Le Savon

le-savon

Παρότι οι Γάλλοι υπήρξαν αφηρημένοι στοχαστές κατάφεραν να γεννήσουν έναν ποιητή σαν τον Ponge, που έγραψε ένα επικό ποίημα για το Σαπούνι.

Ανάμεσα στα γεμάτα επιτήδευση και κομπασμό ποιηματάκια για τον άνθρωπο και το μεγαλείο του ο Ponge δίνει τη φωνή του στα πράγματα.

Το ίδιο το ποίημα είναι πράγμα όπως τα μάρμαρα ενός αγάλματος είναι στοιχειωμένα απ’ τη ζωή. Επιστρέφει στα πράγματα χωρίς να τα ενοχλήσει, με μιαν αγάπη τέλεια προσαρμοσμένη στις λεπτομέρειές τους.

Οι εραστές των πραγμάτων προτιμούν τον υπαινιγμό. Αφήνουν τα πράγματα να διακοσμούν τις φαντασιώσεις μας κάνοντάς μας να γίνουμε ένα μ’ αυτά.

Ο Καρυωτάκης μιλά για τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων χωρίς να αποβλέπει στην περιγραφή τους. Μέθοδός του η αγάπη και η αδιακρισία να αγαπάς άνευ όρων.

Να κάνεις ένα φύλλο ή ένα κλαδί είδωλό σου, γιατί εμπεριέχεσαι σ’ αυτό και να εκφράζεις για λογαριασμό του την βαθύτερη συνείδηση του κόσμου. Να μην παρατηρείς το βότσαλο αλλά να εγκαθίστασαι μέσα στην καρδιά του βλέποντας τον κόσμο με τα δικά του μάτια.

Ο Ponge δανείζει τα εκφραστικά του μέσα σ’ όλες τις παγιδευμένες φωνές που γεννιούνται γύρω του απ’ τη δημιουργική σήψη και την αιωνίως γενεσιουργό ανακύκλωση των πραγμάτων απ’ το χώμα, τον αέρα και το νερό.

Επιστρέφει στην απλοϊκή θέση που τόσο συμπαθούν όλοι οι ριζοσπάστες φιλόσοφοι από τον Ντεκάρτ ως τον Μπερξόν και τον Χούσερλ: «Ας προσποιηθούμε ότι δεν ξέρουμε τίποτε».

Άντε γαμήσου Πέτρο Κωστόπουλε

kost

Ο Σοφοκλής ξεστομίζει το «έρως ανίκατε μάχαν», μα ο ακροατής ακούει την Αντιγόνη να προκαλεί το θάνατο που τής πήρε τους στρατιώτες αδερφούς της, αλλά είναι ο Σοφοκλής αυτός που μιλάει σαν γυναίκα, υπογραμμίζοντας πως οι λέξεις δεν είναι ποτέ με τη μεριά της ρομφαίας.

Σήμερα που ο ερωτισμός εκφωνείται στο τηλεοπτικό λιανεμπόριο απ’ τα χείλη του νταβατζή, τα ποιήματα βρέθηκαν εξόριστα στα δίκτυα και στα απούλητα βιβλία.

Το σεξ έγινε μια υστερική ανάγκη μέσα στο λοιμοκαθαρτήριο των εικόνων που επιβάλουν οι αίγαγροι των αγορών και οι σωματέμποροι του θεάματος.

Ο Εμπειρίκος είναι εξόριστος σε καλοραμμένα βιβλιαράκια που προορίζονται για προχωρημένους αστούς που ακούνε Τέλεμαν και πίνουν τσάι κοιτάζοντας τη θάλασσα, μα ο Πέτρος Κωστόπουλος προορίζεται για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση της πλέμπας.

Ανήκει σ’ αυτούς που εισήγαγαν το σεξουαλικό σκουλήκι στο μήλο του δικού τους μονοπωλιακού συστήματος, ανάγοντας το κουτσομπολιό σε είδηση και το νταβατζηλίκι σε επιστήμη.

Το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα δεν θέλει τους ποιητές που είναι και ταραξίες. Δεν θέλει οι άνθρωποι να μάθουν να αγαπούν τα σώματά τους αλλά να πουλάνε το κρέας τους και να σκέφτονται σαν γρασαρισμένα έμβολα.

