Η κότα μόνο χέζει και ποτέ δεν κατουρεί

hen_party_large

Είναι πολλές φορές αυτά τα όμορφα μηνύματα που παραμένουν αφηρημένα με το συγκρατημένο τους λυρισμό.

Μέσα στον εικαστικό παλιμπαιδισμό τού συναισθήματος ο ένας παίζει το ταξίδι κι ο άλλος το δρόμο. Κι εκεί νοιώθεις πως μόνο το ανεπίδοτο έχει πιθανότητες να επιδοθεί.

Πως το παιχνίδι, ερωτικό ή μη, -αλλά πάντα ερωτικό- είναι μια φαντασμαγορία. Ένα καρναβάλι όπου την εξουσία έχουμε όλοι εμείς.

Ύστερα από τόσες και τόσες σχολές εγκλεισμού που μας δίδαξαν οι ειδικοί της Κυριαρχίας προστρέχουμε στο παιχνίδι της γραφής για να πληρώσουμε ολόκληρο το φόρο της εξουθένωσης.

Όλο λαχτάρες και απερίγραπτες τραγωδίες εισβάλουν στο κέλυφος της ιδιωτίας μας.

Κανείς δεν είναι ασφαλισμένος στο νοικοκυριό του.

Το σπίτι μας τρέχει βολίδα. Μέσα στο σχετικιστικό σύμπαν και τις μεγάλες ταχύτητες η σάρκα είναι καταδικασμένη σε περίτεχνες ασυμφωνίες.

Όλα τα ευαγγέλια, οι κανόνες και οι οδηγοί ορθότητας πολλαπλασιάζουν τα λαβυρινθώδη ψεύδη της εξουσίας. Και μας απομένει μονάχα το πείσμα, όχι να πολεμήσουμε με φουσκωμένα ρουθούνια και σφιγμένα δόντια αλλά να ανιχνεύσουμε την ουσία δηλαδή να εκφράσουμε το μη λεχθέν.

Όχι να ζήσουμε ως νταβραντισμένοι γυμνασιάρχες, υψώνοντας το δάχτυλο στην αχαλίνωτη διάθεση για παιχνίδι, με όλο το παιδεραστικό μένος του καταπιεσμένου, που, διυλίζει τα πάθη του μεταξύ στέρησης και μελαγχολίας, μεταξύ κοινωνικής ένδειας και ναρκισσισμού. Μα, να ζήσουμε τη λαχτάρα μας σαν βλαμμένοι που ανακαλύπτουν τα λουλουδάκια που ξεφυτρώνουν απ’ το μηδέν. Απ’ τον καταπιόνα που θα μας καταπιεί.

Να βρούμε στη σχισμή της κόρης που μας γέννησε τον ορίζοντα.

Ν’ ανακαλύψουμε πάλι πως ανακαλύπτουμε τον κόσμο. Τον κόσμο τον δικό μας και των άλλων.

Να παίξουμε με τα κορμιά μας και το Είναι μας. Να μην αφήσουμε να μας ξεριζώσουν το κεντρί οι αγάμητοι στιχοπλόκοι, οι μουχλιασμένοι εθνικόφρονες και οι καταθλιπτικοί γραφειοκράτες.

Η γραφή είναι το παιχνίδι μας. Και φυλαχτείτε απ’ το παιχνίδι μας.

Κι αύριο μέρα είναι

topor

Οι οθόνες πλημμυρίζουν απ’ τη μυρουδιά μιας πείνας που δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη. Μυρίζουν την αχόρταγη κοιλιά.

Πέρα απ’ τα όρια της ανθρώπινης οδύνης ο πλούτος χαλκεύει τα ένστιχτα.

Οι αλήθειες μας γίνονται τριμμένα φτερά και λόγια για τα παζάρια. Νιώθουμε τη ζωή διχασμένη και παράταιρη, συντετριμμένη και ανικανοποίητη, άρα ρομαντική.

Ξεγλιστράμε πάντα αλλάζοντας πετσί και συνήθειες. Παίζουμε ρόλους. Κι όταν τελειώνουν οι ρόλοι νιώθουμε τους άλλους να ξερνούν πάνω μας ένα πυκνό χνώτο.

Όποιος έχει αγαπήσει με δύναμη και πάθος, δηλαδή τερατωδώς, πεθαίνοντας απ’ τη δυστυχία αυτού το έρωτα, όταν ξαναγεννιέται δεν ξέρει τίποτε, ούτε από αγάπη, ούτε από μίσος.

Είτε σαν διαστροφή λογιστεί αυτό, είτε σαν δολιοφθορά, το κορμί μας έχει ανάγκη την οργανωμένη αποδοκιμασία του άλλου για να ζήσει με εξεγερμένο μάτι και άπληστο αυτί.

