ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Οκτώβριος, 2016

Le Savon

le-savon

Παρότι οι Γάλλοι υπήρξαν αφηρημένοι στοχαστές κατάφεραν να γεννήσουν έναν ποιητή σαν τον Ponge, που έγραψε ένα επικό ποίημα για το Σαπούνι.

Ανάμεσα στα γεμάτα επιτήδευση και κομπασμό ποιηματάκια για τον άνθρωπο και το μεγαλείο του ο Ponge δίνει τη φωνή του στα πράγματα.

Το ίδιο το ποίημα είναι πράγμα όπως τα μάρμαρα ενός αγάλματος είναι στοιχειωμένα απ’ τη ζωή. Επιστρέφει στα πράγματα χωρίς να τα ενοχλήσει, με μιαν αγάπη τέλεια προσαρμοσμένη στις λεπτομέρειές τους.

Οι εραστές των πραγμάτων προτιμούν τον υπαινιγμό. Αφήνουν τα πράγματα να διακοσμούν τις φαντασιώσεις μας κάνοντάς μας να γίνουμε ένα μ’ αυτά.

Ο Καρυωτάκης μιλά για τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων χωρίς να αποβλέπει στην περιγραφή τους. Μέθοδός του η αγάπη και η αδιακρισία να αγαπάς άνευ όρων.

Να κάνεις ένα φύλλο ή ένα κλαδί είδωλό σου, γιατί εμπεριέχεσαι σ’ αυτό και να εκφράζεις για λογαριασμό του την βαθύτερη συνείδηση του κόσμου. Να μην παρατηρείς το βότσαλο αλλά να εγκαθίστασαι μέσα στην καρδιά του βλέποντας τον κόσμο με τα δικά του μάτια.

Ο Ponge δανείζει τα εκφραστικά του μέσα σ’ όλες τις παγιδευμένες φωνές που γεννιούνται γύρω του απ’ τη δημιουργική σήψη και την αιωνίως γενεσιουργό ανακύκλωση των πραγμάτων απ’ το χώμα, τον αέρα και το νερό.

Επιστρέφει στην απλοϊκή θέση που τόσο συμπαθούν όλοι οι ριζοσπάστες φιλόσοφοι από τον Ντεκάρτ ως τον Μπερξόν και τον Χούσερλ: «Ας προσποιηθούμε ότι δεν ξέρουμε τίποτε».

Άντε γαμήσου Πέτρο Κωστόπουλε

kost

Ο Σοφοκλής ξεστομίζει το «έρως ανίκατε μάχαν», μα ο ακροατής ακούει την Αντιγόνη να προκαλεί το θάνατο που τής πήρε τους στρατιώτες αδερφούς της, αλλά είναι ο Σοφοκλής αυτός που μιλάει σαν γυναίκα, υπογραμμίζοντας πως οι λέξεις δεν είναι ποτέ με τη μεριά της ρομφαίας.

Σήμερα που ο ερωτισμός εκφωνείται στο τηλεοπτικό λιανεμπόριο απ’ τα χείλη του νταβατζή, τα ποιήματα βρέθηκαν εξόριστα στα δίκτυα και στα απούλητα βιβλία.

Το σεξ έγινε μια υστερική ανάγκη μέσα στο λοιμοκαθαρτήριο των εικόνων που επιβάλουν οι αίγαγροι των αγορών και οι σωματέμποροι του θεάματος.

Ο Εμπειρίκος είναι εξόριστος σε καλοραμμένα βιβλιαράκια που προορίζονται για προχωρημένους αστούς που ακούνε Τέλεμαν και πίνουν τσάι κοιτάζοντας τη θάλασσα, μα ο Πέτρος Κωστόπουλος προορίζεται για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση της πλέμπας.

Ανήκει σ’ αυτούς που εισήγαγαν το σεξουαλικό σκουλήκι στο μήλο του δικού τους μονοπωλιακού συστήματος, ανάγοντας το κουτσομπολιό σε είδηση και το νταβατζηλίκι σε επιστήμη.

Το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα δεν θέλει τους ποιητές που είναι και ταραξίες. Δεν θέλει οι άνθρωποι να μάθουν να αγαπούν τα σώματά τους αλλά να πουλάνε το κρέας τους και να σκέφτονται σαν γρασαρισμένα έμβολα.

Θέλει τον παπά και το συσσίτιο χέρι χέρι με το Θέμο Αναστασιάδη και τη Χρυσή Αυγή, τον ηθικολόγο Στέλιο Ράμφο να μεμψιμοιρεί λέγοντας μεγαλόστομες φανφάρες.

Θέλει τους λεγόμενους πολιτικούς, δηλαδή το υπηρετικό προσωπικό της άρχουσας τάξης να μαλακίζεται με εξαπτέρυγα και σημαίες.

Θέλει τον πρωθυπουργό να τρομπάρει μπροστά στον ένδοξο ελληνικό στρατό που συντηρεί ο εξαθλιωμένος φτωχός με το αίμα του.

Θέλει διασημότητες και αριστεία, θέλει την πλαστογραφημένη ιστορία του Βερέμη και του Παπαχελά, θέλει νεοφιλελευθερισμό και ορθόδοξους μουλάδες.

Μα οι λέξεις δεν είναι ποτέ με τη μεριά της ρομφαίας. Οι λέξεις είναι με τη μεριά των ποιημάτων που φωτίζουν την καταγωγή μας. Με τη μεριά των ποιημάτων που διαταράσσουν συνειδήσεις και αναποδογυρίζουν το σώμα για να το γνωρίσουν καλύτερα. Οι λέξεις ουρλιάζουν. Άντε γαμήσου Πέτρο Κωστόπουλε.

Heil Hitler! ή Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα Της Γερμανικής Χέστρας

xail

Κοιτάζω έξω απ’ το παραθυράκι της τουαλέτας. Βρίσκομαι στο οικουμενικό Βερολίνο, εκεί όπου τα αποχωρητήρια έχουν την αίγλη της πολιτικής ορθότητας που επιβάλει η υγιεινή και η υποχονδρία.

Γριές κυρίες με ροδαλά μάγουλα, κοπέλες που βγήκαν στην αγορά με τα δερμάτινα μποτάκια τους, ώριμες με βαριά τυρολέζικα καπέλα και πρακτικά μπεζ παπούτσια με χρωματιστά κορδόνια. Κοιτάζω τα λευκά τους πόδια και τον ωραίο πλαδαρό τους πισινό.

Έξω απ’ τις πόρτες των καμπινέδων βλέπω μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα που, σαν ψυχορράγημα, λίγο πριν την εισβολή στην δημόσια καταβόθρα των περιττωμάτων, γράφει «Sei gut zu deinem Magen», «Να είσαι καλός με το στομάχι σου».

Μέσα στο φινιρισμένο με γερμανικό ιδεαλισμό αποχωρητήριο, οι Γερμανοί σκέφτονται πάλι το στομάχι τους. Φαίνεται η αγωνία και η υπομονή τους για μια απατηλή καθαριότητα.

Απατηλή γιατί στην πραγματικότητα οι Γερμανοί δεν είναι καθόλου καθαροί. Μοστράρουν την καθαριότητα ως μέρος ενός πονηρά μελετημένου σχεδίου για να εκφοβίσουν τους ξένους με την επιθετική υγιεινή της Γερμανίας. Η εξωτερική πολιτική των Γερμανών περνάει μέσα απ’ τη χέστρα τους.

