ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Περί αριστείας ή τα κακά κόποις κτώνται

kakami

στην εύχαρη Millie Jackson 

Έχω την κακή εντύπωση πως διάφοροι Μένγκελε έχουν μαζευτεί γύρω μας ετοιμάζοντας με σπουδή τα πειράματά τους.

Συνεντεύξεις για την Αριστεία σιγοψήνονται στο φούρνο της Καθημερινής. Άρθρα από μεγαλόσχημους κονκισταδόρους του δημόσιου βίου, ξεθάβουν με την απαραίτητη πολιτική ορθότητα, μισανθρωπισμό και κακεντρέχεια, πασπαλισμένα με ολίγο αντικομουνισμό.

Πάγιο αίτημα πολλών ταλαντούχων και εξειδικευμένων ηλιθίων είναι να μας κυβερνήσουν οι άριστοι.

Μα ως ηλίθιοι που είναι αλλά και πονηροί-πιστεύοντας πως αυτοί είναι οι άριστοι και πως αυτοί θα πρέπει να κυβερνήσουν-ξεχνούν ή θέλουν να ξεχνούν πως κάποιοι άλλοι άριστοι μας κυβερνούν με ελαφρώς μεταλλαγμένα επιχειρήματα.

Μέσα απ’ το μακιγιαρισμένο τους φασισμό ποντάρουν στο συναισθηματισμό και την αγανάκτηση του λεγόμενου λαού, δηλαδή των δούλων που χρειάζονται για να ξεσκατίζουν τους πλούσιους άριστους αδερφούς επιστήμονες, επιχειρηματίες, παπάδες, ακαδημαϊκούς.

Ειδικά οι κακαδημαϊκοί που καταφτάνουν καραβιές απ’ την Αμερική, συγκινώντας συμπλεγματικούς νεοέλληνες που καυλώνουν με τις αριστείες και τα βραβεία και τις καλές πρακτικές, έχουν την τιμητική τους.

Είναι αυτοί που συμπαλεύουν τα τινάγματα μιας τάξης που προσπαθεί να κρατηθεί ζωντανή μέσα στο παγκόσμιο σφαγείο του ανταγωνισμού, αυτό που οι αθώοι καθηγητές του αμερικάνικου κλιματιζόμενου εφιάλτη δε βλέπουν και δεν ακούν.

Μέσα στο αβρό και σαρκοβόρο πλέξιμο της εκκωφαντικής διάλυσης του ανθρώπου οι λεγόμενοι άριστοι τρυπώνουν σε επιτροπές και ιδρύματα, κουρνιάζουν πρώτοι στην ποδιά του καναλάρχη και του μαικήνα.

Όλα τα φασιστικά μορφώματα στηρίχτηκαν στις στρατιές των αρίστων. Οι άριστοι που ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για την αριστεία τους ποδοπατούν ανθρώπους και ισοπεδώνουν τη φύση προσανατολίζοντας την ανθρωπότητα στη δημιουργική ασάφεια του ανταγωνισμού. Στο μιλιταρισμό των αγορών και στο λιώσιμο του περιττού πληθυσμού.

Θα ζήσετε αξιοπρεπώς μόνο όσοι αντέξετε τον ανταγωνισμό. Μόνο όσοι προσφέρετε γη και ύδωρ στον κεφαλαιοκράτη. Στον επενδυτή.

Σ’ αυτόν που τα βρήκε απ’ το θεό και θέλει τώρα να σας αγοράσει, να σας κάνει υπαλλήλους του, μάνατζερ του φραπέ και της σκουπιδιάρας, να σας κάνει και σας άριστους, πρόθυμους περήφανους έλληνες έτοιμους να ξεπουλήσουν και τη μάνα τους στους ιδιώτες, στους άριστους Κινέζους και στους άριστους Ρώσους και στους άριστους γερμανούς και στους άριστους έλληνες του διεθνούς τζετ-σετ και της ντόπιας εθνικόφρονης μπουρζουαζίας.

Γιατί όπως και να το κάνουμε οι άριστοι ξέρουν τις ανάγκες μας, οι άριστοι διαβάζουν τις προφητείες, οι άριστοι ξέρουν πως εμείς είμεθα μαλάκες και τους χρειαζόμαστε.

Καταστατικό του κόμματος των μασκαράδων

paidia

Η ζωή μας έχει για μας τρομακτική σημασία, αφού, είναι ότι πιο σημαντικό συνέβη ποτέ.

Δεν είναι τόσο σημαντικά τα πράγματα γύρω μας όσο εμείς που τα ορίζουμε, αφού, αν δεν υπήρχαμε δεν θα υπήρχαν κι αυτά.

Παίζουμε με τα πράγματα γύρω μας γιατί το παιχνίδι όλα τα μεγάλα του κόσμου τα κάνει να φαίνονται μηδαμινά.

Και βεβαίως όλα αυτά τα καμώματα μας κάνουν από μικρούς και ελάχιστους μέγιστους και τρανούς.

Η φάρσα και το παιχνίδι είναι εκ προοιμίου σφετεριστές της σοβαρότητας και της σοβαροφάνειας που κατά βάθος είναι τραύματα ανεπούλωτα της παιδικής ηλικίας.

