Ζουλάπια στον καύσωνα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

zoyla

Ήρθαμε να διαβάσουμε τον κόσμο και να τον μάθουμε απ’ έξω κι ανακατωτά.

Περιμένουμε το αγέννητο σκουλήκι του θανάτου μας, στη μεγάλη αίθουσα αναμονής που ελέγετο Βαβυλών, μητέρα όλων των πορνών και των βδελυγμάτων της γης.

Μέσα στην αφθονία και τη στέρηση επινοούμε την πιο χυδαία μάντισσα. Απορυθμίζουμε τις αισθήσεις όπως οι προφήτες, οι μάγοι και οι σαμάνοι.

Δίπλα μας και κοντά μας έχουμε ζώα που αγαπούμε και ζώα που οδηγούμε στη σφαγή. Ζώα μισοηλίθια και διασκεδαστικά που θα μας προσφέρουν την πρωτεΐνη τους και την υποταχτική τους αγάπη.

Πάντα με το βλέμμα στραμμένο σ’ εμάς, τους αρχιστράτηγους που θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια το εχθρικό έδαφος που οριοθετεί το βλέμμα των άλλων.

Θρεφτάρια με σαμπάνια και στρείδια ή ισχνοί ετοιμοθάνατοι με ξεροκόμματο και νερό της βροχής μαγαρισμένο, δίπλα σε μια στέρνα στο Γάγγη.

Περιμένοντας με μπύρα και μπατόν σαλέ την ανάσταση και το θαύμα. Τα φράγκα να κυλήσουν μες στο ψαθάκι μας, ζητιανεύοντας λίγη ψυχή και λίγο μετέωρο χάδι περαστικών.

Ζητιανεύοντας του ηδονοβλεψία το καρδιοχτύπι που περνά μέσα απ’ το σκόπευτρο, συνιστώντας πηγή αέναης ανησυχίας και απεριόριστης ηθικής κριτικής.

Σε αντίθεση με τα ζώα που δεν σκοπεύουν και δεν έχουν σκοπό και σκόπευτρο και δεν μπορούν να σαρώσουν με το βλέμμα παρά το άκρως περιορισμένο πεδίο που οριοθετεί το ένστιχτο και η στιγμή, ο άνθρωπος εκτείνει τον άξονα τού βλέμματος σε όλη του την έκταση, το βυθίζει σε απύθμενα βάθη, επιδιδόμενος σε μιαν επίμονη αναζήτηση, που αποφέρει πλούσια και πάντα καινούργια σοδειά.

Ανάμεσα στο μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο εγκιβωτίζουμε τα πάθη μας, πότε ως εκκλησιαστικοί επίτροποι και πότε ως τσουτσουνοφόροι αλαφροΐσκιωτοι κάτοικοι του πλανήτη της Σάρκας.

Πότε ως γέροι σοφοί που η ψωλή τους κατάντησε μιαν αντεριά με σωληνάκια και πότε ως παιδιά αφημένα στον ηδονικό παροξυσμό της πιο ασυνάρτητης ηλικίας.

Διακαώς και με πάθος υψικαμίνου εν πύριω φθόνο αποκρυπτογραφούμε τους πολλαπλούς κώδικες, απ’ τους κοσμολογικούς έως τους γενετικούς αποθέτοντας τη γύμνια μας στο ταψάκι της άμμου.

Χορεύοντας και ψιθυρίζοντας, μέσα σε παραλήρημα που ξεστομίζει υγρά απ’ τις ιερές σχισμές.

Ζουλάπια θηλυκά στη γη της επαγγελίας, πάσχοντα από ακρότατη κλειτοριδική χαρά και ηδυπάθεια, καλούν το αρσενικό που καταρρέει για γονιμοποίηση.

Μες στο συμπαντικό πανδαιμόνιο της συνεχούς φθοράς και δημιουργίας και μες στην αλετροπόδα κίνηση του συνεχούς σκορπίσματος τα αιδοία των όντων ζητούν να γαμηθούν και να γαμήσουν, να ενωθούν για μια στιγμή, νιώθοντας μέσα τους να φυτρώνει η ιαματική σιωπή της αιωνιότητας, για να μπορέσουν στο τέλος να παραιτηθούν ακόμα κι απ’ την επιθυμία του ονείρου.