκατόμυγες.

Απαντάμε στην αναπαράσταση του εξωτερικού κόσμου με τη δική μας αναπαράσταση του εσωτερικού μας κόσμου, με τη δική μας αίσθηση του χρόνου και του ρυθμού.

Με τη δική μας, εκτός κανόνων θεώρηση.

Υπάρχουμε ως αγαθοί άγριοι με όλες τις υπερβολές και τις δυνατότητες που μας δίνει ο ανοιχτός δρόμος της σκέψης.

Προχωρούμε αγέρωχα με όλες τις παιχνιδιάρικες ονειροπολήσεις και όλες τις βρώμικες ιστορίες του κόσμου που ο αφροδίσιος λογισμός αναμοχλεύει περνώντας θριαμβικά απ’ το πρωκτικό στάδιο στο οιδιπόδειο τόλμημα.

Αποσυνδέοντας τις διαστροφές απ’ το κακό, όταν αυτές δεν έχουν βιασμό και Μένγκελε.

Δείχνοντας με τον πιο περιφραστικό τρόπο πως οι λεγόμενες διαστροφές και αποκλίσεις προσφέρουν μεγάλες δυνατότητες ευτυχίας.

Κι ίσως γι’ αυτό θα πρέπει να τις ενθαρρύνουμε.

Ήδη η πράξη της γραφής είναι μιαν ανομολόγητη ή ομολογημένη διαστροφή, αφού, Γράφω σημαίνει καθηλώνομαι αναπαράγοντας φαντασιακά στιγμιότυπα ζωής με λέξεις και ιδέες, πάντα αλύγιστος και άνευρος χωρίς να συμμετέχω στην αληθινή ζωή.

Ετούτη η αρχέγονη διαστροφή που ξεκίνησε απ’ τα χαράγματα σε σπηλιές και βράχους και κατέληξε εσχάτως να περιφέρεται ως καυλωμένος τράγος στο ψηφιακό μαντρί.

Βυθισμένοι μες στον αέναο ερωτικό συμβολισμό, προϋποθέτουμε μιαν άκρως ανεπτυγμένη πλαστική ικανότητα της φαντασίας.

Οδηγούμε εμείς το ένστιχτο και κάνουμε πολιτισμό συμμετέχοντας ίσως στην πιο κορυφαία και ιερή μορφή διαστροφής.

Δείχνουμε τον άνθρωπο να πορεύεται γυμνός όχι ως επιδειξίας Αθηναίος που έβγαλε το επαρχιώτικο βρακί του ποζάροντας σε νεοφιλελεύθερο περιοδικό της διαφημιστικής κομαντατούρ που πουλάει ψωλές για κρέατα, αλλά σαν καυλωμένο ον που είναι αναγκασμένο να δημιουργήσει το δικό του παράδεισο για να επιβιώσει.

Εκεί όπου η σπαραχτική ανάγκη για δικαιοσύνη και ελευθερία γίνεται λεπίδα στο λαρύγγι της βαρβαρότητας.

Εκεί όπου κανένα αμερικανάκι δεν θα μπορεί να λογοκρίνει την ανθρώπινη ομορφιά και τα ανοιχτά πόδια μιας γυναίκας που ποζάρει στους καλλιτέχνες. Στους γυναικολόγους του μέλλοντος και όχι στους πληρωμένους απολογητές της χρυσωμένης βαρβαρότητας.

Ο υπερευφυής Μάρκ μπορεί να πουλάει φωτογραφίες της κόρη του για να βγάλει λεφτά απ’ τη μια κι απ’ την άλλη να λογοκρίνει με ύφος και επιστολή στρατοδίκη την Αρχή του Κόσμου του Gustave Courbet.

Δεύτε λάβετε υποκρισία και χαζοχαρούμενο αμοραλισμό. Δεύτε λάβετε αυτολογοκρισία και αλληλοχαφιεδισμό. Τούτο εστί το facebook.

Ζουλάπια στον καύσωνα

zoyla

Ήρθαμε να διαβάσουμε τον κόσμο και να τον μάθουμε απ’ έξω κι ανακατωτά.

Περιμένουμε το αγέννητο σκουλήκι του θανάτου μας, στη μεγάλη αίθουσα αναμονής που ελέγετο Βαβυλών, μητέρα όλων των πορνών και των βδελυγμάτων της γης.