Θέλει τον παπά και το συσσίτιο χέρι χέρι με το Θέμο Αναστασιάδη και τη Χρυσή Αυγή, τον ηθικολόγο Στέλιο Ράμφο να μεμψιμοιρεί λέγοντας μεγαλόστομες φανφάρες.

Θέλει τους λεγόμενους πολιτικούς, δηλαδή το υπηρετικό προσωπικό της άρχουσας τάξης να μαλακίζεται με εξαπτέρυγα και σημαίες.

Θέλει τον πρωθυπουργό να τρομπάρει μπροστά στον ένδοξο ελληνικό στρατό που συντηρεί ο εξαθλιωμένος φτωχός με το αίμα του.

Θέλει διασημότητες και αριστεία, θέλει την πλαστογραφημένη ιστορία του Βερέμη και του Παπαχελά, θέλει νεοφιλελευθερισμό και ορθόδοξους μουλάδες.

Μα οι λέξεις δεν είναι ποτέ με τη μεριά της ρομφαίας. Οι λέξεις είναι με τη μεριά των ποιημάτων που φωτίζουν την καταγωγή μας. Με τη μεριά των ποιημάτων που διαταράσσουν συνειδήσεις και αναποδογυρίζουν το σώμα για να το γνωρίσουν καλύτερα. Οι λέξεις ουρλιάζουν. Άντε γαμήσου Πέτρο Κωστόπουλε.

Heil Hitler! ή Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα Της Γερμανικής Χέστρας

xail

Κοιτάζω έξω απ’ το παραθυράκι της τουαλέτας. Βρίσκομαι στο οικουμενικό Βερολίνο, εκεί όπου τα αποχωρητήρια έχουν την αίγλη της πολιτικής ορθότητας που επιβάλει η υγιεινή και η υποχονδρία.

Γριές κυρίες με ροδαλά μάγουλα, κοπέλες που βγήκαν στην αγορά με τα δερμάτινα μποτάκια τους, ώριμες με βαριά τυρολέζικα καπέλα και πρακτικά μπεζ παπούτσια με χρωματιστά κορδόνια. Κοιτάζω τα λευκά τους πόδια και τον ωραίο πλαδαρό τους πισινό.

Έξω απ’ τις πόρτες των καμπινέδων βλέπω μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα που, σαν ψυχορράγημα, λίγο πριν την εισβολή στην δημόσια καταβόθρα των περιττωμάτων, γράφει «Sei gut zu deinem Magen», «Να είσαι καλός με το στομάχι σου».

Μέσα στο φινιρισμένο με γερμανικό ιδεαλισμό αποχωρητήριο, οι Γερμανοί σκέφτονται πάλι το στομάχι τους. Φαίνεται η αγωνία και η υπομονή τους για μια απατηλή καθαριότητα.

Απατηλή γιατί στην πραγματικότητα οι Γερμανοί δεν είναι καθόλου καθαροί. Μοστράρουν την καθαριότητα ως μέρος ενός πονηρά μελετημένου σχεδίου για να εκφοβίσουν τους ξένους με την επιθετική υγιεινή της Γερμανίας. Η εξωτερική πολιτική των Γερμανών περνάει μέσα απ’ τη χέστρα τους.

Υπάρχει μια μικρή πλατφόρμα από κεραμικό υλικό όπου μπορεί κανείς να εναποθέσει τα σκατούλια του, ώστε να μπορεί να τα δει και να τα καμαρώσει πριν αυτά διαβούν το Ρουβίκωνα και πριν εξαφανιστούν για πάντα σε μια δίνη δροσερού νερού των Άλπεων.

Αυτό σημαίνει πως αναδίδουν απροσμέτρητη μπόχα και απροσμέτρητο θαυμασμό. Θαυμάζει κανείς την ευγενή προσήλωση στην κουράδα αφού είναι εντολή γιατρού η παρακολούθηση των κοπράνων.

Η καλή υγεία απαιτεί συμπαγές ανοιχτόχρωμο σκατό και οι Γερμανοί αυτό το ξέρουν καλά.