Υπάρχει μια μικρή πλατφόρμα από κεραμικό υλικό όπου μπορεί κανείς να εναποθέσει τα σκατούλια του, ώστε να μπορεί να τα δει και να τα καμαρώσει πριν αυτά διαβούν το Ρουβίκωνα και πριν εξαφανιστούν για πάντα σε μια δίνη δροσερού νερού των Άλπεων.

Αυτό σημαίνει πως αναδίδουν απροσμέτρητη μπόχα και απροσμέτρητο θαυμασμό. Θαυμάζει κανείς την ευγενή προσήλωση στην κουράδα αφού είναι εντολή γιατρού η παρακολούθηση των κοπράνων.

Η καλή υγεία απαιτεί συμπαγές ανοιχτόχρωμο σκατό και οι Γερμανοί αυτό το ξέρουν καλά.

Οι γερμανικοί καμπινέδες ακολουθούν τον κονστρουκτιβισμό της κοινωνικής ταξικής πυραμίδας. Πάνε σύμφωνα με τη θέση στο αεροπλάνο, στο τρένο αλά και στην κατηγορία του ξενοδοχείου.

Στην τουριστική θέση το χαρτί τουαλέτας είναι σκούρο και τραχύ. Μετά γίνεται άσπρο και σχεδόν κανονικού πάχους. Όσοι αγοράζουν κωλόχαρτο από γερμανικό σούπερ μάρκετ μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά στον κώλο τους.

Το κωλόχαρτο των φτωχών είναι κάτι σαν αραχνοΰφαντο γυαλόχαρτο, νομίζεις πως σκουπίζεσαι με χαρτοπόλεμο πασπαλισμένο με ρινίσματα σιδήρου. Το κωλόχαρτο των πλουσίων είναι ροζ και παχύ ή ελαφρύ μωβ και ονομάζεται special Krepp.

Οι γερμανικές χέστρες διαθέτουν μια παγκόσμια πατέντα. Το λεγόμενο παλκοσένικο, πάνω στο οποίο πέφτουν τα σκατά και στέκονται για να τα θαυμάσεις ή να τα περιεργαστείς. (Αχ πόσο λυπάμαι τους μικροβιολόγους! Έχω διαπιστώσει ιδίοις όμμασι αυτή την κουραδοσπορά σε γραφείο ιατρού. Βεβαίως όλα τα πρωκτικά κτερίσματα ήτο τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτα και λαδόκολλες ωσάν περιποιημένα κοντοσούφλια.)

Τα γερμανικά αφοδευτήρια διαθέτουν μια κοσμική μεγαλοπρέπεια. Τα γερμανικά αφοδευτήρια, φρονώ, πως είναι υπεύθυνα για όλες τις φρικαλεότητες του Γ’ Ράιχ, αφού άνθρωποι που καταφέρνουν να κατασκευάσουν σκατώνες αυτού του μεγαλοπρεπούς είδους είναι ικανοί για όλα.

Η έλλειψη ζωτικού χώρου της Γερμανίας και οι σύνθετες ανάγκες του παγκόσμιου καπιταλισμού οδήγησαν στη σφαγή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Ο γερμανικός φονταμενταλισμός άρχισε να πετά ανθρώπους στους σκατόλακκους.

Απαίτησε απ’ την ανθρωπότητα με τον πιο κτηνώδη τρόπο την ομοιομορφία. Το παλκοσένικο με τα σκατά. Τις χέστρες που η Μητέρα Γερμανία ήθελε να καρφώσει στους κώλους των λαών. Τις χέστρες όπου στρογγυλοκάθονται οι διαπραγματευτές της κακής μας τύχης αφήνοντας την κουράδα τους να γλιστρήσει στον οισοφάγο των φοβισμένων και βολεμένων λαών.

Love story

erotica-erotic-fr-009

Στην Αρχαία Ελλάδα ο θάνατος είναι κοίλος και σκοτεινός, όπως το αιδοίο που οδηγεί κατευθείαν στον Άδη. Η θεά του έρωτα Αφροδίτη παρουσιάζεται απροσπέλαστη, παρότι αποτριχωμένη.

Η αποτρίχωση παρόλη την λαμπρότατη διαφάνειά της και τον ιλαρό ερωτισμό της, απ’ την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, διατηρεί το γκροτέσκο και φιλήδονο θεατρινισμό της.

Η γυναίκα ξυρίζει το μουνί της για να το προσφέρει στον εραστή. Η ιεροτελεστία της αποτρίχωσης συνάδει με το αποκορύφωμα της κατακτητικής ωμότητας της ηδονής.

Η αποψίλωση του ερωτικού οργάνου είναι μια πράξη ιερή και παρά την βαρβαρότητα του βίαιου ξεριζώματος είναι μια πράξη καλλιτεχνική.

Κάθε αρτίστικη γυναικεία φύση ξέρει πως τα λεγόμενα γεννητικά όργανα δεν είναι γεννητικά αλλά ερωτικά. Και ξέρει πως το αλλόκοτο πνεύμα του ερωτισμού απαιτεί μια πληθωρική επινοητικότητα για να κατακτήσει την ελευθερία και τα τρυφερά φιλιά, τα ζεστά υγρά και το βαθύ άγγιγμα.

Με το καθρεφτάκι ανακαλύπτει η γυναίκα την ομορφιά, όπως οι πρώτοι αστρονόμοι εξερευνητές του διαστήματος με τα πρωτόγονα τηλεσκόπιά τους.

Η γυναίκα που ανακαλύπτει το μουνί της είναι μια ευτυχισμένη γυναίκα. Βρίσκει ανάμεσα στις πολλαπλές πτυχές τη δική της πατρίδα. Το σπουδαίο έθνος της κλειτορίδος, αυτή τη ζωοφόρο πηγή της ηδονής που θέλει τον ερωτικό σύντροφο και τη γλώσσα του, που θέλει τη ρευστή άβυσσο της μήτρας αφημένη στα χείλη του πιο διακριτικού ποιητή.

Ανάμεσα στην ταραχή απ’ τα ζοφερά κόκκινα των σπλάχνων και τις χίλιες και μια λέξεις που θα προφέρει ο αποσυνάγωγος φαλλός.

Ανάμεσα απ’ τα μαλακά κοιλώματα και τα λακκάκια, ανάμεσα απ’ τις λιπαρές καμπύλες της σάρκας που αναβρύζουν, ανάμεσα απ’ τα νευρώδη μέλη και τα στρογγυλά στομάχια που πάλλονται.

Στόματα, δόντια, πόδια, χέρια, γόνατα, ματιές, ολόκληρη η γυμνή επιδερμίδα που καταλήγει στα σαρκώδη μουνόχειλα, οδηγώντας τον ελαφρύ και κυνικό κόσμο ως το αυλάκι που είναι γεμάτο αίμα.

Amanita verna

amanita

(απόσπασμα)

Εγκλωβισμένη μέσα στο βασανιστικό παρόν της ορθοστασίας. Εγκλωβισμένη μέσα στις γκρινιάρες αυτοκρατορίες του μπαμπά, του συζύγου, του αφεντικού.

Είναι όμορφη σαν λουλούδι που σπαρταρά από χαρά μα οι ρίζες της είναι από πόνο.

Γύρω της τα τυριά βρωμοκοπούν. Πάνω στα ράφια, στο βάθος του μαγαζιού είναι τοποθετημένες τεράστιες πλάκες βούτυρο. Τα βούτυρα ξεχειλίζουν μέσα στα παρτέρια. Είναι καλυμμένα με τουλπάνι και μοιάζουν σαν προπλάσματα κοιλιών, που πάνω τους ένας γλύπτης έχει πετάξει βρεγμένα λευκά πανιά.

