Vive la France. Χέστηκα, μα είμαι πρωταθλητής

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

gal

Γυρίζοντας προς τα πίσω, αρκετούς αιώνες πριν, θα βρούμε έναν άνθρωπο που μπορούσε να θρέψει μόνο τον εαυτό του.

Σιγά-σιγά όμως με την εξέλιξη των μέσων παραγωγής, δηλαδή του πολιτισμού και της οργάνωσης, ένας άνθρωπος μπορούσε να θρέψει δέκα, εκατό, χίλιους, δέκα χιλιάδες συνανθρώπους του.

Σήμερα μπορούμε να πούμε πως ένας άνθρωπος μπορεί να θρέψει ένα εκατομμύριο συνανθρώπους του!

Και φυσικά αιώνες πριν αυτός που μπορούσε να θρέψει έναν άνθρωπο μπορούσε να σκοτώσει έναν άνθρωπο, μα σήμερα αυτός που μπορεί να θρέψει ένα εκατομμύριο ανθρώπους μπορεί να σκοτώσει πολλαπλάσιους.

Αυτά τα περίεργα μαθηματικά της εξέλιξης και της ελεγχόμενης βαρβαρότητας δημιούργησαν την έννοια της ελεύθερης ώρας, ήτοι δεν είναι ανάγκη όλοι οι άνθρωποι να δουλεύουν.

Συνεπώς κάποιοι σταμάτησαν τη χειρονακτική δουλειά και τη δουλειά γενικώς.

Τι κάναν και τι κάνουν όμως οι άνθρωποι που δεν δουλεύουν; Γιατί οι άλλοι τους ταΐζουν και τους φροντίζουν;

Μα φυσικά για να τους διασκεδάζουν. Για να σπάνε πλάκα μαζί τους. Για τις ώρες της πλήξης και της ανίας. Διότι ο άρτος δεν χωνεύεται άνευ θεάματος.

Οι μονομάχοι που διασκέδαζαν τους κατοίκους της Ρώμης ήταν το θέαμα μετά τη δουλειά.

Οι ολυμπιονίκες και οι πρωταθλητές που σπάνε τα ρεκόρ μέσα στην αρένα. Ο σκοπός είναι ένας και μοναδικός. Με μώλωπες, με λυγισμένους αστραγάλους, με στραμπουλιγμένα χέρια, να γρονθοκοπήσουν τον αντίπαλο για να ζητωκραυγάσει το πλήθος.

Να τερματίσουν με κάθε τίμημα. Να τα δώσουν όλα. Να χεστούν απάνω τους ή να λιποθυμήσουν. Να πάθουν ανακοπή ή να σπάσουν τα κεφάλια τους. Να δείξουν πως είναι πρωταθλητές, δηλαδή δυνατοί. Πάνω απ’ το μέσο όρο που τους παρακολουθεί και τους παίρνει μάτι. Που τους σέβεται και τους στεφανώνει και τους προσκυνά μόνο ως πρωταθλητές, αλλά ως ανθρώπους τους γράφει στ’ αρχίδια του.

Παρακολουθεί τις αδυναμίες τους μόνο, δηλαδή την ανθρώπινη φύση. Τη φύση του όταν την τεντώνει και τη φτάνει στα άκρα.

Η περίσσεια πλούτου και ανθρώπων δημιουργεί την δυνατότητα διασκέδασης της κοινωνίας με ανθρώπους.

Μα η περίσσεια πλούτου των πλουσίων δεν πάει στους φτωχούς. Επενδύεται ξανά και ξανά για να παράγει θέαμα και μονομάχους. Κατανάλωση. Από αναβολικά μέχρι αθλητικά παπούτσια. Από καπότες μέχρι σταυρουδάκι και φυλαχτά.

Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του. Κι αν δεν τον έχει τον φτιάχνει για να περνά την ώρα του.

Ο πρωταθλητής και ο ολυμπιονίκης είναι ένας εκ των παλαβών για να περνά την ώρα της η κοινωνία.

Μόνο ένας παλαβός θα μπορούσε να τρέχει χεσμένος ανάμεσα στο πλήθος. Μα ο παλαβός τρέχει χεσμένος γιατί στο νήμα υπάρχει το τυράκι του χορηγού και το κλαδί ελιάς, τα πλούτη και η δόξα, που, για να τα κατακτήσεις πρέπει να θυσιάσεις τις ανθρώπινες δυνατότητες, δηλαδή την αξιοπρέπειά σου.

Πρέπει να δώσεις ακόμη κι αυτό το απειροελάχιστο λίγο παρά πάνω για να μπεις στο πάνθεο των μαγαρισμένων ηρώων απ’ την ανθρώπινη ματαιοδοξία.