Παραλία Λούρου ή Ανάμνησις Καύσωνος

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

anamnisi

Ο ήλιος μύριζε προβατίλα. Ο πρωινός ήλιος. Ο πρώτος ήλιος που κάνει τον πόθο να αδρανεί.

Τα βλέμματα γύρω που ξεπετιούνται σαν ναρκωμένες οχιές απ’ τον υπνόσακο και τα ενδότερα.

Είναι η ώρα που έχεις δύσκολη διάθεση ερπετοειδή. Κολλώδες και παγωμένο σώμα. Μα ο ήλιος και η θάλασσα είναι εκεί, με όλες τις μυρουδιές τους.

Οι χίλιοι σατανάδες αγουροξυπνημένοι με τα σκέλια ανοιχτά και οι πρώτες σιγανές κουβέντες σαν να κυλούν απ’ τα κρινάκια που μπλέχτηκαν βραδιάτικα γύρω απ’ τα κορδόνια των παπουτσιών.

Κορίτσια με διάθεση εικοστού αιώνος φορούν τα κυνηγετικά τους καπέλα και τρυπώνουν πίσω απ’ τις καλαμιές για να κατουρήσουν.

Εμείς τα αδιάφορα αρσενικά σέρνουμε το κορμί μας σαν υνί μέσα στην άμμο περιμένοντας να δούμε από τύχη λίγη έστω τη ρεματιά του παραδείσου.

Σκέλια θηλυκά, σαρκώδη, που ξεσπούν ανάμεσά τους τα σπλάχνα κάτουρο αχνιστό.

Μακριά απ’ όλες τις αγριότητες του σύμπαντος, τις συγκρούσεις κομητών κατά μέτωπο, εμείς τρυπωμένοι εδώ σαν πτωματοφάγα σκουλήκια, ανάμεσα από αγριόχορτα και λαχανίδες, πλαστικά μπουκαλάκια με νερό και κονσέρβες με φασόλια και ντολμαδάκια.

Εμείς παιδιά απλωμένα στο ταψί της άμμου, όντα ακίνδυνα σαν φρεσκογεννημένα κουτάβια, με τις πατούσες μας να έχουν πιάσει μαύρη πέτσα, ξυπόλητοι και ηλιοκαμένοι, αφημένοι εκεί που η στεριά γίνεται αλάτι και ιώδιο.

Και οι άνθρωποι επιπλέουν και βυθίζονται γυμνοί και μόνοι. Απροστάτευτοι, χωρίς εξουσία, παραδομένοι στα ρεύματα, στον κόσμο των ψαριών, στα μάτια και τις γλώσσες που παραμονεύουν στο βυθό.

Και έξω απ’ τη θάλασσα, γύρω, κατσίκια και αλμυρίκια και πάλι μυρουδιές απ’ το αρχαίο παρελθόν και τα καταποντισμένα προάστια.

Και πάλι εμείς με τα γεννητικά μας όργανα απλωμένα στις πετσέτες. Να μας κλώθει ο ήλιος έξω απ’ το θάνατο και το σεξ.

Να μας μαγαρίζει με χαρά και ιδρώτα, αυτό το παράδοξο άστρο που μαγείρεψε ο άπειρος χρόνος στο συμπαντικό καζάνι.

Να κεντάει πάνω στη γύμνια μας επιθυμίες, σε κάθε πόρο του κορμιού μας να βυθίζει τα δάχτυλά του και να μας καρφώνει με τις ακτίνες του.

Εμείς αγόρια και κορίτσια έκθετα στην ηρωική ηλιθιότητα της εφηβείας, με το μέσα γυρισμένο έξω, σπαρμένο εκεί δίπλα στα μπάζα και τις τσουκνίδες, στις πεταμένες καπότες, στα φτερά και τα πούπουλα των γλάρων.

Λίγο μακριά απ’ τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία.

Αποχαυνωμένοι μες στο σκληρό και ρεαλιστικό αριστούργημα της αμμουδιάς. Μακάριοι με τις στύσεις μας και τα τσιμπήματα από κουνούπια.

Αρσενικά και θηλυκά ένα κουβαράκι που κύλησε ολοσχερώς στον καλοκαιριάτικο οίστρο.

Σάρκες κοιλιές γλουτοί αιδοία και πρόσωπα. Σαν τα ψάρια που πιάναμε κι έπειτα τα πετούσαμε στη θάλασσα και μόλις άγγιζαν το νερό οι άσπρες κοιλιές τους γύριζαν προς τα πάνω και κυλούσαν νεκρά επιπλέοντας πάνω στο ζεστό νερό.