Είμαι αυτός που την κοιτά. Είμαι ο άνθρωπος που την παρακολουθεί. Είμαι ο ποιητής της. Ο ποιητής είναι ένας κατάσκοπος. Είναι ο κατάσκοπος του καθενός. Δουλεύει για τον καθένα και αναφέρει στον καθένα. Ο Keats διακήρυττε πως ήταν ο κατάσκοπος του θεού. Από τότε που άρχισα να πιστεύω στον άνθρωπο άρχισα να τον κατασκοπεύω.

Έγινα κατάσκοπος του ανθρώπινου είδους. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο τυροκομείο. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο κορμί της.

Βρίσκομαι στις φλέβες της. Αδέξιος και φοβισμένος. Σκαρφαλώνω στο μυαλό της. Βλέπω ότι βλέπει. Ακούω ότι ακούει. Νιώθω ότι νιώθει. Όταν καυλώνει, καυλώνω. Όταν κατουράει, κατουράω. Όταν κλαίει, κλαίω.

Τώρα τακτοποιεί τα κεφαλοτύρια, τεμαχισμένα και χαραγμένα με φαρδιά μαχαίρια, όπως οι βράχοι με τη σκαπάνη γεμάτοι με μικρές κοιλάδες και ρωγμές.

Tακτοποιεί τα ροκφόρ, κάτω από κρυστάλλινα σκεπάσματα και φαίνεται σαν να παίρνουν όψεις πριγκιπικές, πρόσωπα μαρμαρωμένα και παχουλά, αυλακωμένα με μπλε και κίτρινες φλέβες, σαν προσβεβλημένα απ’ την αρρώστια της ντροπής των πλουσίων ανθρώπων που παραέφαγαν μανιτάρια ενώ, σε μια πιατέλα στο πλάι φαίνονται τα κατσικίσια τυριά, μικρά σαν τη γροθιά ενός παιδιού, σκληρά και γκριζωπά, θυμίζουν βότσαλα και πετραδάκια σαν αυτά που κυλούν οι τράγοι στις γωνιές των μονοπατιών.

Ζω τη ζωή της στο τυροκομείο. Ζω την ορθοστασία της και τη βαρελίσια μπόχα. Ζω το ζεστό απόγευμα που μαλακώνουν τα τυριά. Βλέπω τους μύκητες στις κρούστες να λιώνουν και να βερνικώνονται με πλούσιους τόνους κόκκινου χαλκού και οξειδίου, όμοιες με κακοφορμισμένες πληγές.

Μια δυσωδία υγρού κελαριού που σου αφήνει στο λαρύγγι κάτι σαν ατμό από θειάφι.

Είμαι πάντα εδώ μαζί της. Κατάσκοπος και ποιητής. Ποιητής και κατάσκοπος. Η κατασκοπεία είναι ποίηση. Ένα θαυμάσιο πράγμα. Μονάχα όσοι κατασκοπεύουν δεν πλήττουν.

Τρυπώνουν μέσα σ’ αυτή την εργατική φόρμα της κοπέλας του τυροκομείου. Ψηλαφίζουν όπως εγώ, το χάος της. Χαϊδεύουν τα βυζιά της όπως τα χαϊδεύει αυτή. Μαλακίζονται όπως μαλακίζεται αυτή, με το δάχτυλο, αυτό το μαγικό ραβδί.

Όλα επικοινωνούν με τη σάρκα. Όλα ξεχτίζονται και ξαναχτίζονται. Πεταλούδες και μύγες και έντομα. Το αρπαχτικό αφεντικό. Ο αρπαχτικός άντρας. Ο αρπαχτικός ποιητής, εγώ. Ο κατάσκοπος. Εγώ, που την υπνωτίζω μες στην κοιλιά του εικονογραφημένου πολέμου, που τη γιατρεύω απ’ την ορθοστασία της, που στραγγαλίζω με τα χέρια της το αφεντικό της, που σπάω με τα χέρια της το κεφάλι του συζύγου της.

Εγώ που της προσφέρω ένα δείπνο απ’ το φάγωμα των νεκρών. Τις τρελές γλώσσες των ποιητών. Των κατασκόπων. Τα πλούσια δαιμονικά εδέσματα και τις αμέτρητες μικρές εκτυφλωτικές φλόγες των επαναστατών. Τα σπλάχνα των πουλιών και των ζώων.

Την τρομερή τίγρη του Μπλέικ. Τη χελώνα του Σαίξπηρ, την ακρίδα και το γρύλλο του Κητς, το σκουλήκι του Πόου, την αράχνη του Ουίτμαν, τους ασφόδελους του Ουόρντσουορθ και τον ιπποπόταμο του Έλιοτ.

Pleurotus ostreatus

eytixid

(απόσπασμα)

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης πήγαν από πνιγμό, από ηλεκτρική καρέκλα, από καρκίνο, από γηρατειά, ο θάνατος ήταν μια έκπληξη μια ανακατωσούρα, ο Ευτυχίδης ήταν νεκροφάγος και ο Δυστυχίδης ήταν νεκροφάγος.

Ο Ευτυχίδης ήταν ευτυχής μες στη δυστυχία του και ο Δυστυχίδης ήταν δυστυχισμένος μες στην ευτυχία του. Και ήταν η ζωή που έχωσε ένα κουτάλι στο στόμα τους. Ένα μαχαίρι, ένα πιάτο, ένα νοικοκυριό.

Ήταν η ζωή μια γελαστή αρρώστια για τον Ευτυχίδη και μιαν άρρωστη γελοιότητα για τον Δυστυχίδη. Ο ένας άκουγε δοξαστικούς ψαλμούς μέσα στην πικρή καταραμένη νύχτα και ο άλλος κυλούσε σαν μοναχικός τροχός κάτω από λαμπρά φορέματα.

Ο ένας ήταν η νίκη της ζωής και ο άλλος πονούσε βαθειά μέχρι το κόκκαλο και τις πατούσες. Μέχρι την άκρη του πούτσου του. Πονούσε μέχρι το στομάχι και τον κώλο.

Ο Δυστυχίδης κληρονόμησε την ευτυχία του, όπως και ο Ευτυχίδης κληρονόμησε την δυστυχία του. Μα ο θάνατος είναι αισιόδοξος και τούτο τους βοηθούσε να προχωρούν εμπρός. Να ταΐζουν με τα χέρια τους ο Ευτυχίδης την ευτυχία του Δυστυχίδη και ο Δυστυχίδης την δυστυχία του Ευτυχίδη.

Η δυστυχία του ενός και η ευτυχία του άλλου συνεργάζονται πυρετωδώς. Μαζί ζευγάρωσαν χτίζοντας τους κίονες μπροστά στους νεκροθαλάμους των Φαραώ, τα βαβυλωνιακά τόξα πύλης, τα τζαμιά του Ισλάμ, τους ναούς των Ινδιών, τις πυραμίδες των Ίνκας, τα ανάκτορα από τις Χίλιες και μια Νύχτες, τις αλγερινές ακροπόλεις, τα προϊστορικά βάζα και τις υδρίες, τα προκατακλυσμιαία σαλιγκάρια και τα εξωτικά ζώα, τα τροπικά φυτά και τα μαντζούνια, τους ειδωλολατρικούς θεούς και τους ομίλους προφητών και ευαγγελιστών, τους προσκυνητές στον Πανάγιο Τάφο, τους λαβύρινθους και τις κατακόμβες.

Η ευτυχία και η δυστυχία παίζουν το φλάουτο που γιορτάζει τη βεβήλωση της δημιουργίας. Τρομερές σκούπες αγάπης και μίσους. Τρομερές γαλιάντρες πάνω απ’ το μακρύ νεκρό σώμα του Τίποτε.

