Επιτάφιες Σπονδές

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

epitaf

Όταν πονούν τα πράγματα οι άνθρωποι
σωπαίνουν, τώρα, που γράφω αυτό το
άψογο και τελεσίδικο αξίωμα εκτός εμπορίου,
τώρα, που γέρνω σαν κλαδάκι στο σεξουαλικό
πόθο και τη βία που δεν αξιώθηκα, τώρα, που
διαβάζω τις Επιτάφιες Σπονδές του Ζενέ το
γαμήσι του νεαρού Γάλου Ριτόν που πρόδωσε
το λαό του για να υπηρετήσει τους Γερμανούς.
Αυτόν που ξεκολιάζει με αιφνίδιο λυρισμό
και ασυγχώρητα βαθιές σκέψεις μια δράκα
αξιωματικών των Ες-Ες που έχουν καταφύγει
σε διαμέρισμα του Παρισιού, αποκαμωμένοι
απ’ την προοπτική της ήττας που πλησιάζει,
δίνοντας το δικαίωμα στον αναγνώστη να
καυλώνει με τα βίτσια του συγγραφέα όπως
ο λαός με τα βίτσια της εξουσίας. Η λεπτότητα
της ηδονοβλεψίας και η τρύπα ως δόκιμη
χαβούζα του θανάτου. Απέναντι αίμα και σφαγές
ειδήσεις καταστολή νεκρά μωρά αντάρτικο και
φόβος και το μάτι του παντοκράτορα άσπρο
γαλακτώδες να μας κοιτάζει απαρηγόρητα τυφλό.
Σπασμένη χάντρα του διαβόλου που κύλησε
ανάμεσα στον πόνο των ανθρώπων και των
πραγμάτων, ανάμεσα στη ζωή που χάνεται και
στον άνθρωπο που ποθεί να χαθεί, ανάμεσα
στον πορφυρό υγρό κρίνο της μήτρας που
σάλεψε στα χαλάσματα και στη μαύρη πρησμένη
μούρη του νεκρού που κύλησε στης πατρίδος
τον ένδοξο λάκκο.