Οι γερμανικοί καμπινέδες ακολουθούν τον κονστρουκτιβισμό της κοινωνικής ταξικής πυραμίδας. Πάνε σύμφωνα με τη θέση στο αεροπλάνο, στο τρένο αλά και στην κατηγορία του ξενοδοχείου.

Στην τουριστική θέση το χαρτί τουαλέτας είναι σκούρο και τραχύ. Μετά γίνεται άσπρο και σχεδόν κανονικού πάχους. Όσοι αγοράζουν κωλόχαρτο από γερμανικό σούπερ μάρκετ μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά στον κώλο τους.

Το κωλόχαρτο των φτωχών είναι κάτι σαν αραχνοΰφαντο γυαλόχαρτο, νομίζεις πως σκουπίζεσαι με χαρτοπόλεμο πασπαλισμένο με ρινίσματα σιδήρου. Το κωλόχαρτο των πλουσίων είναι ροζ και παχύ ή ελαφρύ μωβ και ονομάζεται special Krepp.

Οι γερμανικές χέστρες διαθέτουν μια παγκόσμια πατέντα. Το λεγόμενο παλκοσένικο, πάνω στο οποίο πέφτουν τα σκατά και στέκονται για να τα θαυμάσεις ή να τα περιεργαστείς. (Αχ πόσο λυπάμαι τους μικροβιολόγους! Έχω διαπιστώσει ιδίοις όμμασι αυτή την κουραδοσπορά σε γραφείο ιατρού. Βεβαίως όλα τα πρωκτικά κτερίσματα ήτο τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτα και λαδόκολλες ωσάν περιποιημένα κοντοσούφλια.)

Τα γερμανικά αφοδευτήρια διαθέτουν μια κοσμική μεγαλοπρέπεια. Τα γερμανικά αφοδευτήρια, φρονώ, πως είναι υπεύθυνα για όλες τις φρικαλεότητες του Γ’ Ράιχ, αφού άνθρωποι που καταφέρνουν να κατασκευάσουν σκατώνες αυτού του μεγαλοπρεπούς είδους είναι ικανοί για όλα.

Η έλλειψη ζωτικού χώρου της Γερμανίας και οι σύνθετες ανάγκες του παγκόσμιου καπιταλισμού οδήγησαν στη σφαγή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Ο γερμανικός φονταμενταλισμός άρχισε να πετά ανθρώπους στους σκατόλακκους.

Απαίτησε απ’ την ανθρωπότητα με τον πιο κτηνώδη τρόπο την ομοιομορφία. Το παλκοσένικο με τα σκατά. Τις χέστρες που η Μητέρα Γερμανία ήθελε να καρφώσει στους κώλους των λαών. Τις χέστρες όπου στρογγυλοκάθονται οι διαπραγματευτές της κακής μας τύχης αφήνοντας την κουράδα τους να γλιστρήσει στον οισοφάγο των φοβισμένων και βολεμένων λαών.

Love story

erotica-erotic-fr-009

Στην Αρχαία Ελλάδα ο θάνατος είναι κοίλος και σκοτεινός, όπως το αιδοίο που οδηγεί κατευθείαν στον Άδη. Η θεά του έρωτα Αφροδίτη παρουσιάζεται απροσπέλαστη, παρότι αποτριχωμένη.

Η αποτρίχωση παρόλη την λαμπρότατη διαφάνειά της και τον ιλαρό ερωτισμό της, απ’ την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, διατηρεί το γκροτέσκο και φιλήδονο θεατρινισμό της.

Η γυναίκα ξυρίζει το μουνί της για να το προσφέρει στον εραστή. Η ιεροτελεστία της αποτρίχωσης συνάδει με το αποκορύφωμα της κατακτητικής ωμότητας της ηδονής.

Η αποψίλωση του ερωτικού οργάνου είναι μια πράξη ιερή και παρά την βαρβαρότητα του βίαιου ξεριζώματος είναι μια πράξη καλλιτεχνική.

Κάθε αρτίστικη γυναικεία φύση ξέρει πως τα λεγόμενα γεννητικά όργανα δεν είναι γεννητικά αλλά ερωτικά. Και ξέρει πως το αλλόκοτο πνεύμα του ερωτισμού απαιτεί μια πληθωρική επινοητικότητα για να κατακτήσει την ελευθερία και τα τρυφερά φιλιά, τα ζεστά υγρά και το βαθύ άγγιγμα.

