Κι αύριο μέρα είναι

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

topor

Οι οθόνες πλημμυρίζουν απ’ τη μυρουδιά μιας πείνας που δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη. Μυρίζουν την αχόρταγη κοιλιά.

Πέρα απ’ τα όρια της ανθρώπινης οδύνης ο πλούτος χαλκεύει τα ένστιχτα.

Οι αλήθειες μας γίνονται τριμμένα φτερά και λόγια για τα παζάρια. Νιώθουμε τη ζωή διχασμένη και παράταιρη, συντετριμμένη και ανικανοποίητη, άρα ρομαντική.

Ξεγλιστράμε πάντα αλλάζοντας πετσί και συνήθειες. Παίζουμε ρόλους. Κι όταν τελειώνουν οι ρόλοι νιώθουμε τους άλλους να ξερνούν πάνω μας ένα πυκνό χνώτο.

Όποιος έχει αγαπήσει με δύναμη και πάθος, δηλαδή τερατωδώς, πεθαίνοντας απ’ τη δυστυχία αυτού το έρωτα, όταν ξαναγεννιέται δεν ξέρει τίποτε, ούτε από αγάπη, ούτε από μίσος.

Είτε σαν διαστροφή λογιστεί αυτό, είτε σαν δολιοφθορά, το κορμί μας έχει ανάγκη την οργανωμένη αποδοκιμασία του άλλου για να ζήσει με εξεγερμένο μάτι και άπληστο αυτί.

Κι έπειτα κάθε φορά που κερδίζουμε λίγα ψίχουλα έρωτος και ανταπόκρισης ακουμπάμε το χέρι μας πάνω στην καρδιά, ελαφρά σκυφτοί, σαν κλέφτες που ψηλαφούν τις τσέπες τους με τα κλεμμένα ασημικά.