Αντί προλόγου

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

anti

Αυτός ο τύπος, ο ρυπαρός και εξωλέστατος στέκεται στη μέση τού στίχου μου βάζοντας τρικλοποδιά στην έμπνευσή μου και σαν νταρντανογύναικα που σου τσιμπάει το μαγουλάκι χαμογελά πονηρά εν τω μέσω της φράσεως και εν τω μέσω της συγγραφικής νυκτός.

Διότι όποια ώρα κι αν γράφω έξω είναι πηχτό σκοτάδι. Νύχτα. Νύχτα του κερατά.

Κι αυτός ο τύπος, ο ρυπαρός και εξωλέστατος με παρακολουθεί, εμένα και τις πλάνες μου, τις πιο λατρευτές ερωμένες μου, λίγο πριν τις οδηγήσω στο λιβάδι των αποπλανήσεων και στον ανιχνευτή ψεύδους της σάρκας όταν αγκαλιάζει άλλη σάρκα.

Είναι αυτός που με οδηγεί στη λογική και στη συστηματική τρέλα δείχνοντας πίσω απ’ τις φράσεις ιδέες και σχήματα, σαρκωμένα όλα με τέτοιο τρόπο που να μυρίζουν ιδρώτα ή αέρα του βουνού.

Σε λίγο θα ανατείλει ο ήλιος, κι η γη θ’ αρχίσει να ζεσταίνεται με τον άσφαλτο τρόπο της αιωνιότητας και τα κορίτσια θα επιστρέψουν στους δρόμους, κάνοντας βόλτες στα μαγαζιά, αγοράζοντας σπίρτα για να κάψουν όλα τα ξενέρωτα ερωτικά ποιήματα, όλα τα άρθρα και τις αναλύσεις πονηρών γέρων που πίνουν τσάι με συνοφρυωμένες γριές αλλά ονειρεύονται όμορφες νεαρές μαθητευόμενες νοσοκόμες.

Κι αυτός ο ρυπαρός και εξωλέστατος τύπος που στέκεται στη μέση τού στίχου μου, βάζοντας τρικλοποδιά στην έμπνευσή μου, θα επιστρέψει στο άσυλο τρελών για να περάσει το χειμώνα αφήνοντάς με μόνο να ανακαλύψω τον εαυτό μου.