Με το καθρεφτάκι ανακαλύπτει η γυναίκα την ομορφιά, όπως οι πρώτοι αστρονόμοι εξερευνητές του διαστήματος με τα πρωτόγονα τηλεσκόπιά τους.

Η γυναίκα που ανακαλύπτει το μουνί της είναι μια ευτυχισμένη γυναίκα. Βρίσκει ανάμεσα στις πολλαπλές πτυχές τη δική της πατρίδα. Το σπουδαίο έθνος της κλειτορίδος, αυτή τη ζωοφόρο πηγή της ηδονής που θέλει τον ερωτικό σύντροφο και τη γλώσσα του, που θέλει τη ρευστή άβυσσο της μήτρας αφημένη στα χείλη του πιο διακριτικού ποιητή.

Ανάμεσα στην ταραχή απ’ τα ζοφερά κόκκινα των σπλάχνων και τις χίλιες και μια λέξεις που θα προφέρει ο αποσυνάγωγος φαλλός.

Ανάμεσα απ’ τα μαλακά κοιλώματα και τα λακκάκια, ανάμεσα απ’ τις λιπαρές καμπύλες της σάρκας που αναβρύζουν, ανάμεσα απ’ τα νευρώδη μέλη και τα στρογγυλά στομάχια που πάλλονται.

Στόματα, δόντια, πόδια, χέρια, γόνατα, ματιές, ολόκληρη η γυμνή επιδερμίδα που καταλήγει στα σαρκώδη μουνόχειλα, οδηγώντας τον ελαφρύ και κυνικό κόσμο ως το αυλάκι που είναι γεμάτο αίμα.

Amanita verna

amanita

(απόσπασμα)

Εγκλωβισμένη μέσα στο βασανιστικό παρόν της ορθοστασίας. Εγκλωβισμένη μέσα στις γκρινιάρες αυτοκρατορίες του μπαμπά, του συζύγου, του αφεντικού.

Είναι όμορφη σαν λουλούδι που σπαρταρά από χαρά μα οι ρίζες της είναι από πόνο.

Γύρω της τα τυριά βρωμοκοπούν. Πάνω στα ράφια, στο βάθος του μαγαζιού είναι τοποθετημένες τεράστιες πλάκες βούτυρο. Τα βούτυρα ξεχειλίζουν μέσα στα παρτέρια. Είναι καλυμμένα με τουλπάνι και μοιάζουν σαν προπλάσματα κοιλιών, που πάνω τους ένας γλύπτης έχει πετάξει βρεγμένα λευκά πανιά.

Είμαι αυτός που την κοιτά. Είμαι ο άνθρωπος που την παρακολουθεί. Είμαι ο ποιητής της. Ο ποιητής είναι ένας κατάσκοπος. Είναι ο κατάσκοπος του καθενός. Δουλεύει για τον καθένα και αναφέρει στον καθένα. Ο Keats διακήρυττε πως ήταν ο κατάσκοπος του θεού. Από τότε που άρχισα να πιστεύω στον άνθρωπο άρχισα να τον κατασκοπεύω.

Έγινα κατάσκοπος του ανθρώπινου είδους. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο τυροκομείο. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο κορμί της.

Βρίσκομαι στις φλέβες της. Αδέξιος και φοβισμένος. Σκαρφαλώνω στο μυαλό της. Βλέπω ότι βλέπει. Ακούω ότι ακούει. Νιώθω ότι νιώθει. Όταν καυλώνει, καυλώνω. Όταν κατουράει, κατουράω. Όταν κλαίει, κλαίω.

Τώρα τακτοποιεί τα κεφαλοτύρια, τεμαχισμένα και χαραγμένα με φαρδιά μαχαίρια, όπως οι βράχοι με τη σκαπάνη γεμάτοι με μικρές κοιλάδες και ρωγμές.