Μέσα στην αφθονία και τη στέρηση επινοούμε την πιο χυδαία μάντισσα. Απορυθμίζουμε τις αισθήσεις όπως οι προφήτες, οι μάγοι και οι σαμάνοι.

Δίπλα μας και κοντά μας έχουμε ζώα που αγαπούμε και ζώα που οδηγούμε στη σφαγή. Ζώα μισοηλίθια και διασκεδαστικά που θα μας προσφέρουν την πρωτεΐνη τους και την υποταχτική τους αγάπη.

Πάντα με το βλέμμα στραμμένο σ’ εμάς, τους αρχιστράτηγους που θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια το εχθρικό έδαφος που οριοθετεί το βλέμμα των άλλων.

Θρεφτάρια με σαμπάνια και στρείδια ή ισχνοί ετοιμοθάνατοι με ξεροκόμματο και νερό της βροχής μαγαρισμένο, δίπλα σε μια στέρνα στο Γάγγη.

Περιμένοντας με μπύρα και μπατόν σαλέ την ανάσταση και το θαύμα. Τα φράγκα να κυλήσουν μες στο ψαθάκι μας, ζητιανεύοντας λίγη ψυχή και λίγο μετέωρο χάδι περαστικών.

Ζητιανεύοντας του ηδονοβλεψία το καρδιοχτύπι που περνά μέσα απ’ το σκόπευτρο, συνιστώντας πηγή αέναης ανησυχίας και απεριόριστης ηθικής κριτικής.

Σε αντίθεση με τα ζώα που δεν σκοπεύουν και δεν έχουν σκοπό και σκόπευτρο και δεν μπορούν να σαρώσουν με το βλέμμα παρά το άκρως περιορισμένο πεδίο που οριοθετεί το ένστιχτο και η στιγμή, ο άνθρωπος εκτείνει τον άξονα τού βλέμματος σε όλη του την έκταση, το βυθίζει σε απύθμενα βάθη, επιδιδόμενος σε μιαν επίμονη αναζήτηση, που αποφέρει πλούσια και πάντα καινούργια σοδειά.

Ανάμεσα στο μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο εγκιβωτίζουμε τα πάθη μας, πότε ως εκκλησιαστικοί επίτροποι και πότε ως τσουτσουνοφόροι αλαφροΐσκιωτοι κάτοικοι του πλανήτη της Σάρκας.

Πότε ως γέροι σοφοί που η ψωλή τους κατάντησε μιαν αντεριά με σωληνάκια και πότε ως παιδιά αφημένα στον ηδονικό παροξυσμό της πιο ασυνάρτητης ηλικίας.

Διακαώς και με πάθος υψικαμίνου εν πύριω φθόνο αποκρυπτογραφούμε τους πολλαπλούς κώδικες, απ’ τους κοσμολογικούς έως τους γενετικούς αποθέτοντας τη γύμνια μας στο ταψάκι της άμμου.

Χορεύοντας και ψιθυρίζοντας, μέσα σε παραλήρημα που ξεστομίζει υγρά απ’ τις ιερές σχισμές.

Ζουλάπια θηλυκά στη γη της επαγγελίας, πάσχοντα από ακρότατη κλειτοριδική χαρά και ηδυπάθεια, καλούν το αρσενικό που καταρρέει για γονιμοποίηση.

Μες στο συμπαντικό πανδαιμόνιο της συνεχούς φθοράς και δημιουργίας και μες στην αλετροπόδα κίνηση του συνεχούς σκορπίσματος τα αιδοία των όντων ζητούν να γαμηθούν και να γαμήσουν, να ενωθούν για μια στιγμή, νιώθοντας μέσα τους να φυτρώνει η ιαματική σιωπή της αιωνιότητας, για να μπορέσουν στο τέλος να παραιτηθούν ακόμα κι απ’ την επιθυμία του ονείρου.

Un Chien Andalou

mati

Το κατακτητικό μάτι δεν ανέχεται όρια και περιορισμούς. Επεκτείνεται και επεκτείνει την κυριαρχία του.

Απ’ το απειροελάχιστο μέχρι το απειρομέγιστο προσπαθεί με πάθος να διεισδύσει.

