ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Ποίημα ωραίο για τις ωραίες

hannah-hoch-2_2789736b

Γράφω για να’ χω κάτι πρόχειρο
να διαβάζω και ομολογώ πολλά
καθώς πιάνομαι απ’ τη λέξη που
πιάνεται απ’ τα γεγονότα που

πιάνονται απ’ τα πάθη και δεν
έχει τέλος αυτή η ονείρωξη αυτή
η διεσταλμένη κόρη του ματιού
η βαριά συννεφιά απ’ το κοινό

ντουμάνι των παθών μας κάτω
από αγριοσυκιές που αγαπώ και
θαυμάζω και χαϊδεύω τον κορμό
τους και νιώθω τους χυμούς

μέσα απ’ το δέρμα τους και νιώθω
τ’ άπαρτα κάστρα και τα ψηλά
βουνά τα πετραδάκια στη σαγιονάρα
καθώς επιστρέφω απ’ τα βράχια

τους αχινούς τις πεταλίδες στο
φαλλοκρατικό καπιταλισμό στα
κεφτεδάκια της μαμάς στο σεξ
στον κονστρουκτιβισμό της ηδονής

Μνεία του Καύσωνος

gourounitsa

Όταν σφίξουν οι ζέστες θα με νιώσεις
και θα δεις το λιοπύρι ως πεδίο μαχών.
Υπαίθριους υπνοβάτες στα υδροκίνητα
βίτσια τους να ανταλλάσουν ματιές

αφροδίσιες με τους όμορφους γύφτους,
πεφταστέρια να τήκονται αθέατα στην
μνήμη του φωτός, γουρουνάτες γκόμενες
που συνευρέθησαν με παπάδες κλέβοντας

αντίδωρα απ’ την κανίστρα και χούγια
αγίας που αυτομόλησε στα τέμπλα και
στα γλωσσόφιλα με τους πιστούς.
Μανούλες που ψάχνουν παιδιά, ποιητές

ταφοφοβικούς που τραγούδησαν την
παπαρούνα και την μαντζουράνα, το
φασκόμηλο και το χαμομήλι για τις
αιμορροΐδες του αναγνώστη, απαλύνοντας

την επαναστατική του λύσσα και τη μέσα
Αναρχία πάντα υπό συνθήκας θέρους,
χούλιγκαν σατανικούς της συνειδήσεως,
φιλάθλους του συνδέσμου των ματάκηδων

σε πεύκους θάμνους αρμυρίκια με το
μαλακό υπογάστριο σαλεμένο και τα
βλεφαρικά χείλη να τρεμοπαίζουν
εν χυμώδει εκφυλίσει