Φωλιάζουν στα σπυριασμένα κορμιά των δαιμόνων. Αλωνίζουν μέσα στις μήτρες. Επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εδώ ως Εύα με τον όφι του παραδείσου, εκεί ως βασίλισσα του κόσμου, εδώ ως κυρίαρχος των σπηλαίων, εκεί ως άγγελος του πύργου, εδώ ως Αφροδίτη, εκεί ως Σφίγγα με φτερά, εδώ ως παρθένος Μαρία, εκεί ως αρχέτυπο ιέρειας ναού.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν. Γύρω η κίνηση της καθημερινής ζωής. Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης ζουν για τον εαυτό τους, ο καθένας στην απομόνωσή του, ο ένας συντηρώντας αυτό που έχει ο άλλος, περιμένοντας να τους ξεμπροστιάσει η κρύα σκοτεινιά.

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, σα να ζητούν να χαιρετήσουν τον αρχιμάστορα ή να υποδεχτούν τα χάδια του.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν.

Amanita phalloides

hannah

(απόσπασμα)

Έφτασα στην αίθουσα των Φωτογραφίσεων. Φόρεσα ένα φράκο. Μου ταίριαζε. Υπήρχαν εκεί στρατιωτικές στολές, αθλητικά ρούχα, χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά, ρόμπες σπιτιού και μπάνιου, πουκάμισα με κοκοφοίνικες, φράκα, ρούχα περιπάτου, μα εγώ διάλεξα ένα φράκο. Μου ταίριαζε.

Στη μέση της αίθουσας υπήρχε μια φωτογραφική μηχανή. Πήγα να φωτογραφίσω. Τι πράγμα; Το πράμα. Ένα ωραίο ζουμερό πράμα. Ένα πράμα που δεν είναι πράγμα, αλλά κάποιοι νομίζουν πως είναι πράγμα.

Εκείνο που είδα αμέσως σαν αντικείμενο φωτογράφησης ήταν μια φωτογραφία που έδειχνε ένα μουνί. Μια απ’ τις πολλές που κρεμόταν στους τοίχους. Όμως, σαν πρόσεξα το υγρό φιλμ, είδα κάτι που δεν είχα φωτογραφίσει. Είδα το ίδιο το μουνί κι όχι τη φωτογραφία της φωτογραφίας του στον τοίχο. Μου φάνηκε ζωντανό. Μου φάνηκε σα να με φίμωνε και σα να μ’ έδενε.

Πήρα κι άλλη φωτογραφία. Πάλι το μουνί στο φιλμ. Αυτή τη φορά φάνηκε να απαιτεί να φιμωθώ και να δεθώ μόνος μου. Έκανα και τρίτη λήψη. Πάντα ξεφύτρωνε το μουνί στη φωτογραφία.

Έτρεξα έξω από την Αίθουσα Φωτογραφήσεων. Φοβόμουν. Έτρεμα. Πνίγηκα στον ιδρώτα. Ίδρωσα τόσο πολύ, όσο ποτέ άλλοτε. Παραμιλούσα, χωρίς να το θέλω. Προσπάθησα να σταματήσω, αλλά δεν τα κατάφερα. Παραμιλούσα συνεχώς. Έλεγα την ίδια λέξη. Ύστερα δεν ήξερα τι είδους λέξη ήταν. Σαν να ήταν η λέξη «μουνί» που έλεγα. Αυτή τη λέξη κι έπειτα μιαν άλλη.

Καθώς ήμουν στο κατώφλι για την επόμενη αίθουσα που βρισκόταν παραπλεύρως της Αίθουσας Φωτογραφίσεων άκουσα ξαφνικά φωνές. Ήσαν αντρικές. Φώναζαν. Κάτι έλεγαν. Μου φάνηκε πως φώναζαν εμένα. Αλλά δεν καταλάβαινα καλά. Με καλούσαν. Με φώναζαν. Έπαιζαν χαρτιά. Τώρα μπορούσα να τους δω. Καθένας τους ήταν ένα μουνί. Όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους. Μου έμοιαζαν. Έμοιαζα με όλους τους. Ήμουν ένα μουνί σαν κι αυτούς.

Με καλούσαν ξανά και ξανά.
-Έλα, έλα.
-Λοιπόν, τι κάνω; ρώτησα.
-Να παίξεις μαζί μας, απάντησαν.
-Ποιοι είστε; ρώτησα.
-Εγώ, είπε ο πρώτος, είμαι το μουνί.
-Και ποιος είναι ο δεύτερος; ρώτησα.
-Το μουνί, επίσης, απάντησαν.
-Κι ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος;
-Όλοι είμαστε μουνιά.
-Και τότε εγώ ποιος είμαι;
-Κι εσύ είσαι ένα μουνί, μου απάντησαν.
Κάθισα δίπλα τους. Ένα παιχνίδι τέλειωσε.
-Εμπρός, είπαν. Είσαι μέσα.

Ανακάτεψα τα χαρτιά και μοίρασα. Παίξαμε.

-Είμαι το μουνί για τη Δικαιοσύνη, είπε ο ένας τους.
-Είμαι το μουνί για την Εκπαίδευση, είπε ο δεύτερος.
-Είμαι το μουνί για τη Βιομηχανία και το Εμπόριο, είπε ο τρίτος.
-Είμαι το μουνί για τα Πολιτικά, είπε ο τέταρτος.
-Είμαι το μουνί για την Άμυνα και την Πολεμική, είπε ο πέμπτος.
-Είμαι το μουνί για τα Εκκλησιαστικά, είπε ο έκτος.
-Και τότε τι είμαι εγώ; ρώτησα.
-Είσαι το μουνί για την Αστυνόμευση, μου απάντησαν.
-Εντάξει, φώναξα. Που είναι το τηλέφωνό μου;
-Μπροστά σου, απάντησαν.
Ναι, εκεί ήταν. Σήκωσα το ακουστικό και πήρα το νούμερο.
-Εμπρός, είπε κάποιος στην άλλη άκρη της γραμμής.
-Το μουνί, είπα, βρίσκεται στο ακραίο και βαθύτερο δωμάτιο, στις κατακόμβες. Μετά την Αίθουσα Φωτογραφήσεων. Τρέξτε γρήγορα, αλλιώς θα πεθάνει. Περιμένετε, θα σας δείξω το δρόμο. Έρχομαι….

Το Παπάκι Πάει Στην Ποταμιά ή Μπάφος απ’ τα Lidl

ermir

Το δικαίωμα στην επιλογή μάς έκανε όλους μύγες μέσα στη λευκή αγκαλιά της μεγάλης γυαλιστερής κοινοβουλευτικής χέστρας. Ότι κι αν επιλέξουμε στο τέλος θα επιλέξουμε αυτό που έχουν επιλέξει άλλοι για μας. Μια μεγαλοπρεπέστατη κουράδα.

Παρασυρμένοι φτωχοδιάβολοι εμείς, απ’ το φιλήδονο γούστο της αστικής τάξης, βυθιζόμαστε πιότερο νεκροί παρά ζωντανοί σε επικά καραγκιοζιλίκια.

Ο τρίτος δρόμος που άνοιξε το μπασόκ με την μπουλντόζα του λαϊκισμού έφερε στην εξωτική μας χώρα τον υπέροχο κοινωνικό αυτοματισμό, τουτέστιν την ανθρωποφαγία με κοινωνικό πρόσημο, που λένε και οι κωλοπετσωμένοι διανοητές της τηλεοράσεως, αλλά και οι τρέντι εθνοσωτήρες μας, των οποίων η ένδοξη περδικούλα εμεταλλάχθη σε κιτρινοσκατουλί παπάκι απ’ τα τζάμπο.