Το μάτι είναι το πιο σπουδαίο σεξουαλικό όργανο. Αποσπά απ’ το αρχικό σκότος πληροφορία. Δίνει εντολή στο υπόλοιπο σώμα φτιάχνοντας ένα κύκλωμα του αίματος για να το βοσκήσουν γαλήνια οι ερωτικές σφήκες και ο σατανάς.

Ξεγλιστρά για να συναντήσει μέσω της θέασης ένα αρχαιότερο ρεύμα της συνείδησης, μια ράτσα προγενέστερη απ’ τον άνθρωπο, τη θεϊκή του ουσία και τη μεταμόρφωσή του από σαπρό μονοκύτταρο κομματάκι του σύμπαντος σε ρυθμιστή ύλης και μέλλοντος.

Το μάτι υπερβάλει, φτάνει σε παροξυσμό, σκουληκιάζει και κακιώνει. Επιθυμεί το ίδιο να φωλιάσει μέσα στο πνεύμα που το κατέχει.

Το μάτι έχει σάρκα και οστά, παρασύρεται σε φαντασμαγορίες και μύθους.

Το μάτι μυθολογεί τη λογική και παρεισφρέει όπως σε παλίμψηστο, αδηφάγο και αλλήθωρο πάνω στον καμβά τους σύμπαντος που το περιέχει.

Το μάτι μου σας δείχνει αυτό που εσείς δεν βλέπετε. Αυτό που σας κρύβουν ή αυτό που δεν θέλετε να δείτε. Άρα το μάτι μου είναι πορνογραφικό γιατί σας δείχνει αυτό που δεν πρέπει να βλέπεται. Αυτό που θεσμικά έχει απαγορευτεί και εκφυλιστεί σε κάτι άλλο για να μην φαίνεται.

Κι αυτό που απαγορεύεται να βλέπεται δεν είναι η εικόνα αλλά το Σώμα που έφτιαξε την εικόνα και η ιδέα που σάλεψε μέσα στις φλέβες και το μυαλό για να χτίσει τον αιωνίως αθέατο πόθο.

Το μάτι μου είναι ιερό και βέβηλο. Χτίζει κόσμους γιατί μετατρέπει το Βλέπειν σε Γράφειν και το Γράφειν σε Πράτειν. Κι αποδεικνύει πως όλα είναι ρευστά και όλα είναι φθαρτά. Κι αυτό που σήμερα μοιάζει αναλλοίωτο και ισχυρό αύριο θα είναι αλλοιωμένο και σάπιο.

Ήρθα λοιπόν να διαβάσω τον κόσμο με τα μάτια. Κλείνω τα μάτια και πάλι βλέπω τον κόσμο. Το σκοτάδι ανάμεσα στις εικόνες μου δίνει πνοή.

Μέσα στο βασίλειο του Χώρου και του Χρόνου το μάτι μου περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη Χώρα της Συνουσίας. Ανάμεσα στους αρμούς των αστερισμών παραχώνει όλη την άφθαρτη ουσία του φθαρτού εαυτού μου.

Αρχιτεκτονική βαθέως έρωτος

diast

Είναι πράγματα που δεν μπορώ να τα εμπιστευτώ σε κανένα και γι’ αυτό τα εμπιστεύομαι σε όλους. Γράφοντας και ξεγράφοντας αυτό το αχτιδωτό παραλήρημα της αδιακρισίας των ιδιωτικών μας στιγμών.

Το σκηνικό από πυκνούς σωρούς άστρων που θάφτηκαν μέσα στην εικαστική γνάθο της γραμματοσειράς.

Μπροστά σ’ αυτό το αλληγορικό φόντο της θέας προς το μέσα Σώμα το βλέμμα του άλλου κατανοεί πως η ποίηση είναι ο ζουρλομανδύας της γλώσσας και πως κάθε εξομολόγηση είναι νοσταλγία μέλλοντος και παραγωγή καύσιμης ερωτικής ύλης για τις ανάγκες του παρόντος.

Ιστορίες πλεγμένες με φωνές πνευμάτων και τσόφλια αυγών που άφησαν πίσω τους οι αλαφιασμένοι προλετάριοι κάθε ορμόνης που κρυφακούει την κελαρυστή γύμνια της νεότητας.