Κι έπειτα κάθε φορά που κερδίζουμε λίγα ψίχουλα έρωτος και ανταπόκρισης ακουμπάμε το χέρι μας πάνω στην καρδιά, ελαφρά σκυφτοί, σαν κλέφτες που ψηλαφούν τις τσέπες τους με τα κλεμμένα ασημικά.

Τζόυς και Μπέκετ

Wisława

Γελούμε με τις ιρλανδικές αποκλίσεις.

Με τους βόρειους εκείνους που διαβάζονται ως ποιητές, αποσπασματικοί και ανολοκλήρωτοι, σκόρπιοι και γραφομανείς.

Όντα που αστράφτουν καταιγιστικά ανθρωπίλα και σκατά.

Βράγχια που στραφταλίζουν στη νωπογραφία της σεξουαλικής αυγής.

Μάτια διαυγή σαν ζελατίνες χαράς και θανάτου.

Αυτό που ξεχωρίζει τον Τζόυς από τον Μπέκετ είναι το γεγονός πως ο πρώτος θέλησε να συμπεριλάβει όλο τον κόσμο στο έργο του, ενώ ο δεύτερος προσπάθησε ν’ αδειάσει το έργο του από ολόκληρο τον κόσμο.

Οι κριτικοί τα βλέπουν αυτά και σιχτιρίζουν. Διότι όταν το έργο περιέχει την κριτική του τι να μας πει ο μαλάκας!

Οι άθλοι του Ηρακλέους

viol

στον Ηρακλή Ιωσηφίδη

 

Τα ρόπαλα του Ηρακλή είν’ τα βιολιά
οι κιθάρες οι γκρανκάσες.
Αμήν, ψιθυρίζει.
Τρίβει τα χέρια του με ταλκ
σαν αθλητής βαρέων βαρών
σηκώνοντας ποιήματα
τον ήλιο μπαγλαρώνοντας
τον ήχο της βουβής αχτίδος
τον ήχο τού έρωτος
τεντώνοντας στη διαπασών
το τόξο της χορδής της ειμαρμένης.

Όλο εκφωνώντας μπάσα
κρύο ιδρώτα καρδιοχτύπι
το χάρο τιμονιέρη της ζωής ντυμένο σερβιτόρα
ρεμάλι του Θερμαϊκού που κατουράει τη θάλασσα
παιδί για τα θελήματα
που όλο κοιτά κλεφτά αν έβρασε το κόλλυβο
ντελιβερά αθίγγανο και μπήχτη.

Πως θησαυρίζει ο διάολος κοιτά ο Ηρακλής
μετρά, πως, τσίφτικο περνά την κουνουπιέρα το αεράκι
χαϊδεύοντας μια γυμνούλα που αγαπά
παντού στα χείλη και στα πέλματα
στον αφαλό και στο μουνί
στις ρόγες και στα δάχτυλα.

Στα δάχτυλα που όλο ξαμώνουν στη σχισμή.

Άνθη ευλαβείας

anuoyla

Όλο αγκαλίτσες και φιλάκια. Μα
εγώ θέλω να κάνουμε σεξ καυτό
όπως στις ταινίες όπως στις χίλιες
και μια νύχτες όπως οι δράκοι στα
δρακόσπιτα της Εύβοιας όπως οι
σοπράνο στη σκάλα του Μιλάνο
όπως οι μπολσεβίκοι στην τσαρίνα
όπως η χελώνα στην πλάτη μιας
χελώνας όπως ο Γαργαντούας στα
κεφτεδάκια όπως γριά οχιά κουρνιάζει
στην άμμο και ξεχωρίζουν αμυδρά
οι λέξεις δάγκωσέ με και οι λέξεις
σκίσε με κι άλλο πουτσαρά. Όχι
άλλες αγκαλίτσες φιλάκια μουρμούρες
και πονόψυχα λογάκια. Αχ! συγχυσμένος
να εισβάλω θέλω στα σκέλια σου
να σπαταλήσω τα σπάταλα σάλια

Εις τα τερέν τού έρωτος

teren

Εσύ, κοπέλα μου, που έπιασες
το ρεκόρ στο μυστικό σου
μαραθώνιο, βράδυ Κυριακής
προς Κυριακή, άψυχη χωρίς
ψυχή, που παίρνεις τις ψυχές
και φεύγεις, τα κορδόνια σου
πρόσεχε, του ψυχοβγάλτη
οργασμού το θέλημα μην
πατήσεις, που σε θέλει όργανο
του σατανά, πρωταθλήτρια
σπασμών εις τα τερέν του έρωτος
που σε θέλει με τα φτεράκια σου
να φτερουγίζεις αλύπητα να
τανιέσαι χνούδι, η σάρκα φορτσάτη
τιμονιέρης ο θολός αρσενικός,
ο μαουνιέρης, ο τιμουνιέρης,
ο άτιμος που χασμουριέται μετά
και αποκοιμιέται δίπλα στα
πολλαπλά σου ρεκόρ, σβησμένος
άνεμος ξέπνοος, όλο εντερο-
σπασμούς και κάτι σαχλά όνειρα
με ελεγχόμενα κέφια ωσάν
μπάρμαν νηφάλιος ξημερώματα
που κατουρά λεμονίτα ηδύποτα
και κουβέντες του μπαρ