Η ανθρωποφαγία περνάει σχεδόν σαν αόρατη κλωστή αίματος μέσα απ’ όλες τις αναδιπλώσεις των ανθρώπινων κοινωνιών και βρίσκεται πάντα εκεί κρυμμένη στα βάθη της σκέψης που αυτή γέννησε.

Ο μάστορας θέλει να δαγκώσει το σβέρκο του μαγαζάτορα κι ο μαγαζάτορας το τσουτσούνι του υπαλλήλου. Ο δικηγόρος θέλει να πηδήξει τη γυναίκα του φαρμακοποιού και ο φούρναρης τον εραστή του μπακάλη. Και η καψερή η Σούλα με το περίπτερο που πλέον το ονομάζει καπνοπωλείον μεθοδεύει ένα γερό χέσιμο στο ασανσέρ του κυρίου Μάκη του εισοδηματία.

Αλληλοσφαξίματα και πόλεμοι, φαινόμενα της ανθρωποφαγίας της παρακμής. Μιας παρακμής μετουσιωμένης και εκπολιτισμένης που της έχει αφαιρεθεί η ολοκλήρωση, το κεντρί.

Και βεβαίως τι μπορούμε να κάνουμε αφού έτσι έχουν έρθει τα πράγματα κι αφού έτσι τα βρήκαμεν σκατά και απόσκατα!

Μα αν κάποιος εμβριθής ρέκτης της ανθρωπολογίας ή κάποιος άοκνος μελετητής της ανθρώπινης ανάγκης τοποθετήσει το ερευνητικό στηθοσκόπιό του κάτω απ’ τη φουστίτσα της ιστορίας θα διαπιστώσει πως πίσω απ’ την εξέλιξη του ανθρώπου από πιθηκάνθρωπο σε Κρομανιόν σε Νεάντερταλ και σε Homo Sapiens βρίσκεται η κρυφή ρίζα της ανθρωποφαγίας.

Στην ανθρωποφαγία χρωστάμε τους αρχαίους πολιτισμούς, την Ποίηση, την Τέχνη, τα Μαθηματικά, την Έκσταση και το Μυστικισμό, το Δίκαιον, τον Ανθρωπισμό, τη Βιομηχανική Επανάσταση, τον Τουρισμό, τον Πυρηνικό Πόλεμο, τις διαφημίσεις, την Ψυχιατρική, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τους Οργανικούς Διανοούμενους, την Ανόργανη Γυμναστική, το Στέλιο Ράμφο, τη Σώτη Τριανταφύλλου, το Τζόκινγκ, τα σκυλάκια λουλού.

Στην ανθρωποφαγία χρωστάμε επίσης τη ζωή μας και την ύπαρξή μας. Τι κουμουνισμοί και μαλακίες σύντροφοι!

Μυαλά, καρδιές, συκωταριές, φιλέτα. Η ανθρωποφαγία είναι υγεία. Η ανθρωποφαγία είναι πρόοδος. Η ανθρωποφαγία είναι αριστεία.

Αρχίστε το μενού με πρόσφυγες γαρνιρισμένους με πουρέ σπαραγγιών κοντές, συνεχίστε με δημοσίους υπαλλήλους κονσομέ αλά Ντελινιάκ, συνεχίστε με κρεπινέτ από Πακιστανούς συνοδεία τρούφας και νιόκι, τελειώστε με φιλέτο γλώσσας Νιγηριανού με σος ραβιγκότ. Καλή σας όρεξη.

Ζοζέφ

zozef

Η γνησιότητα των σκανδάλων που παράγουμε εξαρτάται ευθέως και απόλυτα απ’ την αμέλεια που δείχνουμε απέναντι στους κινδύνους που προκαλούμε.

Εκεί στα έγκατα της γης των ιδεών και των πόθων, μέσα στα μυστήρια της υποχθόνιας και ερημικής ζωής, συναθροίζονται τα όντα που γιορτάζουν την ελευθεριότητά τους.

Τα όντα που βλέπουν όνειρα γνωρίζοντας, πως, τα όνειρα είναι μια λειτουργία του μυαλού όταν αυτό επιστρέφει στα ένστικτα, απελευθερώνοντάς τα απ’ τις επιρροές της αφυπνιζόμενης ηθικής.

Τα όνειρα που θα γίνουν τριγμοί μέσα στην πραγματικότητα και θα γίνουν επανάσταση και αλλαγή στην τέχνη και τη ζωή.

Οι λοξοί αλλάζουν την ιστορία βαδίζοντας πάνω σε δύσκολους δρόμους, τραγικούς και εσωτερικούς, αντινατουραλιστικούς και ρυθμικούς που ξυπνούν την νυσταλέα ποιητική κατεστημένη νιρβάνα.

Δουλεύουμε για το μεροκάματο. Η ποίηση είναι κι αυτή μεροκάματο. Είναι το μεροκάματο των λοξών που φέρνουν το καινούργιο. Τους ονειροκρίτες απ’ το ασθματικό λαχάνιασμα του πνεύματος και της τρέλας.

Τις νέες ιδέες μέσα στα μπαλώματα ενός κόσμου που αποθεώνει την παρακμή του. Τα νέα σκάνδαλα που οδηγούν στην αγάπη για τη ζωή και την αιώνια νιότη της ερωτικής ουσίας.

Λοξοί θαυματοποιοί, αδιόρθωτα χαλασμένοι, έξω απ’ τα κυκλώματα και τις στημένες πόζες. Με τους χυμούς της Ζοζέφ στα δάχτυλα και στο στόμα. Της Ζοζέφ, που, πότε γίνεται ζόφος και πότε Ιωσηφίνα, πότε διανόηση και πότε υπόνομος, πότε τάφος και πότε μπάφος, σοδομώντας τα μυαλουδάκια όλων μας.

Επιτύμβιο Αριστοτέλη Ωνάση

arisonasis

Εδώ κείτομαι, ο Μέγας Εγώ.
Εγώ, ο διαρρήκτης παρθενικών υμένων
λιμένων και χειμαδιών.
Εγώ ο Μαγγελάνος.
Εγώ ο Πορθητής Μωάμεθ.
Εγώ ο Ίκαρος και ο Δαίδαλος.
Εγώ ο Πόλεμος.
Εγώ, που γάμησα την Τζάκι πάνω στον τάφο του Κένεντι
και κατούρησα στο λαρύγγι της Κάλλας.