Tακτοποιεί τα ροκφόρ, κάτω από κρυστάλλινα σκεπάσματα και φαίνεται σαν να παίρνουν όψεις πριγκιπικές, πρόσωπα μαρμαρωμένα και παχουλά, αυλακωμένα με μπλε και κίτρινες φλέβες, σαν προσβεβλημένα απ’ την αρρώστια της ντροπής των πλουσίων ανθρώπων που παραέφαγαν μανιτάρια ενώ, σε μια πιατέλα στο πλάι φαίνονται τα κατσικίσια τυριά, μικρά σαν τη γροθιά ενός παιδιού, σκληρά και γκριζωπά, θυμίζουν βότσαλα και πετραδάκια σαν αυτά που κυλούν οι τράγοι στις γωνιές των μονοπατιών.

Ζω τη ζωή της στο τυροκομείο. Ζω την ορθοστασία της και τη βαρελίσια μπόχα. Ζω το ζεστό απόγευμα που μαλακώνουν τα τυριά. Βλέπω τους μύκητες στις κρούστες να λιώνουν και να βερνικώνονται με πλούσιους τόνους κόκκινου χαλκού και οξειδίου, όμοιες με κακοφορμισμένες πληγές.

Μια δυσωδία υγρού κελαριού που σου αφήνει στο λαρύγγι κάτι σαν ατμό από θειάφι.

Είμαι πάντα εδώ μαζί της. Κατάσκοπος και ποιητής. Ποιητής και κατάσκοπος. Η κατασκοπεία είναι ποίηση. Ένα θαυμάσιο πράγμα. Μονάχα όσοι κατασκοπεύουν δεν πλήττουν.

Τρυπώνουν μέσα σ’ αυτή την εργατική φόρμα της κοπέλας του τυροκομείου. Ψηλαφίζουν όπως εγώ, το χάος της. Χαϊδεύουν τα βυζιά της όπως τα χαϊδεύει αυτή. Μαλακίζονται όπως μαλακίζεται αυτή, με το δάχτυλο, αυτό το μαγικό ραβδί.

Όλα επικοινωνούν με τη σάρκα. Όλα ξεχτίζονται και ξαναχτίζονται. Πεταλούδες και μύγες και έντομα. Το αρπαχτικό αφεντικό. Ο αρπαχτικός άντρας. Ο αρπαχτικός ποιητής, εγώ. Ο κατάσκοπος. Εγώ, που την υπνωτίζω μες στην κοιλιά του εικονογραφημένου πολέμου, που τη γιατρεύω απ’ την ορθοστασία της, που στραγγαλίζω με τα χέρια της το αφεντικό της, που σπάω με τα χέρια της το κεφάλι του συζύγου της.

Εγώ που της προσφέρω ένα δείπνο απ’ το φάγωμα των νεκρών. Τις τρελές γλώσσες των ποιητών. Των κατασκόπων. Τα πλούσια δαιμονικά εδέσματα και τις αμέτρητες μικρές εκτυφλωτικές φλόγες των επαναστατών. Τα σπλάχνα των πουλιών και των ζώων.

Την τρομερή τίγρη του Μπλέικ. Τη χελώνα του Σαίξπηρ, την ακρίδα και το γρύλλο του Κητς, το σκουλήκι του Πόου, την αράχνη του Ουίτμαν, τους ασφόδελους του Ουόρντσουορθ και τον ιπποπόταμο του Έλιοτ.

Pleurotus ostreatus

eytixid

(απόσπασμα)

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης πήγαν από πνιγμό, από ηλεκτρική καρέκλα, από καρκίνο, από γηρατειά, ο θάνατος ήταν μια έκπληξη μια ανακατωσούρα, ο Ευτυχίδης ήταν νεκροφάγος και ο Δυστυχίδης ήταν νεκροφάγος.

Ο Ευτυχίδης ήταν ευτυχής μες στη δυστυχία του και ο Δυστυχίδης ήταν δυστυχισμένος μες στην ευτυχία του. Και ήταν η ζωή που έχωσε ένα κουτάλι στο στόμα τους. Ένα μαχαίρι, ένα πιάτο, ένα νοικοκυριό.

Ήταν η ζωή μια γελαστή αρρώστια για τον Ευτυχίδη και μιαν άρρωστη γελοιότητα για τον Δυστυχίδη. Ο ένας άκουγε δοξαστικούς ψαλμούς μέσα στην πικρή καταραμένη νύχτα και ο άλλος κυλούσε σαν μοναχικός τροχός κάτω από λαμπρά φορέματα.

