Κύκνειο Άσμα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kyknos

Τι εστί χίπικη μονοκοντυλιά και τι εστί παρνασσισμός της κοινής λογικής το ξέρει καλά ο γέρος μέσα μας που διαψεύδει ελπίδες και οράματα επί οχταώρου και κατεβαίνει φορτσάτος σκάβοντας σάρκα.

Τι εστί εραστής των καλών τεχνών μαγκωμένος από σύννεφα και ιδιότροπους λυρισμούς και τι εστί πάνθηρ ροζ σε μπεζ σκηνικό αφροδίσιας καθαρότητας το ξέρει καλά ο μοιρολάτρης εαυτός που με όλους τους παραδοξολογικούς εμπαιγμούς των λετριστών χώνει την προβοκατόρικη μουσούδα του παντού.

Διατρέχοντας τόμους φυσικής ιστορίας, ο επιφανής γιατρός Τριμπουλά Μπονομέ έμαθε πως ο κύκνος τραγουδά ωραία πριν πεθάνει. Σαν τέλειος εραστής της μουσικής ονειρευόταν να χορτάσει μουσική.

Πλησίαζε εκεί στην άκρη του βάλτου για να εμψυχώσει τους καλλιτέχνες. Γινόταν ένα όρνιο που με τα σιδερένια του δάχτυλα βυθιζόταν στους αγνούς λευκότατους λαιμούς.

Τους θρυμμάτιζε νιώθοντας στα δάχτυλά του την ψυχή των κύκνων να σαλεύει μ’ ένα τραγούδι αθάνατης ελπίδας, απελευθέρωσης κι αγάπης, προς τους άγνωστους ουρανούς.

Κι ο γιατρός Μπονομέ ανέπνεε το τραγούδι, οι αρμονικοί κραδασμοί έσκαβαν την καρδιά του, χίλιοι οργασμοί ως την αιωνιότητα που αναλογούσε στον απολαυστικό νυχτερινό του θανατόκοσμο.

Οι αγαπημένοι του καλλιτέχνες, οι κατάλευκοι κύκνοι, έσβηναν προσφέροντάς του τον πιο τρυφερό επιθανάτιο σπασμό. Την μουσική που προκαλούσε το αιμοβόρο πάθος.

Κάθε ειλικρινής και γνήσιος φιλότεχνος ξέρει τον τρόπο που θα δολοφονήσει τον καλλιτέχνη, ξέρει πως το κύκνειο άσμα του είναι αποτέλεσμα της βαμπιρικής του φύσης.

Πλούσιοι μαικήνες, αντεροβγάλτες των καλλιτεχνών με τα χρυσά τους νομίσματα ακολουθούν το γιατρό Μπονομέ στο βάλτο με τους αθώους καλλιτέχνες.

Εκεί όπου λίγο λίγο η αγωνία του θανάσιμου κινδύνου ζευγαρώνει με τα παθητικά αποκυήματα της φαντασίας.

Εκεί όπου ο πλούτος και η δύναμη στραγγαλίζουν το λευκό κύκνο για να ακούσουν το επιθανάτιο αριστούργημα.

Και τώρα στα εκτροφεία καλλιτεχνών και στα εκτροφεία λευκών κύκνων, στων τεχνών και των γραμμάτων τους λευκούς λαιμούς που άφησαν πίσω τους ηχογραφημένο τον επιθανάτιο ρόγχο τους, το αριστούργημα που σφράγισε ο φόνος.