Οριζοντίως και Καθέτως

oriz

Σπανίως λύνεις τα σταυρόλεξα με μπικ
μα πάντα κατουρείς σε ουροσυλέκτες Βοημίας
πάντα τα στήθη σου χαμογελούν καθώς
πλάθουν τις στύσεις στρατηγών και νεωκόρων
εις τα αιδοία των μαχών πεσόντες
μες στα κρανία που ανθίζουν αγκαθάκια της Ανοίξεως
αθλήτριες απ’ το Κονγκό γυμνές
που προσγειώνονται στο σβέρκο των ευζώνων

Σπανίως λύνεις τα σταυρόλεξα με μπικ
οριζοντίως και καθέτως
με συμπληρώνεις στα κουτάκια του κορμιού σου
με τι γλώσσα

οριζοντίως και καθέτως ω! ποίηση
με λέξεις μαλακίζεις το ταφοφοβικό μου Εγώ

Σεξορκισμός

sexorkism

Σεξορκίζω σεξ αγγελικόν της Αγγελικής
της εκ Βουργουνδίας αλλά και της εκ Περγάμου
της εκ Νεοχωρίου αλλά και της εκ Βάλτου Ξηρομέρου
σεξορκίζω άνω κάτω χείλος βέβηλης παιδούλας
που εποίησεν ασπασμούς και γλυκασμούς
μετά συμαθητρίας
όπισθεν ιερού ναού Οσίου Ποταπίου
σεξαφανίζω δισάκι των μοιχαλίδων
γεμάτο πόθους και λωτούς
και οφθαλμούς Αγίων της αναρχίας του σεξ
εν τω μέσω νωπού μεσημεριού
σεξαναγκάζω κόρη των Μυρμιδόνων
να γδυθείς εις το ξέφραγο αμπέλι των ονείρων μου
σεξυπνώ να νιώσεις τι εστί φαλοκρατία
και τι εστί ορυμαγδός και τι εστί γιουρούσι
σεξαπατώ μαμά εν πλω κι εν μέσω καταιγίδας
σεξορκίζω Λίτσα και Λούλα και Λιλή
Αγία Τριάδα καμωμένη από Λάμδα
όλο αυτοφυή χνουδάκια
εις τον ισθμό των ανοιχτών σκελιών σας
σεξαφνιάζω ποιητή ουρανού και γης
που σε λένε Πούτσο και Αιγιώργη
που σε λένε Λένιν
που σε λένε Βυρσοδέψη της χαράς
σεξανεμίζω Χιονάτη
και Κοκκινοσκουφίτσα των εμπόρων
σεξαπλώνω Σαρδανάπαλε εσένα
σκηνοθέτη οργασμών και τυροκόμε
σεξοπλίζω εαυτούλη μου με έρεβος αθίγγανης
που διαλαλεί Δευτέρα Παρουσία
που διαλαλεί τέφρα μελαχρινή για ενθύμιο
σεξαπολύω δούλη του φαλού Μαρία Μεσαλίνα
για να δειπνήσεις εραστές απ’ τα χαρέμια
αρσενικές παρθένες
Μύρο και Βύσσον
σεξυπηρετώ Οσία Κλειτορίδα
πανάχραντη εκμαυλίστρια εμού
του εκ γενετής χαντακωμένου

Ύπνος στην παραλία


paralli

Λίγοι μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει ύπνος στην παραλία. Παραλήρημα. Τι σημαίνει να έχω μπρος στα μάτια μου το παράδειγμα γεννήσεων και αιώνιων αναγεννήσεων της φύσης.

Σήμερα είμαι άνθρωπος, αύριο σκουλήκι, μεθαύριο μύγα. Και μετά ξανά άνθρωπος και κοπριά ξανά, εξ’ άλλου δεν είναι ούτε φριχτό ούτε απόλυτο αυτό το μηδέν που με οδηγεί στη θηλιά του, γιατί με κάνει να υπάρχω για πάντα.

Το μηδέν είναι ο πιο σπουδαίος αριθμός γιατί πολτοποιεί εμάς τις μονάδες. Μας αλέθει χωρίς την ιδέα ενός άλλου κόσμου και μας πλάθει ξανά με τα ίδια παράλογα υλικά.

Με τον παράλογο έρωτα του μπαμπά και της μαμάς, με τα γαμήσια, με το τρίψιμο της ψωλής στους βορβοσυραγώδεις μύες, στους άπειρους νευρώνες και στη σάρκα με τα υγρά και τα σάλια, εκεί που καθρεφτίζεται η τρυφερότητα και η εμπιστοσύνη μαζί με τα κάτουρα και τα σκατά, εκεί που η συνεπέστερη σωφροσύνη θριαμβεύει.

Εκεί όπου κάθε θνητή ύπαρξη ξεχνιέται μέσα σε κραυγές και χυσίματα στα μούτρα και στα κωλομέρια και στα βυζιά και στην κοιλιά και στον τρυφερό λαιμό.

Εκεί στο σπλαχνικό σχολείο των ντελικάτων ανταγωνισμών και του πολέμου με άλλα μέσα, όπου μαθαίνω να απαρνιέμαι με χαρά τα σφάλματα στα οποία με παρασύρει η ματαιοδοξία.

Ο ύπνος στην παραλία, πάνω στη ζεστή άμμο, πάνω στους άπειρους λεπτούς κόκκους που ξεπήδησαν απ’ τα έγκατα της γης και τρίφτηκαν απ’ τον αέρα και την αλμύρα, απ’ τον ήλιο και τη βροχή, ο ύπνος αυτός ναρκώνει τις αισθήσεις μου και η πίστη μου μένει χωρίς δύναμη.

Πιστεύω στον ήλιο γιατί τον βλέπω και γιατί μου ζεσταίνει το κορμί, τον εννοώ σαν το ενωτικό κέντρο όλης της εύφλεκτης ύλης της φύσης, οι περιοδικές του δρασκελιές μ’ ευχαριστούν και με καυλώνουν.

Ο ήλιος συντρίβει αυτό το ανήθικο παραστράτημα της ανθρώπινης διάνοιας που διακηρύσσει το Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.

Ο ήλιος στην παραλία είναι μια σοβαρή υπόθεση. Κοιμάμαι στην παραλία. Κι όταν ξυπνώ έχω μιαν υπέρλαμπρη στύση.

Μηχανική των ρευστών

max

Φτιάχνουμε θεούς ως μηχανές εξυπηρέτησης των παθών μας. Τα πάθη μας τροφοδοτούνται απ’ τη σταθερή αντίθεση καρδιάς και λογικής, δηλαδή απ’ τη φύση.

Τα πάθη μας είναι έξω απ’ τη συνείδηση που αποτελεί καρπό παιδείας. Η συνείδηση δεν είναι φυσική αλλά κοινωνική. Η συνείδηση περιβάλει την καρδιά και τη λογική σαν ένα κουκούλι προστασίας απ’ τα ξένα βλέμματα που προσπαθούν να τρυπώσουν μέσα μας.

Αυτή η καταρχήν φυσική οργάνωση που λέγεται άνθρωπος, αυτό το σύμμετρο κουβάρι από ίνες, νεύρα, μύες και ρευστή ύλη μας θυμίζει κάθε φορά πως η ηθική δεν είναι παρά ένα θέμα δονήσεων των νευρικών μας χορδών.

Κανένα σώμα δεν είναι όμοιο με ένα άλλο σώμα. Κάθε χαρακτήρας είναι πρωτότυπος και κάθε σκέψη είναι επίσης ιδιόρρυθμη. Όλοι οι στοχασμοί και οι ποιητικές ομολογίες είναι γεννήματα της διαφορετικότητας.

Κάθε ποίημα απ’ το πιο βλαμμένο και ρυπαρό μέχρι το πιο έξυπνο και επιδραστικό είναι εκπάγλου διαυγείας μα οι αποφάνσεις του βρίσκονται στο έλεος κάποιου πράγματος που δεν έχει ειπωθεί. Κι εδώ φαίνεται πως η δημιουργία είναι φυσικό φαινόμενο.

Η μηχανή που φτιάξαμε,-δηλαδή ο θεός που κατασκευάσαμε για να εξυπηρετήσουμε τα πάθη μας εκμαιεύοντας κάθε φορά πρώτες ύλες για τα βίτσια μας-είναι φύση, καθαρότατη φύση.

Και η σκέψη μας είναι το έργο της κοσμικής τρέλας που πλάστηκε από μιαν ανεξιχνίαστη διαφθορά, την οποία είμαστε ανίκανοι να αντικρύσουμε στα ίσα.