Ο ένας ήταν η νίκη της ζωής και ο άλλος πονούσε βαθειά μέχρι το κόκκαλο και τις πατούσες. Μέχρι την άκρη του πούτσου του. Πονούσε μέχρι το στομάχι και τον κώλο.

Ο Δυστυχίδης κληρονόμησε την ευτυχία του, όπως και ο Ευτυχίδης κληρονόμησε την δυστυχία του. Μα ο θάνατος είναι αισιόδοξος και τούτο τους βοηθούσε να προχωρούν εμπρός. Να ταΐζουν με τα χέρια τους ο Ευτυχίδης την ευτυχία του Δυστυχίδη και ο Δυστυχίδης την δυστυχία του Ευτυχίδη.

Η δυστυχία του ενός και η ευτυχία του άλλου συνεργάζονται πυρετωδώς. Μαζί ζευγάρωσαν χτίζοντας τους κίονες μπροστά στους νεκροθαλάμους των Φαραώ, τα βαβυλωνιακά τόξα πύλης, τα τζαμιά του Ισλάμ, τους ναούς των Ινδιών, τις πυραμίδες των Ίνκας, τα ανάκτορα από τις Χίλιες και μια Νύχτες, τις αλγερινές ακροπόλεις, τα προϊστορικά βάζα και τις υδρίες, τα προκατακλυσμιαία σαλιγκάρια και τα εξωτικά ζώα, τα τροπικά φυτά και τα μαντζούνια, τους ειδωλολατρικούς θεούς και τους ομίλους προφητών και ευαγγελιστών, τους προσκυνητές στον Πανάγιο Τάφο, τους λαβύρινθους και τις κατακόμβες.

Η ευτυχία και η δυστυχία παίζουν το φλάουτο που γιορτάζει τη βεβήλωση της δημιουργίας. Τρομερές σκούπες αγάπης και μίσους. Τρομερές γαλιάντρες πάνω απ’ το μακρύ νεκρό σώμα του Τίποτε.

Φωλιάζουν στα σπυριασμένα κορμιά των δαιμόνων. Αλωνίζουν μέσα στις μήτρες. Επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εδώ ως Εύα με τον όφι του παραδείσου, εκεί ως βασίλισσα του κόσμου, εδώ ως κυρίαρχος των σπηλαίων, εκεί ως άγγελος του πύργου, εδώ ως Αφροδίτη, εκεί ως Σφίγγα με φτερά, εδώ ως παρθένος Μαρία, εκεί ως αρχέτυπο ιέρειας ναού.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν. Γύρω η κίνηση της καθημερινής ζωής. Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης ζουν για τον εαυτό τους, ο καθένας στην απομόνωσή του, ο ένας συντηρώντας αυτό που έχει ο άλλος, περιμένοντας να τους ξεμπροστιάσει η κρύα σκοτεινιά.

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, σα να ζητούν να χαιρετήσουν τον αρχιμάστορα ή να υποδεχτούν τα χάδια του.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν.

Amanita phalloides

hannah

(απόσπασμα)

Έφτασα στην αίθουσα των Φωτογραφίσεων. Φόρεσα ένα φράκο. Μου ταίριαζε. Υπήρχαν εκεί στρατιωτικές στολές, αθλητικά ρούχα, χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά, ρόμπες σπιτιού και μπάνιου, πουκάμισα με κοκοφοίνικες, φράκα, ρούχα περιπάτου, μα εγώ διάλεξα ένα φράκο. Μου ταίριαζε.

Στη μέση της αίθουσας υπήρχε μια φωτογραφική μηχανή. Πήγα να φωτογραφίσω. Τι πράγμα; Το πράμα. Ένα ωραίο ζουμερό πράμα. Ένα πράμα που δεν είναι πράγμα, αλλά κάποιοι νομίζουν πως είναι πράγμα.

Εκείνο που είδα αμέσως σαν αντικείμενο φωτογράφησης ήταν μια φωτογραφία που έδειχνε ένα μουνί. Μια απ’ τις πολλές που κρεμόταν στους τοίχους. Όμως, σαν πρόσεξα το υγρό φιλμ, είδα κάτι που δεν είχα φωτογραφίσει. Είδα το ίδιο το μουνί κι όχι τη φωτογραφία της φωτογραφίας του στον τοίχο. Μου φάνηκε ζωντανό. Μου φάνηκε σα να με φίμωνε και σα να μ’ έδενε.

