Κι αύριο μέρα είναι

topor

Οι οθόνες πλημμυρίζουν απ’ τη μυρουδιά μιας πείνας που δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη. Μυρίζουν την αχόρταγη κοιλιά.

Πέρα απ’ τα όρια της ανθρώπινης οδύνης ο πλούτος χαλκεύει τα ένστιχτα.

Οι αλήθειες μας γίνονται τριμμένα φτερά και λόγια για τα παζάρια. Νιώθουμε τη ζωή διχασμένη και παράταιρη, συντετριμμένη και ανικανοποίητη, άρα ρομαντική.

Ξεγλιστράμε πάντα αλλάζοντας πετσί και συνήθειες. Παίζουμε ρόλους. Κι όταν τελειώνουν οι ρόλοι νιώθουμε τους άλλους να ξερνούν πάνω μας ένα πυκνό χνώτο.

Όποιος έχει αγαπήσει με δύναμη και πάθος, δηλαδή τερατωδώς, πεθαίνοντας απ’ τη δυστυχία αυτού το έρωτα, όταν ξαναγεννιέται δεν ξέρει τίποτε, ούτε από αγάπη, ούτε από μίσος.

Είτε σαν διαστροφή λογιστεί αυτό, είτε σαν δολιοφθορά, το κορμί μας έχει ανάγκη την οργανωμένη αποδοκιμασία του άλλου για να ζήσει με εξεγερμένο μάτι και άπληστο αυτί.

Κι έπειτα κάθε φορά που κερδίζουμε λίγα ψίχουλα έρωτος και ανταπόκρισης ακουμπάμε το χέρι μας πάνω στην καρδιά, ελαφρά σκυφτοί, σαν κλέφτες που ψηλαφούν τις τσέπες τους με τα κλεμμένα ασημικά.

Τζόυς και Μπέκετ

Wisława

Γελούμε με τις ιρλανδικές αποκλίσεις.

Με τους βόρειους εκείνους που διαβάζονται ως ποιητές, αποσπασματικοί και ανολοκλήρωτοι, σκόρπιοι και γραφομανείς.

Όντα που αστράφτουν καταιγιστικά ανθρωπίλα και σκατά.

Βράγχια που στραφταλίζουν στη νωπογραφία της σεξουαλικής αυγής.

Μάτια διαυγή σαν ζελατίνες χαράς και θανάτου.

Αυτό που ξεχωρίζει τον Τζόυς από τον Μπέκετ είναι το γεγονός πως ο πρώτος θέλησε να συμπεριλάβει όλο τον κόσμο στο έργο του, ενώ ο δεύτερος προσπάθησε ν’ αδειάσει το έργο του από ολόκληρο τον κόσμο.

Οι κριτικοί τα βλέπουν αυτά και σιχτιρίζουν. Διότι όταν το έργο περιέχει την κριτική του τι να μας πει ο μαλάκας!

Οι άθλοι του Ηρακλέους

viol

στον Ηρακλή Ιωσηφίδη

 

Τα ρόπαλα του Ηρακλή είν’ τα βιολιά
οι κιθάρες οι γκρανκάσες.
Αμήν, ψιθυρίζει.
Τρίβει τα χέρια του με ταλκ
σαν αθλητής βαρέων βαρών
σηκώνοντας ποιήματα
τον ήλιο μπαγλαρώνοντας
τον ήχο της βουβής αχτίδος
τον ήχο τού έρωτος
τεντώνοντας στη διαπασών
το τόξο της χορδής της ειμαρμένης.

Όλο εκφωνώντας μπάσα
κρύο ιδρώτα καρδιοχτύπι
το χάρο τιμονιέρη της ζωής ντυμένο σερβιτόρα
ρεμάλι του Θερμαϊκού που κατουράει τη θάλασσα
παιδί για τα θελήματα
που όλο κοιτά κλεφτά αν έβρασε το κόλλυβο
ντελιβερά αθίγγανο και μπήχτη.

Πως θησαυρίζει ο διάολος κοιτά ο Ηρακλής
μετρά, πως, τσίφτικο περνά την κουνουπιέρα το αεράκι
χαϊδεύοντας μια γυμνούλα που αγαπά
παντού στα χείλη και στα πέλματα
στον αφαλό και στο μουνί
στις ρόγες και στα δάχτυλα.

Στα δάχτυλα που όλο ξαμώνουν στη σχισμή.