Βγάλτε γλώσσα

gloassa

Ένα σπουδαίο όπλο των ανθρώπων που δεν διαθέτουν όπλα είναι η ειρωνεία. Η δεινότητα να αντιμετωπίζεις αυτούς που διαθέτουν αληθινά φονικά όπλα με υπεροψία.

Η ειρωνεία είναι το όπλο τού κυνικού που είναι αποφασισμένος να χτυπήσει την υποκρισία και την κοινωνική γλίτσα.

Ο κυνικός είναι ο αποχαλινωμένος γυρολόγος, ένα τραγόμορφο είδος που ξέφυγε από κάποια βακχική πομπή.

Διαθέτει μια ικανότητα παρουσίας και απουσίας. Είναι εδώ και αυτόχρημα αλλού.

Είναι, κάποιος, κυνικός από δύναμη ή αδυναμία, από πολύ μυαλό αλλά και από λίγο μυαλό, από κακεντρέχεια αλλά και από καλοσύνη.

Ο κυνικός ξεπέφτει σ’ έναν ατελεύτητο τεμαχισμό διαθέσεων. Αφήνει την καρδιά έξω από τις υποθέσεις τού σώματος προτιμώντας την ψευδο-αριστοκρατική αδράνεια.

Αντί να παθιαστεί φιλολογήζει, καταφεύγοντας σε περίτεχνες περιφράσεις και ρητορικά σχήματα της ατάκας.

Ο κυνικός έχει μεγάλο εχθρό του το χρόνο. Τη βαρεμάρα. Βαριέται και πλήττει αφόρητα. Το διάστημα ανάμεσα στη σπορά και τον καρπό τον απελπίζει.

Ο κυνικός είναι ένας μελαγχολικός ηδονιστής που οι καταστάσεις τον οδήγησαν στο φρόνημα τού είρωνα. Αποφασίζει να είναι είρων, δηλαδή μια μηχανή που καταστρέφει αισθήσεις. Που σκίζει βίαια το περιτύλιγμα της τακτοποιημένης ζωής των άλλων.

Ο κυνικός διαθέτει μια σοφία υψηλού διαμετρήματος. Ξέρει πως η άμεση πραγματικότητα είναι ένας μάταιος πλούτος, ότι όσο τρώει τόσο περισσότερο πεινάει.

Ο κυνικός φυτρώνει ως ζιζάνιο σε κοινωνίες που διαθέτουν πλούτο και αλαζονεία. Ο Διογένης φύτρωσε στην υπερφίαλη αθηναϊκή δημοκρατία των κτήσεων και των κατακτήσεων. Ήταν αγκαθάκι στο μάτι του αποικιοκράτη. Δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει ένας τέτοιος τύπος σε μια φυλή της Αφρικής ή σε μια ινδιάνικη κοινότητα στις Άνδεις.

Ο κυνικός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει χιούμορ. Κι είναι σκληρός σαν πέτρα. Αδυσώπητος.

Ανάμεσα στο ασύλληπτα μικρό και στο ασύλληπτα μεγάλο ο κυνικός προτιμά να είναι διαφθορέας. Είτε στην αγορά και στα καφενεία ως τρελός τού χωριού, είτε ως γραφιάς, ως τρελός δηλαδή τού χωριού της λογοτεχνίας που απεχθάνεται τις συμβάσεις και την καλολογία μαζί με όλο τον οχετό του ρομαντισμού.

Ο κυνικός διακηρύσσει: Ματαιότης ματαιοτήτων! Κι η ματαιότης μαζί.

Ποιος ευθύνεται για τον γερμανικό πεσιμισμό; Οι σόμπες εμαγιέ, αποκρίνεται ο Νίτσε.

Ποια είναι η ουσία του έρωτα; Η αναπαραγωγή αποφαίνεται ο Σοπενάουερ.

Και φυσικά προεκτείνοντας την τεθλασμένη σκέψη του κυνικού απαντάμε στα πάντα.

Τι είναι η εργασιομανία; Εφαρμοσμένος μισογυνισμός. Τι είναι η βιβλιοφιλία; Ηλιθιότητα και φετιχισμός τρυπωμένα μέσα στη διάνοια άλλων. Τι είναι η λογοτεχνία; Ο μάταιος κόπος των τεμπέληδων να αποδείξουν πως δεν είναι ματαιόδοξοι.