Ομολογία πίστεως

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kormos

Μνήμη Lucien Clergue 

Ο αέρας είναι γεμάτος λέξεις. Μια παρωδία της απόλυτης μοναρχίας της φύσης και των πραγμάτων.

Μες στα αόρατα σπλάχνα του περιφέρεται οξυγόνο και άζωτο. Η αναπνοή μου είναι μια αργή μορφή δηλητηρίασης και ξέρω πως αναπνέοντας για πολύ καιρό θα πεθάνω.

Ξέρω όλες τις αλήθειες που σωρεύονται στα πτώματα και στις άπειρες ερωτικές πράξεις των πλασμάτων γύρω μου.

Ξέρω τα πάντα αφού είμαι ένα κομμάτι ενδιάμεσης ζωής, έτοιμος να γευτώ τις ακαθαρσίες όλων των αόρατων νεκρών.

Ξέρω πως αλωνίζουν οι μύγες τη γλύκα ενός αιδοίου που λιάζεται.

Μέσα στη φτερωτή των εποχών ξέρω κάθε γρανάζι που στα μάτια των ανθρώπων αλωνίζει τη σάρκα και το μυαλό.

Ξέρω πως ορμάει η φλογερή νεότητα στη συνουσία και ξέρω τον Πρίαπο που έβγαλε τη χλαμύδα του για να ορθώσει την επιθυμία του ονείρου του και να σφηνώσει μες στους πολεμοχαρείς αδένες της φθοράς σπέρμα και ένστιχτο και μη θεϊκή δημιουργία.

Ξέρω γιατί οι σαλιγκαροφάγοι της Ζανζιβάρης δεν γουστάρουν τον πολιτισμό, δηλαδή τη βαρβαρότητα που προσφέρει η χαρμόσυνη βία των δυτικών.

Ξέρω γιατί η σπηλιά της Λούρδης είναι γεμάτη δεκανίκια κι ο πόθος των ανθρώπων γιατί είναι μουσκεμένος από αίμα.

Γερασμένοι μπαίνουμε στις αμμουδιές του ονείρου και αναδυόμαστε ως ολόδροσοι έφηβοι, καυλωμένοι από πανάρχαιους καιρούς έχοντας τις τραχηλιές μας στολισμένες με νεκρολούλουδα.

Ξέρω τους μύθους που έχτισα μέσα στους αιώνες ακούγοντας το σφυγμό των νυμφών, βλέποντας την Ήρα να βουτά κάθε χρόνο στην Κάναθο για να επανακτήσει την παρθενιά της.

Ξέρω πως το θεϊκό είναι επινόηση της βόρβορης φύσης μου και του φαλλού μου που βγήκε νικητής μες απ’ τα θανάσιμα πολικά στρατοσφαιρικά νέφη, παράγοντας μια δίνη ζωής και μια αιωνιότητα μεταξύ πάγου και ανέμου.

Ξέρω πως με θρέφει το χώμα και το νερό. Οι αγελάδες και τα γουρούνια.

Ξέρω πως οι μάγισσες όλων των εποχών ήταν οι μανούλες μου που προσπαθούσαν να με κρατήσουν ζωντανό και καυλωμένο μακριά απ’ τα δόντια των επισκόπων.

Ξέρω πως το γραφείο της Ιεράς εξέτασης στο Βατικανό έκλεισε το χίλια εννιακόσια εξήντα οχτώ και ξέρω πως είμαι άπατρις και άθρησκος και ξέρω πως η κοινή φυσική μας γλώσσα είναι η γλώσσα του γαμησιού.

Και ξέρω πως ετούτο εδώ το ανθρώπινο ποτάμι επεκτείνεται, κυριαρχεί και παρακμάζει με τη δειλή και απότοκη πράξη της γραφής να μηρυκάζει τις παραποτάμιες καταστροφές του.