Οράματα που τα κλιμακώνει η επανάληψη της θέασης της αβύσσου. Ο πόνος που ξετρυπώνει πεισματωδώς απ’ τα ορμητήρια της σάρκας κερδίζοντας ένα πολλαπλάσιο ανθρωπιάς μαγαρισμένης απ’ την μελαγχολική αλληγορία των σκέψεων.

Θεωρίες ανανεώσιμης ενέργειας γραπτών μηνυμάτων στο υπερπέραν του άλλου. Κι όλα αυτά για τη μια και μοναδική στιγμή που αξίζει να ζήσεις.

Για ολόκληρη τη φιλοσοφία της ζωής που μοιάζει ιδιότροπη απείραχτη γεροντοκόρη που θρηνεί τον αγάμητο παρθενικό της υμένα. Σπουδαία, σοβαρή και συμβατική όσο το αυτονόητο και άλλο τόσο διαδραστική με το γραμμικό χρόνο όσο η ανάγκη για ερμηνεία.

Τα ίδια τα ποιητικά μας λογάκια που ξεφουρνίζονται καθημερινώς μας μαθαίνουν φιλοσοφία και σκέψη. Διάγνωση που ο γυμνός εαυτός αλέθει για να βγάλει αλεύρι και να ταΐσει με ψωμάκι ομορφιάς το φροϋδικό παραπέτασμα.

Η επικίνδυνη πλάνη του νοήματος που αναθέτει στους υποτελείς του ρομαντισμού την ονειροπόληση στις όμορφες αστροφεγγιές.

Η γριά κότα υπεραξία που έχει το ζουμί και τρυπώνει στις υποθέσεις μας και γίνεται ο εκδότης της απλήρωτης εργασίας μας και κάθε τόσο φανερώνει την κρυφή σχέση ανάμεσα στο μέτρο των αγαθών και το μέτρο της ζωής, δηλαδή ανάμεσα στο χρόνο και το χρήμα.

Ανάμεσα στο χώρο που επιμελώς χτίζουμε εμείς για να ανακατέψουμε αυτά τα υλικά που θα συνθέσουν τις προσόψεις της κόλασης και του παραδείσου. Την αρχιτεκτονική βαθέως έρωτος.

Ευχολόγιον Ιουνίου

efx

Σας εύχομαι ο στρατηγός Ιβόλγκιν
να σας γδύσει με τα μάτια του κυρία μου.
Να σας καρφώσει γαλάζια σημαία στην
ακτή της κοιλιάς σας. Σας εύχομαι
ιλιγγιώδεις οργασμούς, σταυροφορίες,
εκτελέσεις ανδρών κοντά στον αφαλό
στη θέση Λεχαινά Ηλείας. Ανωνύμου
μοτοσικλετιστή τα βογγητά σας εύχομαι
επάνω στο λαιμό σας. Λάδια στην
άσφαλτο της ωμοπλάτης σας και τιμαλφή
δεμένα γύρω απ’ τα καντήλια της καρδιά σας
χίλιες και μια δαχτυλιές αφήνοντας
η εγκάρδια απουσία μου. Σας εύχομαι
προϊσταμένη οργασμών το νέον έτος
να σας βρει. Σας εύχομαι πολλά και άλλα
τόσα. Κι εκλιπαρώ μονάχα για μια θεσούλα
θυρωρού στο καρδιοχτύπι σας, αυτό
το πιο γυμνό καλώδιο της ύπαρξης που
ελέγετο Μαρία Ντολόρες, κλειτορίς και φωτοστέφανο.

Ομολογία πίστεως

kormos

Μνήμη Lucien Clergue 

Ο αέρας είναι γεμάτος λέξεις. Μια παρωδία της απόλυτης μοναρχίας της φύσης και των πραγμάτων.

Μες στα αόρατα σπλάχνα του περιφέρεται οξυγόνο και άζωτο. Η αναπνοή μου είναι μια αργή μορφή δηλητηρίασης και ξέρω πως αναπνέοντας για πολύ καιρό θα πεθάνω.

Ξέρω όλες τις αλήθειες που σωρεύονται στα πτώματα και στις άπειρες ερωτικές πράξεις των πλασμάτων γύρω μου.

Ξέρω τα πάντα αφού είμαι ένα κομμάτι ενδιάμεσης ζωής, έτοιμος να γευτώ τις ακαθαρσίες όλων των αόρατων νεκρών.

Ξέρω πως αλωνίζουν οι μύγες τη γλύκα ενός αιδοίου που λιάζεται.