Η σκέψη μας είναι η κοσμική μητέρα, μέσα στη μήτρα της οποίας σχηματίζονται τα όργανα που μας καθιστούν επιρρεπείς ως προς τη μια ή την άλλη φαντασίωση.

Είμαστε η σκέψη μας και είμαστε η μητέρα μας, που, μας συντονίζει με την αχρεία θεϊκή χίμαιρα της Φύσης, προς την οποία είμαστε υποτελείς.

Παρά θιν’ αλός

ilios

Λατρεύουμε τον ήλιο μα κανείς δεν μπορεί να τον κοιτάξει κατάματα. Αυτό που πραγματικά μας τροφοδοτεί με τη ζωογόνο έλξη του μπορεί να μας κάψει τα μάτια ή να μας κολλήσει καρκίνους και μελανώματα.

Μέσα στη μάνα μας ακόμα κατασκευάζονται εκείνα τα όργανα που μας κάνουν ευαίσθητους μέχρι να βγούμε στο φως του ήλιου και να νιώσουμε χαρά και ευχαρίστηση ίδια κι απαράλλακτη με την ενδομήτρια ζεστασιά.

Τον ήλιο τον μυρίζουμε στο δέρμα μας και τον νιώθουμε ως πυροφόρο κομιστή καύλας και ηδονής.

Ο ήλιος μας βάζει να γράφουμε ποιήματα αφού είμαστε οι ιερείς του, αφού τρυπώνει κάτω απ’ τα νύχια μας και τα πέλματά μας, αφού μας χαϊδεύει τα γόνατα και τους γλουτούς.

Καυλοκαλιεργητής, χρυσός και λαμπρός όλο σπέρμα από ζέστη και φως, ένας ήλιος αδιάστατος και πριαπικός υπογραμμίζοντας την ιερή αισχρότητά του που λέγεται ζωή.

Μέσα απ’ τις ενδοπυρηνικές του δεσιές ξεχειλίζει ασυνεχώς η θεϊκή του φύση.

Ο ήλιος γέννησε και την κότα και το αυγό. Ο ήλιος γέννησε εμένα και τη μάνα μου. Ο ήλιος γέννησε τους ειδωλολάτρες, τους σάτυρους, τους παράφρονες, τους εκμαυλιστές, τους μητροπολίτες, τους στρατηγούς, τους χρηματιστές.

Είναι ο θεός που σκορπά τα δημιουργήματά του μέσα στην ευγένεια των γενετήσιων ορμών τους. Κι είναι ο θεός που δείχνει στα κορμιά πως η ζωή είναι η αναζήτηση της ηδονής και πως η ηδονή είναι ευθέως ανάλογη προς την καταστροφή της ζωής.

Είναι ο θεός που δεν έχει παγκάρια και υπαλλήλους και αγωνία αν θα τον διδάσκονται τα βρέφη στα μαιευτήρια και οι έφηβοι στα θρανία. Είναι ο θεός που τροφοδοτεί τη ζωή με ζωή και θάνατο για να μπορεί να υπάρχει.

Είναι ο θεός που σκύβει στον ανθό και τον κάνει καυλό. Είναι ο θεός ο οποίος δεν χάνει τίποτε απ’ τη δόξα του αν εμείς αποστρέψουμε απ’ τη λάμψη του τα ασθενικά μας μάτια.

Είναι ο θεός που του χαρίζουμε τη γύμνια μας στις παραλίες αφού δεν μπορούμε να του χαρίσουμε το βλέμμα μας και είναι ο εραστής μας που μας χαϊδολογά με όλη την βαρυτική του έπαρση, εξαπολύοντας ως πολιορκητής φωτόνια και καβλόνια μες στο κοχλιώδες σπείρωμα των δερματικών μας πόρων. Των κρατήρων που αχόρταγα ρουφάνε όλη την εχέμυθη πλεκτάνη της συμπαντικής φάρσας.

Ταύτα δια την αποκατάστασιν της αληθείας

fisi

Κάποιοι στήνουν αυτί να τους πει η φύση κάτι. Μα η φύση δεν μιλά. Η φύση δεν βλέπει και δεν σκέφτεται. Η φύση μόνο γεννά. Είναι αιωνίως λεχώνα.

Η φύση είναι ξέχωρη απ’ τον τυπικό και ανθρωπόμορφο ορθολογισμό, με σκοπό να απελευθερώσει τη σκέψη ακόμα και σε επιβράβευση της τερατωδίας.

Η φύση γεννά μα δεν διαθέτει μητρικό ένστικτο. Το μητρικό ένστικτο εκτός από προστασία είναι και Κυριαρχία. Η φύση διαμορφώνει η ίδια τις δυνάμεις που θα την καταστρέψουν. Κάθε γέννα της έχει μέσα τον ιερό σπόρο της καταστροφής.

Η φύση είναι λεσβία σαν εμένα. Τα δυο φύλλα της γίνονται ένα. Τα δυο φύλλα της χαίρονται τον ερωτικό πλουραλισμό. Την πανγαμία. Τη φύση που πάει με τη φύση και τη φύση που γαμάει τη φύση.

Μέσα σε τούτη τη μορφική αλληλουχία και την συνεχή ανάπλαση που η φύση την δηλώνει ως θάνατο στο ενεχυροδανειστήριο των ειδών, η αντιστροφή της ευαίσθητης παθητικότητας σε ενεργητική νόηση παράγει αδρεναλίνη μεγατόνων, έτοιμη να εκπορνευτεί με χίλιους παλαβούς διαβόλους.

Έτοιμη να βγάλει ζουμιά στις βαμβακερές κιλότες, να μαγαρίσει την ανθρώπινη επιστήμη των ηθών και τα αντιδραστικά της συστήματα με μια στύση αλαζονική, με μια ψωλή κορδωμένη τόσο στην ηδονή όσο και στο έγκλημα.

Και όσο αυτή η λεσβιάζουσα φύση μαθαίνει να υπομένει ψύχραιμα τις διεστραμμένες πράξεις που τελούνται πάνω στο ίδιο της το σώμα, τόσο αποκτά μιαν αντρική ενεργητικότητα, μέσα σε μια τέλεια μορφή θηλυκότητας.

A la maniere de la mort

mynix

στο Βάσο

(σαράντα ημερονυχτίων κοίμησις Θάνου Α.)

 

Ο ετοιμοθάνατος χτύπησε το κουδούνι.
Ήρθαν οι χλωμές νοσοκόμες
-με όλη την κάθυγρη σεμνότητά τους-
να πιάσουν τον τελευταίο σφυγμό.
Μπήκαν οι φίλες και οι γυναίκες
οι ερωμένες και τα κορίτσια
και ο ιεροκήρυκας έγινε μες στις αγκαλιές τους
ένας άνθρωπος διεφθαρμένος απ’ τη φύση
αφού, δεν είχε καταφέρει να εξηγήσει τι εστί
διεφθαρμένη φύση του θανάτου.

Ω! Συγχώρεσέ μας Μαρκήσιε Ντε Σαντ.

Καλοκαίρι με την Έβελυν

kalokai

Εγένετο λήθαργος λοιπόν
Και εγένετο λύπη κυλιόμενη
Η Ωραία επήρε έπαθλο το Τέρας
Ένα φαλλό απόκοσμο
Οσονούπω, της είπε, ο φρενοβλαβής γαμιάς
θα σου δώκω επί πίνακι τον Πρίαπο
νύχια απ’ τις φλέβες στην ωμοπλάτη όπου
λάμπουσα απέβαλε η ανθρωπότητα
και εγένετο αίμα και μωβ φτερά
κλαράκια και κοχύλια
αμμουδιές και δηλητήρια
δαντέλα και καταδρομικές μπότες
και εγένετο κοψίδι κάποιου άστρου
αποικία από μασημένα Αχ! μακρόσυρτα.