Βλέπω ανθρώπους σοβαρούς που ψάχνουν σαμάνο και καθοδηγητή και ηγέτη, ανθρώπους που δεν μπορούν να διαβάσουν την αλήθεια, δηλαδή το κωμικό και το αστείο. Που δεν μπορούν να διακωμωδήσουν το γελοίο τους εαυτό και γίνονται φασίστες που ψάχνουν αναγνώριση, αυλή και θαυμαστές.

Μα υπάρχουμε πάντα εμείς που μπορούμε να δούμε το γελοίο και το κωμικό στον εαυτό μας και στους άλλους.

Που μπορούμε να παίξουμε και να διακωμωδήσουμε τα χούγια κάθε νεοσύλλεκτου ηγεμόνα, άγευστου ακόμα στο θάνατο και στον πόνο.

Που μπορούμε να σκαρώσουμε φάρσες προκαλώντας σύγχυση στο ανίδεο κοινό της επίσημης λογοτεχνικής πιάτσας.

Που μπορούμε να γελάμε με την ψυχή μας βλέποντας τους γέρους κάθε ηλικίας να απαγγέλουν τα σοβαρά τους ποιήματα.

Ξέρουμε πως όλο αυτό το αισθητικό και κοινωνικό κατεστημένο δείχνει έλλειψη σεβασμού προς το παιχνίδι και σημαδεύει με το πιστόλι της ερμηνείας τον κρόταφό μας.

Μα εμείς δεν περιμένουμε τίποτε, ούτε επιστολές ομοτέχνων για το μεγαλείο μας, ούτε κριτικές με τη σέσουλα στην Αυγή για την ιδιοφυή δραματικότητα του ποιητικού μας ταπεραμέντου και τα κλασμένα μαρούλια που πληρώσαμε ακριβά σε μεγαλόσχημους εκδότες που τα πιάνουν χοντρά απ’ τα ψώνια.

Διατηρούμε όμως το δικαίωμα της ανακουφιστικής αποδιοργάνωσης της λογοκρατίας που έχει επιβάλει η κυρίαρχη ιδεολογία.

Των ερωτικών ποιημάτων που κάποιοι τα θέλουν με κορσέ. Των πολιτικών ιδεών που κάποιοι τις θέλουν γατούλες του καναπέ και της καθημερινότητας που κάποιοι την θέλουν στον αποχυμωτή της ματαιόδοξης ματιάς τους.

Τα ψώνια και οι ποιητάρες υπήρξαν πάντα η καύσιμη ύλη της λογοτεχνίας. Χωρίς αυτούς εμείς οι παλιάτσοι δεν θα υπήρχαμε.

Κι είναι αυτοί που μας κάνουν συνεχώς παιδιά γιατί εμείς μπορούμε και ξεκοιλιάζουμε τα παιχνίδια που μας πουλάνε.

Γιατί εμείς ψάχνουμε στα σπλάχνα και στα έντερα και στα πλαδαρά λογοτεχνικά στομάχια να βρούμε τα διαμάντια της ομορφιάς, της χαράς και της καύλας, αυτά που κατάπιε αμάσητα ο αστραφτερός πλην βάρβαρος ανθρώπινος πολιτισμός.

Ελληνικό Καλοκαίρι

koxili

Κάνε το θαύμα σου εθνικίστρια
των ηδονών, να σε βρω στο δάσος
γυμνή, δίπλα στο ποτάμι να
κολατσίσουμε μαζί του Νέου
Σαρδανάπαλου τα χούγια και όσο
λυρισμό απέμεινε στην οικουμένη.
Να φάμε το κασέρι με το ψωμί
και τις ελιές, βατόμουρα και σύκα
και να χυθεί ο ένας χορτασμένος
μες στον άλλο, να χύσουμε κι οι
δυο πάνω στις πέτρες τις λευκές
το σπέρμα μας να οδηγήσει
ο αρχαίος Αχελώος στο Ιόνιο πέλαγος
και στους γοφούς της Πίνδου στις
ακτές να ξεψυχήσει εκεί ο όσιος
σατανάς που μας κατέχει.

Ποίημα νυκτός

kolim

Υπέροχη νύχτα, δόξα της αστρικής
προϊστορίας. Εγώ ο στρατηγός που
πέφτω στην αγκαλιά σου με τους
στρατιώτες μου. Εγώ ο κολυμβητής
που κάνω βουτιά στα σπλάχνα σου.
Ω γλυκά και απόμακρα
μπουμπούκια του Μονάχου και του
Βερολίνου, κορίτσια ξενυχτισμένα
που δεν σας χόρτασα, βιβλία που
σας άφησα αδιάβαστα αναγγέλλοντας
πάθος και λογοπαίγνια, συναρμολογώντας
διαμελισμένους ποιητές της έμπνευσής μου
χάδια στα χέρσα κορμάκια, επί χάρτου
λειψές απολαύσεις του στόματος, γλειψιές
και χείλη ανορθόγραφα μα εύστοχα
στην περιρρέουσα βοή της γύμνιας.
Ω νύχτα από μυρουδιά σπαρματσέτου
και γάνας, αγωγός σπέρματος εν ικεσία
υπήρξα, ένα λιβιδικό πλατάγισμα του
βλέμματος μιας μοναχής δαιμονισμένης
με τις πύλες ανοιχτές στο αγιογαμήσι.