Φαινομενολογία τού πνεύματος των τζιτζικιών

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

τζιτζι

Εδώ ο θάνατος και η ζωή είναι ένα. Ενσωματωμένα. Εδώ ο πυρήνας κάθε ποιητικής, βουλιμικά μεταμορφώνεται σε ομορφιά που βγάζει φτερά και τραγουδά σκωπτικά την επανάληψη της ευχαρίστησης και την ευχαρίστηση της επανάληψης.

Διότι ο τζίτζικας δραπετεύει απ’ το αρχικό σχήμα. Αλλάζει περιβάλλον. Εισβάλει στον πραγματικό κόσμο για να φάει, να τραγουδήσει και να γαμήσει. Και μετά πεθαίνει δια παντός.

Αφήνει τους σπόρους του μονάχα και τα απολιθώματα τού έρωτά του μέσα σε τρύπες που κάνει πάνω στους μαλακούς βλαστούς.

Αυτό συμβαίνει τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο, μέσα στην τραγάνα και την κάψα. Από τα αυγά βγαίνουν οι προνύμφες, περίπου κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι οποίες κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες κι εκεί μπορούν να ζήσουν και τέσσερα χρόνια (αλλού 17 ή 13 χρόνια) μέχρι που να μετατραπούν σε κανονικές νύμφες.

Ένας αέναος κύκλος ζωής και θανάτου. Ένα συσσωμάτωμα παροξυσμικού ερωτισμού που διαρκεί έξι βδομάδες.

Εδώ, ο χρόνος δεν είναι λίγος ή πολύς. Είναι απλώς ένα κομμάτι του κύκλου και της σπειροειδούς διάρκειας.

Ο τζίτζικας δεν θα γνωρίσει τα παιδιά του. Δεν θα τα αναθρέψει και δεν θα τα στείλει σχολείο. Δεν θα τα οδηγήσει στο γάμο ή στα ναρκωτικά. Δεν θα χρειαστεί να τους μάθει τη ζωή.

Διότι εδώ λειτουργεί ο χρόνος της αναδημιουργίας του. Γιατί τίποτε δεν χάνεται και καμιά απώλεια δεν είναι ανεπανόρθωτη.

Μελετώ αυτό τον κύκλο μέσα στον οποίο έχει αφεθεί ο Τέττιγας, γράφοντας και γυρίζοντας αργά τα ροδάνια των αναμνήσεων.

Τη γλώσσα που δεν είναι γλώσσα και το πνεύμα που δεν είναι πνεύμα.

Μελετώ αυτό το ηχόπλασμα για να εξηγήσω καλύτερα τη σάρκα μου, αγλαΐζοντας τις όμορφες φράσεις σαν κυδώνια που σκάνε τα αρώματά τους μέσα στο στόμα.

Σαν τις ερωτικές φράσεις που σφηνώνουν στα δόντια των κοριτσιών. Στο στόμα. Στο στόμα που συντελείται ο έρωτας. Γιατί κάνουμε έρωτα μόνο με το στόμα.

Από εκεί ξεκινά και εκεί καταλήγει ο έρωτας, λούζοντας την αρρώστια και το θάνατο μ’ ένα καινούργιο φως, γλαυκό, στο κέντρο μιας απερίγραπτης υπαρξιακής ομίχλης, η οποία ενώ σκεπάζει τα περασμένα όπως τα κουκούλια μέσα στην κρύα γη, αποκαλύπτει τις λεπτομέρειές τους, αφανίζοντας το φόντο.

Μελετώ την υπέρβαση των ορίων απ’ αυτό που βλέπω και παρατηρώ και μετά το κάνω σκέψη, δηλαδή το ενσαρκώνω με ατομικούς όρους.

Καμία φαντασία εκεί που υπάρχει η φύση και η μια και μοναδική μας ζωή.

Εκεί, που ο τζίτζικας αφήνει πίσω του αυτό που τον καθηλώνει και γεννιέται ξανά, σαν έτοιμος από καιρό να βιώσει την βραχύβια ελευθερία του. Να φάει, να τραγουδήσει και να εκσπερματώσει μέσα στο ψυχεδελικό του παραλήρημα.

Με όλο τον ποιητικό οίστρο που επιτάσσει το οντολογικό προνόμιο της εξόδου του από την πρωταρχική μορφή.

Από τα δεσμά του παιδικού σώματος στην ευφρόσυνη ελευθερία τού παιχνιδιού και της επανάληψής του.