Ο αφαλός αλλόθρησκος
το χνούδι έσταζε υγρά στα μούτρα του κλειδούχου
έξω απ’ την Άμφισσα τα άμφια φόρεσα
έδειξα δόντια, γρύλισα
η γλώσσα γράδωσε στα τέμπλα

Αχ! η Έβελυν είχε ένα γελαστό αιδοίο γεμάτο εκρηχτικά
μα τη συγχώρεσα

Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη!

durex

Όταν περιμένεις κάτι να συμβεί με αδημονία στο τέλος συμβαίνει συνήθως κάτι που δεν περίμενες και κάτι που δεν ήθελες να συμβεί. Και δεν υπάρχει καμιά μεταφυσική εδώ, αλλά απλή θεωρία πιθανοτήτων.

Μέσα στις άπειρες δυνατότητες θα συμβεί μόνο μία. Η προσευχή και η προσμονή όμως δεν σε οδηγούν στο επιθυμητό αλλά στο τυχαίο. Τα αφήνουμε όλα στην τύχη ή στα χέρια του θεού και στο τέλος παίρνουμε τ’ αρχίδια μας. Τα αφήνουμε όλα στους ανωτέρους και στο τέλος καθόμαστε επάνω σ’ ένα χοντρό στύλο της ΔΕΗ.

Αυτοί που διαπραγματεύονται δήθεν τα συμφέροντά μας έχουν διαφορετικά συμφέροντα από τα δικά μας. Οι διαπραγματευτές είναι μιαν άλλη τάξη που παίρνει πάντα το μέρος του ισχυρού. Αν αυτό το καταλάβουν οι αδύναμοι και οι ανίσχυροι θα καταργήσουν τους διαπραγματευτές.

Όπως δεν υπάρχει ερωτική διαδικασία μέσω διαμεσολάβησης έτσι δεν υπάρχει και ζωή μέσω διαμεσολάβησης. Η εξ’ αποστάσεως ζωή δηλαδή η δικτύωση, η τηλεόραση και λοιπά είναι ψευδαισθήσεις και υποκατάστατα.

Νομίζω πως ζω, ταυτίζομαι με το διαπραγματευτή μου ο οποίος παίζει συνεχώς θέατρο μπροστά στα μάτια μου για να μη χάσει τη θέση τού διαπραγματευτή. Τα λεφτά, τη δόξα και την καλή ζωή.

Ο εκπρόσωπός μου είναι δουλικό με πατέντα. Απαραίτητος γιατί προσφέρει στις τάξεις το άλλοθι που χρειάζονται για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Την άρχουσα που είναι απάνθρωπη άθλια και δολοφονική και την κατώτερη που είναι ασυνάρτητη αγέλη.

Ένας καλός διαπραγματευτής πρέπει να ξέρει να κάνει καλές κωλοτούμπες. Να σε στέλνει στον πόλεμο την ώρα που σου μιλάει για ειρήνη. Να σου λέει γλυκόλογα την ώρα που σε γαμάει κάποιος θεόρατος μπαμπουίνος. Μα κυρίως να σε κάνει να νιώθεις πως είσαι ασφαλής.

Γιατί, ακόμα κι ο φτωχομπινές όταν νιώθει ασφαλής κοιμάται ήσυχος. Ξεπέφτει σ’ ένα ήρεμο ονειροπόλημα παρόμοιο μ’ εκείνο των ανθρώπων της λίθινης εποχής. Και νιώθει σα να βρίσκεται την ώρα τού κατακλυσμού μες στην κιβωτό όπου όλα, μέχρι το κατσαβίδι και μέχρι το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης καπότας έχουν προβλεφτεί.

Έξω νερό βροχή καταιγίδα νεροποντή όμως μέσα στην κιβωτό τα πάντα είναι ξερά και στεγνά. Ο θεός μέσω τού διαπραγματευτή-που ξεκολιάστηκε να τον πείσει στις διαπραγματεύσεις μετά από ξενύχτια, τσίμπλες και επαναληπτικούς εσπρέσο-μας έδωσε μια γερή βάρκα μ’ όλους τους αρμούς της στεγανοποιημένους και αδιάβροχους και μας χάρισε τη γνώση ν’ ανεμίζουμε στις τρικυμισμένες θάλασσες.

Μέσα στο κελάρι βρίσκονται αποθηκευμένα νόστιμα χοιρομέρια της Βεστφαλίας, φρέσκα αυγά, ελιές, τουρσιά, μποτιλιαρισμένες σάλτσες κι ένα σωρό άλλες λιχουδιές.

Ασφάλεια. Όσο με κάνεις να νιώθω ασφαλής μπορώ να σου χαρίσω ότι έχει μέσα το βρακί μου και η τσέπη μου. Μπορεί να γκρινιάζω λίγο αλλά νιώθω ασφαλής. Και φυσικά κάθομαι στ’ αυγά μου γιατί που ξέρεις, μπορεί ο θεός να θυμώσει και να κοπανήσει την κιβωτό στα βράχια. Να δω αύριο τίποτε βόμβες να σκάνε στο κεφάλι μου. Τους γκρίζους λύκους, το ΝΑΤΟ, τα Σκόπια, τους αλβανούς να χέζουν τη γαλανόλευκη και τους Τούρκους να γαμάνε την αδερφή μου.

Μελέτη των μαστών κάποιας Μαρίας

mele

Μαζεύτηκαν οι συγγενείς
να μελετήσουν της Μαρίας τους μαστούς.
Επαρχία Ξηρομέρου κοτρόνια γύρω αγριομέλισσες
ένα ανίψι έφηβο μαρτύρησε
τις ρόγες πως γλιστρήσαν στο λιοπύρι
και πως φυσίγγι απ’ τ’ ανοιχτό μπλουζάκι
με τη σπιρτάδα του έτοιμη περίμενε.
Ένας μπολσεβίκος θείος
μες στην τραγιάσκα του απίθωσε τους δυο μαστούς
να κολατσίσει λέει ο Οχτώβρης επανάσταση
και ο γείτονας που ήτανε θεοσεβής και χαλινούχος
έβγαλε γλώσσα κατά πάνω του μαστού.
Μια θεία ευχήθηκε, μ’ έναν καλό γαμπρό Τενόρο.
Χτυπούσε τις καμπάνες του χωριού ο παπάς
σαν παλαβός και φώναζε
Αυνανιστείτε αδερφοί Αυνανιστείτε!

Ιδού, η Νυμφία έρχεται εν τω μέσω της νυκτός

samba

Βάζοντάς τη κάτω απ’ το μεγεθυντικό μου φακό
εμβριθώς τη μελέτησα απ’ το άλφα ως το ωμέγα.
Κι εκεί στο ωμέγα σταμάτησα, να χαρώ τη μεγαλομάτα
ρητορεία της μήτρας κάτω απ’ τ’ αχαμνά μου,
να δω το άπληστο αλφάβητο να στάζει Άνδρα
μη έννεπεν και τέτοια άλλα ψαλτικά, πάντα
αρχαιοκάπηλος αγρότης, ψάχνοντας, νομίσματα
οργασμού στο οργωμένο χώμα, στις βραγιές,
πάντα μυαλά αετών ξεχώνοντας, κόκκαλα εραστών,
σπόρια της σπλήνας κάποιου προμηθέα δεσμώτη
των βυζιών της, κάποιου αιθεροβάμονα μουνάκια που
ξεψύχησε στις πιο βαβελικές κουίντες των χειλιών της.