Πήρα κι άλλη φωτογραφία. Πάλι το μουνί στο φιλμ. Αυτή τη φορά φάνηκε να απαιτεί να φιμωθώ και να δεθώ μόνος μου. Έκανα και τρίτη λήψη. Πάντα ξεφύτρωνε το μουνί στη φωτογραφία.

Έτρεξα έξω από την Αίθουσα Φωτογραφήσεων. Φοβόμουν. Έτρεμα. Πνίγηκα στον ιδρώτα. Ίδρωσα τόσο πολύ, όσο ποτέ άλλοτε. Παραμιλούσα, χωρίς να το θέλω. Προσπάθησα να σταματήσω, αλλά δεν τα κατάφερα. Παραμιλούσα συνεχώς. Έλεγα την ίδια λέξη. Ύστερα δεν ήξερα τι είδους λέξη ήταν. Σαν να ήταν η λέξη «μουνί» που έλεγα. Αυτή τη λέξη κι έπειτα μιαν άλλη.

Καθώς ήμουν στο κατώφλι για την επόμενη αίθουσα που βρισκόταν παραπλεύρως της Αίθουσας Φωτογραφίσεων άκουσα ξαφνικά φωνές. Ήσαν αντρικές. Φώναζαν. Κάτι έλεγαν. Μου φάνηκε πως φώναζαν εμένα. Αλλά δεν καταλάβαινα καλά. Με καλούσαν. Με φώναζαν. Έπαιζαν χαρτιά. Τώρα μπορούσα να τους δω. Καθένας τους ήταν ένα μουνί. Όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους. Μου έμοιαζαν. Έμοιαζα με όλους τους. Ήμουν ένα μουνί σαν κι αυτούς.

Με καλούσαν ξανά και ξανά.
-Έλα, έλα.
-Λοιπόν, τι κάνω; ρώτησα.
-Να παίξεις μαζί μας, απάντησαν.
-Ποιοι είστε; ρώτησα.
-Εγώ, είπε ο πρώτος, είμαι το μουνί.
-Και ποιος είναι ο δεύτερος; ρώτησα.
-Το μουνί, επίσης, απάντησαν.
-Κι ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος;
-Όλοι είμαστε μουνιά.
-Και τότε εγώ ποιος είμαι;
-Κι εσύ είσαι ένα μουνί, μου απάντησαν.
Κάθισα δίπλα τους. Ένα παιχνίδι τέλειωσε.
-Εμπρός, είπαν. Είσαι μέσα.

Ανακάτεψα τα χαρτιά και μοίρασα. Παίξαμε.

-Είμαι το μουνί για τη Δικαιοσύνη, είπε ο ένας τους.
-Είμαι το μουνί για την Εκπαίδευση, είπε ο δεύτερος.
-Είμαι το μουνί για τη Βιομηχανία και το Εμπόριο, είπε ο τρίτος.
-Είμαι το μουνί για τα Πολιτικά, είπε ο τέταρτος.
-Είμαι το μουνί για την Άμυνα και την Πολεμική, είπε ο πέμπτος.
-Είμαι το μουνί για τα Εκκλησιαστικά, είπε ο έκτος.
-Και τότε τι είμαι εγώ; ρώτησα.
-Είσαι το μουνί για την Αστυνόμευση, μου απάντησαν.
-Εντάξει, φώναξα. Που είναι το τηλέφωνό μου;
-Μπροστά σου, απάντησαν.
Ναι, εκεί ήταν. Σήκωσα το ακουστικό και πήρα το νούμερο.
-Εμπρός, είπε κάποιος στην άλλη άκρη της γραμμής.
-Το μουνί, είπα, βρίσκεται στο ακραίο και βαθύτερο δωμάτιο, στις κατακόμβες. Μετά την Αίθουσα Φωτογραφήσεων. Τρέξτε γρήγορα, αλλιώς θα πεθάνει. Περιμένετε, θα σας δείξω το δρόμο. Έρχομαι….