Καταστατικό του κόμματος των μασκαράδων

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

paidia

Η ζωή μας έχει για μας τρομακτική σημασία, αφού, είναι ότι πιο σημαντικό συνέβη ποτέ.

Δεν είναι τόσο σημαντικά τα πράγματα γύρω μας όσο εμείς που τα ορίζουμε, αφού, αν δεν υπήρχαμε δεν θα υπήρχαν κι αυτά.

Παίζουμε με τα πράγματα γύρω μας γιατί το παιχνίδι όλα τα μεγάλα του κόσμου τα κάνει να φαίνονται μηδαμινά.

Και βεβαίως όλα αυτά τα καμώματα μας κάνουν από μικρούς και ελάχιστους μέγιστους και τρανούς.

Η φάρσα και το παιχνίδι είναι εκ προοιμίου σφετεριστές της σοβαρότητας και της σοβαροφάνειας που κατά βάθος είναι τραύματα ανεπούλωτα της παιδικής ηλικίας.

Βλέπω ανθρώπους σοβαρούς που ψάχνουν σαμάνο και καθοδηγητή και ηγέτη, ανθρώπους που δεν μπορούν να διαβάσουν την αλήθεια, δηλαδή το κωμικό και το αστείο. Που δεν μπορούν να διακωμωδήσουν το γελοίο τους εαυτό και γίνονται φασίστες που ψάχνουν αναγνώριση, αυλή και θαυμαστές.

Μα υπάρχουμε πάντα εμείς που μπορούμε να δούμε το γελοίο και το κωμικό στον εαυτό μας και στους άλλους.

Που μπορούμε να παίξουμε και να διακωμωδήσουμε τα χούγια κάθε νεοσύλλεκτου ηγεμόνα, άγευστου ακόμα στο θάνατο και στον πόνο.

Που μπορούμε να σκαρώσουμε φάρσες προκαλώντας σύγχυση στο ανίδεο κοινό της επίσημης λογοτεχνικής πιάτσας.

Που μπορούμε να γελάμε με την ψυχή μας βλέποντας τους γέρους κάθε ηλικίας να απαγγέλουν τα σοβαρά τους ποιήματα.

Ξέρουμε πως όλο αυτό το αισθητικό και κοινωνικό κατεστημένο δείχνει έλλειψη σεβασμού προς το παιχνίδι και σημαδεύει με το πιστόλι της ερμηνείας τον κρόταφό μας.

Μα εμείς δεν περιμένουμε τίποτε, ούτε επιστολές ομοτέχνων για το μεγαλείο μας, ούτε κριτικές με τη σέσουλα στην Αυγή για την ιδιοφυή δραματικότητα του ποιητικού μας ταπεραμέντου και τα κλασμένα μαρούλια που πληρώσαμε ακριβά σε μεγαλόσχημους εκδότες που τα πιάνουν χοντρά απ’ τα ψώνια.

Διατηρούμε όμως το δικαίωμα της ανακουφιστικής αποδιοργάνωσης της λογοκρατίας που έχει επιβάλει η κυρίαρχη ιδεολογία.

Των ερωτικών ποιημάτων που κάποιοι τα θέλουν με κορσέ. Των πολιτικών ιδεών που κάποιοι τις θέλουν γατούλες του καναπέ και της καθημερινότητας που κάποιοι την θέλουν στον αποχυμωτή της ματαιόδοξης ματιάς τους.

Τα ψώνια και οι ποιητάρες υπήρξαν πάντα η καύσιμη ύλη της λογοτεχνίας. Χωρίς αυτούς εμείς οι παλιάτσοι δεν θα υπήρχαμε.

Κι είναι αυτοί που μας κάνουν συνεχώς παιδιά γιατί εμείς μπορούμε και ξεκοιλιάζουμε τα παιχνίδια που μας πουλάνε.

Γιατί εμείς ψάχνουμε στα σπλάχνα και στα έντερα και στα πλαδαρά λογοτεχνικά στομάχια να βρούμε τα διαμάντια της ομορφιάς, της χαράς και της καύλας, αυτά που κατάπιε αμάσητα ο αστραφτερός πλην βάρβαρος ανθρώπινος πολιτισμός.