Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης

amines

Ο μόνος στον οποίο επιτρέπουμε να κουμαντάρει την ασημαντότητά μας είναι ο έρωτας. Όχι το πρόσωπο αλλά το συμβάν.

Όχι το ευλογημένο αιδοίο της κοπέλας, το πανάρχαιο και σαγηνευτικό, αλλά αυτό που αφήνει πάνω στο σώμα, μέσα στο σώμα και γύρω από αυτό.

Η λεσβία φύση μου οδηγείται μοιραία στις γυναίκες όπως η ανδρική φύση της γυναίκας οδηγείται μοιραία στον άντρα.

Κι εδώ αρχίζει ο έρωτας, στα μπερδέματα των ρόλων. Τη στιγμή που ο ένας προσφέρει στον άλλο αυτό που δεν έχει. Το κενό του. Την έλλειψή του. Το μισό φύλλο του που είναι ο Άλλος. Διότι είμαστε μισά φύλλα και γινόμαστε ένα φύλλο δια του έρωτος και της πορνικής του συνεκδοχής.

Όλη η συμπαντική ιστορία πάλλεται μεταξύ ένωσης και χωρισμού. Μα η δική μας ένωση, η ανθρώπινη ένωση είναι η στιγμή που βρίσκεις την πατρίδα σου πάνω σ’ ένα κρεβάτι ή σ’ έναν καταπράσινο αγρό.

Διότι πατρίδα μας είναι ο σεξουαλικός Άλλος. Πατρίδα μου είναι η κλειτορίδα της  και πατρίδα της ο φαλλός μου.

Ονειροκρίτες κοριτσιών

loner

Το ναρκοθετημένο πεδίο της αποδοχής είναι η έσχατη παγίδα για την ερωτική λογοτεχνία.

Την επαναστατική ερωτική λογοτεχνία. Αυτή τη λογοτεχνία της οποίας οι τίτλοι ευγενείας έχουν ζυμωθεί στο κρύο και στο σκοτάδι.

Στο φούρνο μικροκυμάτων της μήτρας που γεννά την προμηθεϊκή ουσία του ερωτισμού και στον κολοσσιαίο μικρογραφικό λαβύρινθο της γλώσσας που δημιουργεί ένα προσωπικό είδος φωνητικής γραφής.

Διότι η ερωτική λογοτεχνία διαθέτει κλειδιά και κώδικες κι ένα ιδιαίτερο φωνορυθμικό σύμπαν.

Δεν μιλάμε για μια ιερόκρυφη σκοτεινή κώχη αλλά για ένα πολυσύνθετο ιστό απλωμένο πάνω στη σάρκα που θέλει να ακούει.

Γιατί έρωτας σημαίνει ανάγνωση και επιθυμία. Όταν σωπαίνουμε ο έρωτας μιλάει και όταν μιλάμε ο έρωτας ουρλιάζει.

Είναι η συναίρεση τού Είναι της και του Εγώ μου.

Είναι οι υπεροπτικές γεωμετρίες του άσπιλου κοχυλιού που ζητά τη σπίλωσή του.

Το σώμα μου της ανήκει.

Τα ανοιχτά της πόδια προεικονίζουν την παγίδευσή μου.

Γίνομαι ο φύλακας ενός σκοτεινού μητρώου μέσα στο κρυπτικό και αλλόκοτο σύμπαν που γεννούν οι λέξεις, τυλίγοντας στο πέπλο της λησμονιάς αυτό που γέννησε η γυμνότητα. Τα χύσια. Διότι περί αυτού πρόκειται.

Την ένωση που θα γίνει εκμηδενισμός των Εγώ και μετά χωρισμός και φθορά.

Στιγμιότυπο

perist

Μου χαμογέλασε. Με το κοφτερό χαμόγελο των πλασμάτων του αγρού. Υπολόγισε το βάρος των αισθημάτων μου χωρίς μαθηματικούς υπολογισμούς. Ακριβώς με όση δύναμη χρειάζεται η ελαφρότητα για να ποδοπατήσει τη μοναξιά. Έβαλε όση ακριβώς δύναμη χρειάζεται για να καταλάβει αν πιάστηκα στο αγκίστρι της. Οι άνθρωποι της πόλης όμως δεν καταλαβαίνουν απ’ αυτά. Ακουμπούν πάνω σου τα κτητικά τους δάχτυλα σαν ήρεμοι γερο-μπάτσοι που συλλαμβάνουν ένα αγαθό κλεφτρόνι. Σου χαμογελούν παγωμένα ή ψεύτικα, γρήγορα και βιαστικά. Μα αυτή μου χαμογέλασε κι ένιωσα πως θα μπορούσα να κουβαλήσω το χαμόγελό της στο σπίτι μου. Να το ακουμπήσω δίπλα μου το βράδυ στο μαξιλάρι, να το αγκαλιάσω σφιχτά και μια για πάντα. Μου χαμογέλασε. Κι αυτό το χαμόγελο, αυτό το πρόσωπο βρισκόταν στην κορυφή ενός λευκού γεροδεμένου κύκνειου λαιμού, τού λαιμού της κατάρας και της απώλειας.