Μέσα στη φτερωτή των εποχών ξέρω κάθε γρανάζι που στα μάτια των ανθρώπων αλωνίζει τη σάρκα και το μυαλό.

Ξέρω πως ορμάει η φλογερή νεότητα στη συνουσία και ξέρω τον Πρίαπο που έβγαλε τη χλαμύδα του για να ορθώσει την επιθυμία του ονείρου του και να σφηνώσει μες στους πολεμοχαρείς αδένες της φθοράς σπέρμα και ένστιχτο και μη θεϊκή δημιουργία.

Ξέρω γιατί οι σαλιγκαροφάγοι της Ζανζιβάρης δεν γουστάρουν τον πολιτισμό, δηλαδή τη βαρβαρότητα που προσφέρει η χαρμόσυνη βία των δυτικών.

Ξέρω γιατί η σπηλιά της Λούρδης είναι γεμάτη δεκανίκια κι ο πόθος των ανθρώπων γιατί είναι μουσκεμένος από αίμα.

Γερασμένοι μπαίνουμε στις αμμουδιές του ονείρου και αναδυόμαστε ως ολόδροσοι έφηβοι, καυλωμένοι από πανάρχαιους καιρούς έχοντας τις τραχηλιές μας στολισμένες με νεκρολούλουδα.

Ξέρω τους μύθους που έχτισα μέσα στους αιώνες ακούγοντας το σφυγμό των νυμφών, βλέποντας την Ήρα να βουτά κάθε χρόνο στην Κάναθο για να επανακτήσει την παρθενιά της.

Ξέρω πως το θεϊκό είναι επινόηση της βόρβορης φύσης μου και του φαλλού μου που βγήκε νικητής μες απ’ τα θανάσιμα πολικά στρατοσφαιρικά νέφη, παράγοντας μια δίνη ζωής και μια αιωνιότητα μεταξύ πάγου και ανέμου.

Ξέρω πως με θρέφει το χώμα και το νερό. Οι αγελάδες και τα γουρούνια.

Ξέρω πως οι μάγισσες όλων των εποχών ήταν οι μανούλες μου που προσπαθούσαν να με κρατήσουν ζωντανό και καυλωμένο μακριά απ’ τα δόντια των επισκόπων.

Ξέρω πως το γραφείο της Ιεράς εξέτασης στο Βατικανό έκλεισε το χίλια εννιακόσια εξήντα οχτώ και ξέρω πως είμαι άπατρις και άθρησκος και ξέρω πως η κοινή φυσική μας γλώσσα είναι η γλώσσα του γαμησιού.

Και ξέρω πως ετούτο εδώ το ανθρώπινο ποτάμι επεκτείνεται, κυριαρχεί και παρακμάζει με τη δειλή και απότοκη πράξη της γραφής να μηρυκάζει τις παραποτάμιες καταστροφές του.

Ο κόσμος βαρέθηκε να διαβάζει ψεύτικες ιστορίες

foo

Ο γαμπρός και η νύφη και ο πανούργος
κουρέας γδύθηκαν και εκάναν τρίο έρωτος
και φιλοσόφησαν τον υπό διαμόρφωση
γάμο των όντων, την ένωσή τους με το
θεό και το διάολο στης φύσης μέσα
το μεγάλο πειραματικό εργαστήρι, δίπλα
σε σκιουράκια και αθώα ερπετά και
απέδειξαν δια της ατόπου απαγωγής
πως τρία πλάσματα περνούν καλά γυμνά
κι απληροφόρητα για τους θανάτους
πετούν τα ρούχα τους τις πανοπλίες
πολέμου και φιλιούνται και φιλιώνουν
και φυλλορροούν και μετά ντύνονται κι
ο πανούργος κουρέας τους κουρεύει
και τους χτενίζει τα μαλλιά και τους οδηγεί
στον παπά και στον κουμπάρο, στους
φωτογράφους και στους λογιστές.
Ο γαμπρός και η νύφη και ο πανούργος
κουρέας μετά το τρίο και τον έρωτα
τρυπώνουν ξανά στον δυστυχισμένο
κόσμο των άλλων και του κάνουν όλα
τα χατίρια μέχρι να ξαναβρεθούν κι οι
τρεις εκεί στο δάσος των ευτυχισμένων
στιγμών τους ξανά και ξανά…

Εγέρθητι

eger

Τα αρχαία ελληνικά είναι μια νεκρή γλώσσα. Κάθε γλώσσα που δεν χρησιμοποιείται, δηλαδή δεν μιλιέται, είναι νεκρή γλώσσα. Σχεδόν με δυσκολία την προφέρουμε και με δυσκολία την μελετάμε.

Αυτό δεν σημαίνει πως οι νεκρές γλώσσες είναι για τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες. Είναι σπουδαίο να ξέρουμε το παρελθόν της γλώσσας μας και τη φύτρα των αρωμάτων της.

Είναι σπουδαίο να ξέρουμε όλα τα μυστικά περάσματα της πλούσιας αρχαίας ελληνικής γραμματείας τα οποία είναι άκρως γοητευτικά και σπουδαία.

Αν δεν μάθουμε όμως, εμείς, έστω και σ’ ένα στρατοκρατούμενο σύστημα, να καλλιεργούμε στους ανθρώπους το δικαίωμα της επιλογής, αλλά μιλάμε για επιβολή και καταργήσεις εκτοξεύοντας μαλακιούλες συναισθηματικής κοπής και χρυσαυγίτικης απόχρωσης, τότε γινόμαστε χειρότεροι απ’ το σύστημα που υποτίθεται θέλουμε να χτυπήσουμε.

Το σχολείο θα πρέπει να παρέχει τα πάντα μέσα σ’ ένα Επικούρειο γνωστικό κήπο δίνοντας στους ανθρώπους το ιερό δικαίωμα της επιλογής.

Κανένας ξεμωραμένος εθνικιστής δεν θέλω να με μάθει τα αρχαία ελληνικά του και να με μυήσει στα νέα του αιμοσταγή καμώματα.

Κανένας σάτυρος φιλόλογος δεν θέλω να μου μάθει γραμματική και συντακτικό σαν να εκπαιδεύει λυκόπουλα στους προσκόπους.

Στο διάολο όλα τα μαθήματα αν δεν μου γνωρίσουν τον κόσμο και δε μου μάθουν την περιπλάνηση. Στο διάολο τα μαθήματα αν δεν με οδηγούν στη χαρά της ζωής και στην καύλα της ανακάλυψης.

Το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι αν θα μαθαίνονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά αλλά πως θα μαθαίνονται όταν επιλέξω να τα μάθω.

Μια παπαδοκρατούμενη εκπαίδευση διδάσκει χρόνια τώρα παπαδίστικα αρχαία. Ταλαιπωρία παπαγαλίστικη και Άνδρα μη έννεπε, Μούσα, πολύτροπον.

Απονευρωμένα, αποκομμένα απ’ το ιστορικό τους πλαίσιο και το ανθρωπολογικό περιβάλλον της εποχής.

Μια γραφειοκρατική εκπαίδευση διδάσκει τη γραφειοκρατία της αρχαίας γλώσσας αφού πρώτα την έχει περάσει απ’ τον αποχυμωτή της ακαδημίας.

Αφού τυραννικά και προγραμματικά με όλο το φορμαλιστικό υπερεγώ του σπουδαγμένου μαλάκα ξερόλα καθηγητή βάζει μπουρλότο σε κάθε ανήσυχο μυαλουδάκι που σκάει από χυμούς και απορίες. Αλλά αντί για απαντήσεις εισπράττει βεβαιότητες και έτσι πρέπει και έτσι είναι και στις εξετάσεις μπαίνει αυτό.

Κάθε πολιτικό γκεμπελικό μόρφωμα βάζει τα διλήμματα την ώρα που τα έχει ανάγκη και την ώρα που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει προς ίδιον όφελος.

Σ’ ένα άκρως ταξικό και σκοταδιστικό σχολείο που δεν ενδιαφέρεται για τους μαθητές αλλά τους απασχολεί κάποιες ώρες για να μην πάρουν αμπάριζα και τα γαμήσουν όλα, το λιγότερο είναι αν θα διδάσκονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά.

Και μην οδύρεστε άλλο μάνες αρχαιοελληνίδες, κι εσείς δάσκαλοι του έθνους, μισθοφόροι διανοούμενοι του σκάι, σηκώστε τα πνευματικά σας φουστάνια. Μπαίνουμε στην κόλαση.